Από τη Χίο, όπου γεννήθηκα, δεν έχω μνήμες, γιατί φύγαμε για Καναδά όταν ήμουν ενάμισι έτους. Η οικογένεια του πατέρα μου είναι χιακής καταγωγής, της μητέρας μου από τη Μικρά Ασία και είχαν έρθει πρόσφυγες με τον δεύτερο διωγμό. Ακόμα και τώρα το σπίτι της γιαγιάς μου στη Χίο βρίσκεται στον προσφυγικό καταυλισμό. Μέχρι και τη Β’ Δημοτικού ζήσαμε στο Μόντρεαλ. Οι πρώτες μου μνήμες, ακόμα και η γλώσσα που μίλησα στον παιδικό σταθμό, ήταν τα αγγλικά – τότε η γαλλική γλώσσα δεν είχε ακόμα την επισημότητα που έχει τώρα. Διάφορες εθνικότητες, όλο αυτό το κομμάτι ήταν πολύ έντονο, αλλά για κάποιον λόγο το απώθησα όλα αυτά όταν ήρθαμε στην Ελλάδα. Έπρεπε να προσαρμοστούμε.

 

• Έχω δύο αδερφές, η μία είναι στον χώρο, ηθοποιός κι εκείνη ‒ξεκίνησε πιο νωρίς από μένα‒, η άλλη σε κάτι παρεμφερές, backstage, στο Μέγαρο Μουσικής, στο ενδυματολογικό κομμάτι. Ο πατέρας μου δούλευε ως καπετάνιος, καταγόμαστε παραδοσιακά από ναυτική οικογένεια καπετάνιων και μηχανικών. Εγώ έσπασα, μάλλον, την αλυσίδα. Η μητέρα μου ξεκίνησε να φινιρίζει γούνες στα ’70s, στον Καναδά. Μετά άρχισε να πέφτει η γούνα και μεταπήδησε στο εμπόριο. Ακόμα και τώρα ασχολείται με είδη προικός.

 

Υπήρχαν κάποιες καλλιτεχνικές αναφορές, ας πούμε ο παππούς μου έπαιζε μαντολίνο, έγραφε κανένα στιχάκι, ως πρόσφυγας είχε την ανάλογη ιδιοσυγκρασία. Από το σόι του πατέρα μου, λόγω αστικής καταγωγής, η αδερφή του έκανε πιάνο, λίγη ζωγραφική με μαθήματα δι’ αλληλογραφίας, γαλλικά, τέτοια πράγματα. Κανείς δεν είχε ασχοληθεί επαγγελματικά όμως.

 

• Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, μείναμε έναν χρόνο στον Κορυδαλλό, σε μια πενταώροφη πολυκατοικία, στη Γρηγορίου Λαμπράκη, κοντά στις φυλακές. Παίζαμε, θυμάμαι, σε ένα καμένο σινεμά εκεί κοντά. Κατέβαινα κάτω μόνος μου, 7-8 χρονών, περπάταγα, έμπαινα στον εγκαταλελειμμένο χώρο, σχολείο πήγαινα μόνος μου, δεν έτρεχε τίποτα. Τα σκέφτομαι αυτά τώρα που έχω παιδιά, αδιανόητα πράγματα! Μετά από έναν χρόνο μετακομίσαμε στο Χαλάνδρι, όπου και ζω μέχρι σήμερα, στο Πολύδροσο.

