Για την αγάπη μιας καλής γυναίκας, της νομπελίστριας Άλις Μονρό

Για την αγάπη μιας καλής γυναίκας, της νομπελίστριας Άλις Μονρό Facebook Twitter
Νομίζω ότι οποιαδήποτε ζωή μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα, οποιοδήποτε περιβάλλον μπορεί να είναι ενδιαφέρον.
0

 Ορίστε μερικές χαρακτηριστικές κουβέντες της Άλις Μονρό από την συνέντευξη που έδωσε στη σουηδική τηλεόραση το 2013 αντί ευχαριστηρίου λόγου για το Νόμπελ, η οποία πλαισιώνει τώρα μια φρεσκοτυπωμένη ανθολογία με παλιότερες ιστορίες της («Για την αγάπη μιας καλής γυναίκας», μετ. Τρ. Παπαϊωάννου, εκδ. Μεταίχμιο).

Ερώτηση: Tι το ενδιαφέρον υπάρχει στην περιγραφή της ζωής στις μικρές καναδικές πόλεις; «Πρέπει απλώς να βρίσκεσαι εκεί» εξηγεί. «Νομίζω ότι οποιαδήποτε ζωή μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα, οποιοδήποτε περιβάλλον μπορεί να είναι ενδιαφέρον. Δεν νομίζω ότι θα ήμουν τόσο γενναία αν ζούσα σε πόλη και ανταγωνιζόμουν με τους άλλους για το τι μπορεί να θεωρηθεί γενικώς ανώτερο πολιτιστικό επίπεδο. Δεν χρειάστηκε να το αντιμετωπίσω αυτό. Ήμουν η μόνη απ΄όσους γνώριζα που έγραφε ιστορίες, αν και δεν τις έλεγα σε κανέναν, και απ΄όσο ήξερα, τουλάχιστον για ένα διάστημα, ήμουν η μόνη στον κόσμο που μπορούσε να το κάνει αυτό». Είχε πάντα τόση εμπιστοσύνη στο γράψιμό της; «Για μεγάλο διάστημα ναι, αλλά την έχασα εντελώς όταν μεγάλωσα και γνώρισα ορισμένους άλλους που έγραφαν. Τότε συνειδητοποίησα ότι η δουλειά ήταν λίγο δυσκολότερη απ' ό,τι περίμενα. Αλλά δεν τα παράτησα ποτέ. Ήταν απλώς κάτι που έκανα». Και πώς επηρεάζεται η γραφή της από το πέρασμα του χρόνου; «Α, εντάξει, με πολύ προβλέψιμο τρόπο. Αρχίζεις γράφοντας για ωραίες νεαρές πριγκίπισσες, έπειτα γράφεις για νοικοκυρές και παιδιά και αργότερα για ηλικιωμένες γυναίκες, κι αυτό απλώς συνεχίζεται, χωρίς αναγκαστικά να προσπαθείς να κάνεις κάτι για να το αλλάξεις. Αλλάζει η οπτική σου».

Δεξιοτέχνης της υποβολής και του υπαινιγμού, η καναδή πεζογράφος ανατέμνει σε βάθος τις ανθρώπινες σχέσεις, στέκεται σε σκηνές που αρχικά μοιάζουν ασήμαντες αλλά αποδεικνύονται ευεργετικές αν όχι σωτήριες, κι όσο στενάχωρα κι αν είναι τα θέματά της, οι ιστορίες της απέχουν πολύ από το να είναι καταθλιπτικές.

Αυτήν την διαδρομή επιχειρεί ν' αναδείξει η συλλογή «Για την αγάπη μιας καλής γυναίκας», τα διηγήματα της οποίας προέρχονται από τέσσερα παλιότερα βιβλία της Μονρό, τα "Ζωές κοριτσιών και γυναικών" (1971), "Κάτι που σκόπευα να σου πω" (1974), "Για την αγάπη μιας καλής γυναίκας" (1998) και "Η θέα από το Κάστλ Ροκ" (1998). Όσοι θεωρούσαν δεδομένο ότι το Μεταίχμιο θα εξέδιδε ατόφια τα παραπάνω έργα, μιας και μετά το Νόμπελ είχε σπεύσει να εξασφαλίσει τα δικαιώματά τους, ας προσγειωθούν στην πραγματικότητα. Με την ελληνική βιβλιοαγορά κατακρημνισμένη και με το διήγημα να εξακολουθεί ν' αντιμετωπίζεται ως αντιεμπορικό είδος, μια τέτοια κίνηση θα' ταν μάλλον ασύμφορη. Εξ ου και η λύση της ανθολογίας. Όπως μαθαίνουμε, η κορφολόγηση των ιστοριών έγινε από το εκδοτικό τμήμα του οίκου, σε συνεργασία με την μεταφράστρια και τη σύμφωνη γνώμη των ξένων, και αν –πράγμα απίθανο- η 87χρονη συγγραφέας δημοσιεύσει κάτι καινούριο, θα μεταφραστεί πάραυτα. Από τα προηγούμενα γραπτά της, όμως, ό,τι ήταν να εκδοθεί, εκδόθηκε.

