Πιραντέλο στο Εθνικό

Πιραντέλο στο Εθνικό Facebook Twitter
0

 

 

Νεοαφιχθείς σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη, ο κύριος Πόνζα, υπάλληλος στη  νομαρχία, έχει αναστατώσει την τοπική κοινωνία. Η γυναίκα του δεν βγαίνει ποτέ από το σπίτι – ακόμα και με τη μητέρα της επικοινωνεί από απόσταση. Κάτι περίεργο συμβαίνει μ’ αυτούς τους τρεις, που τροφοδοτεί με ενδιαφέρον υλικό τις συζητήσεις στα σαλόνια. Τρεις κυρίες αποφασίζουν να λύσουν το μυστήριο πάση θυσία και μια άτυπη ανακριτική διαδικασία θα ξεκινήσει. Ο Πόνζα, η πεθερά του και εν τέλει η γυναίκα του θα κληθούν με τη μία ή την άλλη πρόφαση να δώσουν εξηγήσεις.

 

Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι αν έχει κανείς το δικαίωμα, ή και την υποχρέωση, να παρεμβαίνει στη ζωή τρίτων, στην περίπτωση που έχει ενδείξεις ότι κάτι κακό συμβαίνει στο σπίτι τους – αν οι υποψίες πρέπει να αντιμετωπίζονται με σιωπή και ανοχή, με ενδεχόμενο να συγκαλύπτουν εγκληματικές συμπεριφορές. Δεν είναι, ωστόσο, αυτό που απασχολεί τον ιδιοφυή Λουίτζι Πιραντέλλο (1867-1936) στο Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε) (1917). Το ζήτημα που τον απασχολεί είναι η σχετικότητα της αλήθειας και η πολυσημία της «πραγματικότητας», άρα το άτοπο των βεβαιοτήτων με τις οποίες οι άνθρωποι ρυθμίζουν τη ζωή τους.

«Μελετάω τους ανθρώπους στις πιο συνηθισμένες ασχολίες τους, μήπως και καταφέρω να ανακαλύψω σ’ αυτούς εκείνο που λείπει από μένα στο καθετί που κάνω: τη βεβαιότητα. Μήπως αυτοί, τουλάχιστον, καταλαβαίνουν αυτό που κάνουν.

Καταρχάς, ναι, μου φαίνεται πως πολλοί την έχουν αυτήν τη βεβαιότητα από τον τρόπο που κοιτάζονται και χαιρετιούνται, καθώς τρέχουν εδώ κι εκεί, πίσω από τη δουλειά ή τα καπρίτσια τους. Όταν σταματάω, όμως, για να τους κοιτάξω για λίγο βαθιά στα μάτια με τα δικά μου, προσεχτικά και σιωπηλά, αμέσως βλέπω τα δικά τους να σκοτεινιάζουν. Μερικοί, μάλιστα, αναστατώνονται τόσο ώστε αν συνέχιζα λίγο ακόμη να τους παρατηρώ, θα με προσέβαλαν ή θα μου επιτίθεντο» γράφει στην αρχή του Κινηματογραφιστή (QuadernidiSerafinoGubbio, operatore, 1925).

«Τι μπορούμε να ξέρουμε πραγματικά για τους άλλους;» αναρωτιέται ο Λαουντίζι, το πλέον κρίσιμο πρόσωπο στην πινακοθήκη του Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, σύγχρονη εκδοχή ενός σαιξπηρικού τρελού που λέει τις αλήθειες που κανείς δεν θέλει ή δεν μπορεί να δεχθεί. Θα δώσει εμμέσως την απάντηση από την πρώτη κιόλας σκηνή του έργου: αν οι πληροφορίες που μου δίνουν οι αισθήσεις μου δεν συμπίπτουν με τις δικές σου για το ίδιο πράγμα, τότε δεν μιλάμε για την ίδια «πραγματικότητα». Πώς μπορεί να πιστεύει κάποιος ότι ξέρει τι συμβαίνει με τους άλλους, όταν ούτε για τον εαυτό μας δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι (από τη στιγμή που καθένας από τους γύρω μας έχει διαφορετική ιδέα γι’ αυτό που οι ίδιοι νομίζουμε ότι είμαστε, και με δεδομένο ότι η προσωπικότητα είναι διαρκώς εξελίξιμη). Ζωή σημαίνει αλλαγή, μεταβολή, που αφορά εξίσου τον παρατηρητή και τον παρατηρούμενο. «Να είσαι, δεν θα πει τίποτα. Να είσαι, θα πει να γίνεσαι» λέει η «Άγνωστη» σ’ ένα μεταγενέστερο έργο του, στο Όπως με θέλεις (1929-30).

Όσο το έργο εξελίσσεται, θα δοθούν τέσσερις εξηγήσεις/εκδοχές για το τι συμβαίνει στην «πραγματικότητα». Ούτε οι Αρχές με τα λογής πιστοποιητικά τους, ούτε οι μάρτυρες που εντοπίζονται μπορούν να πουν με βεβαιότητα ποια απ’ όλες είναι η «σωστή». Μεταξύ άλλων σημαντικών, δηλαδή, ο Πιραντέλλο θίγει εδώ και το μείζον δράμα της αδυναμίας ασφαλούς διάκρισης του αληθούς από το ψευδές. Ανοίγοντας μια παρένθεση, να θυμίσω ότι ήδη από το β’ μισό του 5ου αι. φιλόσοφοι και σοφιστές/δάσκαλοι της ρητορικής αρνούνταν την ύπαρξη της αντικειμενικής πραγματικότητας, αντιμετωπίζοντας την αλήθεια ως υποκειμενικό φαινόμενο. Τους απασχόλησε το μη αναγώγιμο του πραγματικού στον λόγο (ένα απλοϊκό παράδειγμα: το τριαντάφυλλο είναι κόκκινο – αλλά τι σημαίνει κόκκινο, και μπορείς να το περιγράψεις σ’ έναν τυφλό;)  Έπειτα, μια αισθητή παράσταση μπορεί να είναι εσφαλμένη, όντας αληθινή – τρεις αυτόπτες μάρτυρες δεν θα περιγράψουν όμοια το ίδιο γεγονός. Ο Πρωταγόρας  αρνιόταν την ισχύ του νόμου της αντίφασης και πίστευε ότι όλες οι γνώμες των ανθρώπων είναι αληθινές. Ο Αριστοτέλης του απάντησε: αν δεχθούμε, όμως, ότι καμιά πρόταση δεν μπορεί να είναι αντικειμενικά αληθινή, δεν θα είναι αληθινή και αυτή η πρόταση που λέει ότι δεν ισχύει ο νόμος της αντίφασης.

Μα, τότε, τι γίνεται στο πεδίο της θεσμικής απονομής δικαιοσύνης; Αν η αλήθεια (αυτό που πραγματικά συνέβη), για να νοηθεί ως τέτοια, πρέπει να είναι αληθοφανής και χρειάζεται τις δυνατότητες της Πειθούς και τα ρητορικά τεχνάσματα για να επιβληθεί;.

Δύσκολα ζητήματα. Και πώς να ζήσεις χωρίς βεβαιότητες «ασφαλείας»; Ο Πιραντέλλο μοιάζει να λέει ότι το πρόβλημα ακυρώνεται από τη στιγμή που θα δεχθούμε ότι η αλήθεια δεν είναι μία και ότι καλό και σωστό δεν είναι κατ’ ανάγκην αυτό που εμείς πιστεύουμε ως τέτοιο. Η ζωή συνεχίζεται απρόσκοπτα, αρκεί να σεβόμαστε αυτά που εκφράζουν οι άλλοι, ακόμα κι αν είναι εντελώς διαφορετικά απ’ αυτά που πιστεύουμε εμείς. Κόλαση δεν είναι οι άλλοι, τουλάχιστον όχι περισσότερο απ’ όσο μπορεί να είναι κόλαση ο ίδιος ο εαυτός μας.