H Άλις Μονρό άργησε να εμφανιστεί στο λογοτεχνικό στίβο. Την εποχή που κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο, «Ο χορός των χαρούμενων σκιών», κόντευε πια τα 37. Εμπνευσμένα από την παιδική της ηλικία και γραμμένα μεταξύ νοικοκυριού και ανατροφής των παιδιών της κατά τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60, τα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής είχαν πρωτοδημοσιευτεί στο καναδέζικο περιοδικό «Tamarec Review», ο επικεφαλής του οποίου μπορούσε να καυχηθεί πως γνώριζε τους αναγνώστες του εντύπου με το μικρό τους όνομα! Η ίδια ταχυδρομούσε τα διηγήματά της και στον «New Yorker» αλλά ματαίως, ενώ αντίστοιχα αποθαρρυντική για τη δουλειά της ήταν και η στάση των αμερικανών εκδοτών. «Δεν υπάρχει αμφιβολία, η κυρία μπορεί να γράψει, αλλά είναι σαφές πως κατά κύριο λόγο είναι μια διηγηματογράφος», σημείωνε η επιμελήτρια του Alfred A. Knopf, απορρίπτοντας τόσο το παρθενικό όσο και το αμέσως επόμενο βιβλίο της Μονρό, το "Ζωές κοριτσιών και γυναικών".

Η συγκεκριμένη συλλογή, από την οποία μπορούμε τώρα να διαβάσουμε το ομότιτλο διήγημα, είναι το μοναδικό της έργο που χαρακτηρίστηκε από ορισμένους κριτικούς ως μυθιστόρημα. Κι αυτό, επειδή όλες οι ιστορίες του περιστρέφονται γύρω από τον ίδιο κεντρικό χαρακτήρα, αναδεικνύοντας διάφορα επεισόδια από την πορεία ενός κοριτσιού που βαδίζει προς την ενηλικίωση. Η Νελ, το μυθιστορηματικό alter ego της Mονρό, μεγαλώνει σ' έναν κόσμο όπου το να είσαι γυναίκα σημαίνει ότι είσαι ευπαθής. Σ' έναν κόσμο όπου έτσι και παραδοθείς σ' έναν άντρα, η ζωή σου παύει να σου ανήκει, αναλαμβάνεις το φορτίο του εσαεί. Απ' τη μεριά της, ωστόσο, περιφέρεται στην γενέτειρά της «σαν εξόριστη ή σαν κατάσκοπος», με τη λαχτάρα να χαράξει τον δικό της, ένδοξο δρόμο. «Οι άντρες», διαβάζουμε, «υποτίθεται ότι μπορούσαν να βγαίνουν και να ζουν κάθε λογής εμπειρίες, να ξεφορτώνονται ό,τι δεν ήθελαν και να επιστρέφουν υπερήφανοι. Χωρίς καν να το σκεφτώ, είχα αποφασίσει να κάνω κι εγώ το ίδιο». Έτσι εξηγείται και η ανοχή της ηρωίδας στα ανάρμοστα ερωτικά παιχνίδια που της επιβάλλει ένας μεσήλικας, από τα πιο γοητευτικά μέλη της τοπικής κοινωνίας. «Δεν έμπαινε στον κόπο για καμιά τσιμπιά, ή κανα χτυπηματάκι στο μπράτσο ή για κανένα αγκάλιασμα από τους ώμους, πατρικό, ή συντροφικό. Ορμούσε κατ' ευθείαν στο στήθος, στους γλουτούς, στο πάνω μέρος των μηρών, κτηνώδης σαν αστραπή. Κι αυτό ακριβώς περίμενα να είναι η σεξουαλική επικοινωνία: μια έκρηξη παραφροσύνης, μια ονειρική, ανελέητη, περιφρονητική ρήξη σ' έναν κόσμο φαινομενικής ευπρέπειας»...

Για την αγάπη μιας καλής γυναίκας, της νομπελίστριας Άλις Μονρό Facebook Twitter
Τι απόλαυση –και τι ανακούφιση- να βλέπεις σπουδαίους συγγραφείς να μιλούν χωρίς πόζα!

Τίποτε πιο δύσκολο από το να συνοψίσεις τα διηγήματα της Άλις Μονρό. Γύρω από τους βασικούς ήρωες –γυναίκες κυρίως- κινούνται ένα σωρό δευτερεύοντες χαρακτήρες, οι χρονικές συμβάσεις δεν τηρούνται πάντα ενώ στην πλοκή ανοίγονται παρακλάδια που ενίοτε δεν καταλήγουν πουθενά. Το περιεχόμενο ωστόσο των ιστοριών σου φαίνεται αμέσως οικείο, καθώς είναι αντλημένο από όλα όσα σηματοδοτούν την ζωή: έρωτες, διλήμματα, μυστικά, επιθυμίες, αρρώστειες, απώλειες, εξεγέρσεις, συμβιβασμούς. Δεξιοτέχνης της υποβολής και του υπαινιγμού, η καναδή πεζογράφος ανατέμνει σε βάθος τις ανθρώπινες σχέσεις, στέκεται σε σκηνές που αρχικά μοιάζουν ασήμαντες αλλά αποδεικνύονται ευεργετικές αν όχι σωτήριες, κι όσο στενάχωρα κι αν είναι τα θέματά της, οι ιστορίες της απέχουν πολύ από το να είναι καταθλιπτικές.

Κάποιες φορές, η έκπληξη μπορεί να κρύβεται στην τελευταία παράγραφο, όπως για παράδειγμα στο διήγημα «Πώς γνώρισα τον άντρα μου», όπου μια νεαρή παραδουλεύτρα φλερτάρει μ' έναν άγνωστο, περαστικό από την πόλη, και το δένει κόμπο πως μια μέρα θα φύγει μαζί του μακρυά. Η Μονρό, εν τούτοις, δεν ενδιαφέρεται τόσο για τα όνειρα που πλάθει η κοπέλα, όσο για την καθημερινότητά της ως οικιακής βοηθού. «Ήταν η πρώτη φορά που δούλευα στη ζωή μου, αλλά είχα ήδη καταλάβει αρκετά για το πώς αισθάνονται οι άνθρωποι όταν δουλεύεις γι' αυτούς. Τους αρέσει να νομίζουν ότι δεν είσαι περίεργος. Όχι μόνο ότι δεν είσαι ανέντιμος, αυτό δεν αρκεί. Τους αρέσει να νομίζουν ότι δεν προσέχεις τίποτε, ότι δεν σκέφτεσαι ή δεν αναρωτιέσαι για τίποτ' άλλο πέρα από τι τους αρέσει να τρώνε και πώς θέλουν να σιδερώνονται τα ρούχα τους και ούτω καθεξής»...

Το εκτενέστερο διήγημα –εκατό σελίδες- της ανθολογίας είναι αυτό που έδωσε τίτλο στην συλλογή «Η αγάπη μιας καλής γυναίκας», όπου, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ένα παλιό ανεξιχνίαστο έγκλημα έρχεται και κουμπώνει με τις λάγνες φαντασιώσεις μιας μεγαλοκοπέλας. Από την ίδια συλλογή προέρχεται και το «Τα παιδιά μένουν», στο οποίο δεσπόζει, βαρύ, το τίμημα μιας συζυγικής απιστίας. Πώς είναι να νιώθεις απέχθεια για το άρρωστο κορμί που καλείσαι να φροντίσεις; Πώς μπορείς να απαλύνεις τον χρόνιο, οξύ πόνο που προκαλεί η αποξένωση απ΄τα παιδιά σου, χωρίς να καταστρέψεις ό,τι απέκτησες από τον πόνο αυτόν; Τι κάνει τόσο ισχυρό, ικανό να συντρίψει μέσα σου κάθε ισορροπία, το κλάμα ενός νεογέννητου; Τέτοια ερωτήματα απασχολούν τη Μονρό, φτάνοντας με τα διηγήματά της «το βάθος και την ακρίβεια που οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πετυχαίνουν με το σύνολο του έργου τους», όπως αποφάνθηκε η Σουηδική Ακαδημία. Κι όπως το έθεσε ο Τζόναθαν Φράνζεν, «όταν τη διαβάζω, μπαίνω σ' εκείνη την κατάσταση ήρεμου στοχασμού, όπου σκέφτομαι τη δική μου ζωή: τις αποφάσεις που έχω πάρει, τα πράγματα που έχω κάνω και που δεν έχω κάνει, το είδος του ανθρώπου που είμαι, την προοπτική του θανάτου. Ανήκει σ' εκείνη την χούφτα των συγγραφέων τους οποίους έχω στο μυαλό μου, όταν λέω ότι η πεζογραφία είναι η θρησκεία μου».

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