Για καλή του τύχη, τα φιλοσοφικά ζητήματα που απασχόλησαν επίμονα τον συγγραφέα στο σύνολο του έργου του ήταν τέτοιας ποιότητας, που βρήκαν στο θεατρικό σανίδι τον ιδανικό τόπο και τρόπο για να εκτεθούν. Πώς να μιλήσεις καλύτερα για τις ψευδαισθήσεις της πραγματικής ζωής, αν όχι μέσα από τις ψευδαισθήσεις της σκηνής; Η θεατρικότητα γίνεται ουσία που ξεπερνά και ενοποιεί τα διαφορετικά επίπεδα ψευδαίσθησης μεταξύ σκηνής/επινόησης και πλατείας/πραγματικότητας. Ο Δημήτρης Καραντζάς αξιοποίησε στην παράστασή του στην Κεντρική Σκηνή αυτό το μείζον χαρακτηριστικό της δραματουργίας του και έστησε το Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε) σαν σκηνικό παιχνίδι που καμία σχέση δεν θέλει να έχει με τον ρεαλισμό. Οι δραματικοί τόποι (σαλόνι και γραφείο) έγιναν μια θεατρική σκηνή εντός της αχανούς μαύρης σκηνής του θεάτρου, στην οποία η ιστορία εξελίσσεται ως φάρσα, ως παιγνιώδης αντιστροφή ενός σοβαρού αστικού δράματος. Οι κινήσεις, οι φωνές, οι συμπεριφορές των προσώπων μεγεθύνθηκαν (ενίοτε σε βαθμό ενοχλητικό): με κάποιες εξαιρέσεις (τον έξοχο Κώστα Μπερικόπουλο στον ρόλο του ρεζονέρ Λαουντίζι, την Ξένια Καλογεροπούλου, την Υβόννη Μαλτέζου), οι ηθοποιοί της παράστασης υπηρέτησαν θαυμάσια την «παράλογη» σκηνοθετική ερμηνεία. Η οποία, αν και συμβατή προς το θέατρο του Πιραντέλλο, επιτρέπει να προβληματιστούμε ως προς το εξής: μήπως πρέπει να εμπιστευτούμε ξανά και να διερευνήσουμε τον ρεαλιστικό τρόπο; Ταλαντούχοι σκηνοθέτες της νέας γενιάς από τους οποίους πολλά περιμένουμε, όπως ο Έκτωρ Λυγίζος και ο Δημήτρης Καραντζάς, αντιμετωπίζουν διαφορετικά έργα με παρόμοιο τρόπο, ομογενοποιώντας τα, με ερμηνείες που αρνούνται να δοκιμάσουν και να δοκιμαστούν στην απόδοση της «πραγματικής» ψευδαίσθησης, της ψευδαίσθησης της πραγματικότητας, όπως θα την αποτύπωνε μια σύγχρονη ρεαλιστική ερμηνεία.

Κατά τ’ άλλα, η παράσταση αποτελεί μια θαυμάσια δουλεμένη, συλλογική εργασία, όπου όλα τα στοιχεία (η υποκριτική, η κίνηση της Σταυρούλας Σιάμου, η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή, τα σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου, τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου) συμπληρώνουν και αναδεικνύουν το ένα το άλλο.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στη νέα παράσταση του Γιώργου Κουτλή παίζουν μόνο νέοι ηθοποιοί

Θέατρο / Στη νέα παράσταση του Γιώργου Κουτλή παίζουν μόνο νέοι ηθοποιοί

Ένας από τους σημαντικότερους νέους σκηνοθέτες του ελληνικού θεάτρου ανεβάζει την «Αντιγόνη» του Ανούιγ με είκοσι νέους ηθοποιούς, ακολουθώντας έναν διαφορετικό τρόπο δουλειάς που του αποκάλυψε πράγματα για τον εαυτό του, σκηνοθετικά και προσωπικά.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Αλφρέδο Άριας: «Οι καλλιτέχνες είναι οι πρώτοι που εξαφανίζουν οι δικτατορίες»

Αλφρέδο Άριας / Αλφρέδο Άριας: «Οι καλλιτέχνες είναι οι πρώτοι που τους εξαφανίζουν οι δικτατορίες»

Λίγο πριν από την πρεμιέρα της όπερας «Monsieur Vénus», που βασίζεται σε ένα από τα πιο προκλητικά έργα του 19ου αιώνα, ο διάσημος Αργεντινός σκηνοθέτης αφηγείται την πλούσια διαδρομή του στο θέατρο, στην όπερα και στον κινηματογράφο.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία κάνει και τους άντρες να κλαίνε»

The Review / Θωμάς Μοσχόπουλος: «Η πατριαρχία κάνει και τους άντρες να κλαίνε»

Ο συγγραφέας και σκηνοθέτης, Θωμάς Μοσχόπουλος, πήρε το κλασικό αριστούργημα του Στρίντμπεργκ, άλλαξε το φύλο της ηρωίδας και εξηγεί γιατί η Δεσποινίς Τζούλια έγινε Κος Ζύλ, ένας νεαρός ομοφυλόφιλος αριστοκράτης.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
To «Τζένη Τζένη» του '26 δεν είναι αυτό που περιμένεις

Θέατρο / To «Τζένη Τζένη» του '26 δεν είναι αυτό που περιμένεις

Στην ταινία του 1966 θριάμβευε το φως, το ελληνικό καλοκαίρι και η αγάπη. Στην παράσταση που σκηνοθετεί σήμερα ο Νίκος Καραθάνος βλέπει «το τελευταίο δειλινό πριν έρθει η νύχτα», ψάχνει το happy end και κοιτάζει με νοσταλγία μια εποχή αθωότητας που έχει οριστικά χαθεί.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Η Κίττυ Παϊταζόγλου πιστεύει ότι η συναίνεση είναι μια πολύ εύθραυστη λέξη

Θέατρο / Κανείς δεν θα κάνει την Κίττυ στην άκρη

Μια από τις πιο ταλαντούχες και ιδιαίτερες ηθοποιούς της γενιάς της, η Κίττυ Παϊταζόγλου, μιλά στη LifO για το τολμηρό έργο «Συναίνεση» στο οποίο πρωταγωνιστεί αλλά και για την εμπειρία της με τον σκηνοθέτη Ούλριχ Ράσε το καλοκαίρι που μας πέρασε.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Λέσλι Τράβερς: «Η όπερα είναι ένας κόσμος χωρίς όρια»

Θέατρο / Ο Λέσλι Τράβερς πήγε τη σκηνογραφία σε άλλο επίπεδο. Δες εδώ μαγεία

Με αφορμή τη νέα παραγωγή της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ο διακεκριμένος σκηνογράφος μιλά για τη δύναμη της μουσικής να γεννά εικόνες και την όπερα ως ένα από τα πιο ζωντανά καλλιτεχνικά πεδία.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Εύη Σαουλίδου / Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Μια από τις πιο προσηλωμένες στην τέχνη της ηθοποιούς της γενιάς της θα ζωντανέψει επί σκηνής μαζί με τέσσερις άντρες, σε μια ελεύθερη θεατρική διασκευή, την ταινία του Μάρκο Φερέρι «Το μεγάλο φαγοπότι».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Θέατρο / Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου ανεβάζει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ το τελευταίο διήγημα του Κάφκα, βλέποντας σε αυτό μια εξαιρετικά επίκαιρη αλληγορία για την προσπάθεια της τέχνης να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν τη θεωρεί απαραίτητη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό με νέα, φρέσκια ματιά

The Review / Σε κάποιους άρεσε ο «Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό

Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Χρήστος Παρίδης διαβάζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παράσταση του Εθνικού, θυμούνται τους «Βυσσινόκηπους» που έχουν δει και ξεφυλλίζουν τη θαυμάσια μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Έρευνα / Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Τι χρειάζεται, τελικά, για να βγει μια παράσταση έξω από την Ελλάδα; Ποιος στηρίζει τους καλλιτέχνες; Ποια έργα «αρέσουν» στους ξένους; Ζητήσαμε από τους Έλληνες δημιουργούς Δημήτρη Παπαϊωάννου, Πρόδρομο Τσινικόρη, Ανέστη Αζά, Γιώργο Βαλαή, Χρήστο Παπαδόπουλο, Ευριπίδη Λασκαρίδη, Πατρίσια Απέργη και Μάριο Μπανούσι να μοιραστούν την πορεία του ταξιδιού τους.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μπήκαμε στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Θέατρο / Στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης εξηγεί τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την όπερα του Ντονιτσέτι, «μουτζουρώνοντας» το μπελ κάντο του συνθέτη με ηχητικές παρεμβολές πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Θέατρο / O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Ο μουσικός εξηγεί πώς από το έργο του Φραντς Κάφκα εμπνεύστηκε την ομώνυμη μουσική περφόρμανς θέλοντας να μιλήσει για τον τρόπο που ακόμα και η υποψία του φόβου παραλύει τον άνθρωπο, ενώ ουσιαστικά παγιδεύεται από τον ίδιο του τον εαυτό.
M. HULOT