 

Στο σανίδι, στην πρόβα, στη διαδικασία του αυτοσχεδιασμού, ο Τερζόπουλος, μας μάθαινε να θέτουμε οι ίδιοι κάθε φορά τον πήχη. Σαφώς ήταν αυτός απ’ έξω να σπρώχνει, να κατευθύνει, αλλά κάθε φορά ανακάλυπτα πού θα πήγαινε. Παραπέρα; Πόσο παραπέρα έχει; Καμιά φορά, από ανασφάλεια βάζουμε όρια πολύ γρήγορα

 

• Ήταν πολύ ελεύθερη η παιδική μου ηλικία, και τα προεφηβικά χρόνια και μετά, στη δεκαετία του ’80 και του ’90. Υπήρχε σκληρότητα, αλλά με έναν περίεργο τρόπο, χωρίς την υπερπληροφόρηση και το σημερινό στρεσάρισμα των γονιών. Τότε η τάση ήταν να σχηματίζονται ομάδες ανάλογα με τη μουσική που ακούγαμε. Εγώ δεν ήμουν ποτέ ταυτισμένος με κάποια φυλή, αλλά είχα τους κολλητούς μου, που περάσανε από το hard rock, μετά το σκληρύναμε, γίνανε μεταλάδες κάποιοι, ακόμα πιο σκληροί, thrash metal κ.λπ. Εμένα ο πρώτος μου δίσκος ήταν του Μπρους Σπρίνγκστιν, το «Born in the USA». Δεν θα τον ξεχάσω, όπως ούτε και το εξώφυλλο, με την κωλότσεπη. Ακόμα τον αγαπώ πολύ αυτόν τον καλλιτέχνη. Ίσως επειδή με συνδέει πολύ με το αγγλόφωνο κομμάτι μέσα μου, με τον Καναδά.

 

Μετά περάσαμε από Scorpions και Metallica, εγώ όμως ποτέ δεν κόλλησα, ούτε ενδυματολογικά ‒ δεν μου άρεσαν οι στάμπες, γενικά είχα ένα θέμα με τα σύμβολα. Φλέρταρα μια εποχή με το ροκαμπίλι, ίσως μου ταίριαζε πιο πολύ. Το rock’n’roll τότε μας είχε συνεπάρει, είχε μια αλητεία. Είχαμε φτιάξει και μια συμμορία στα 15 μας, που λεγόταν Rats, φοράγαμε κάτι τζιν μπουφάν με ραμμένα πίσω αυτοσχέδια σύμβολα. Γενικά, υπήρχε μια τάση με συμμορίες τότε, γίνονταν κόντρες, έπεφτε ξύλο, αλλά όχι τραβηγμένα πράγματα.

 

Αντώνης Μυριαγκός
Εγώ μεγάλωσα σε μια ελληνική κοινωνία όπου μου έλεγαν όλοι «σκάσε, μη μιλάς, άσε τι κάνει ο άλλος, τον εαυτούλη σου να κοιτάς». Αναδύεται μια καινούργια συνείδηση, ειδικά για τις νεότερες γενιές, και είμαστε όλοι μαζί σε αυτό. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

• Η Καλών Τεχνών προέκυψε με πολύ φυσικό τρόπο. Δεν ήξερα την ύπαρξή της μέχρι το λύκειο, ώσπου μια καθηγήτριά μου, Φυσικός, στο 2ο Λύκειο Χαλανδρίου, που με έβλεπε που ζωγράφιζα, με ρώτησε «το ξέρεις ότι υπάρχει σχολή γι’ αυτό;». Είχα αποπροσανατολιστεί, δεν ήμουν και πολύ καλός μαθητής, ή του ύψους ή του βάθους, και κάποια στιγμή λέω στον πατέρα μου: «Θα το αφήσω το σχολείο, θα πάω Τεχνικό, να γίνω ψυκτικός». Ο πατέρας μου, προς τιμήν του –αν μου τύχαινε εμένα τώρα, θα με έπιανε πανικός, δεν θα ήξερα πώς να το χειριστώ–, ήταν πολύ ψύχραιμος. Είχα μείνει μετεξεταστέος στη χημεία και μου είπε «δώσε το μάθημα και βλέπουμε». Και όντως ήταν της στιγμής.

 

Η καθηγήτρια εκείνη, λοιπόν, επειδή και ο γιος της έκανε σχετική προετοιμασία, μου συνέστησε ένα φροντιστήριο, πολύ διάσημο εκείνη την εποχή, τον Στέφο στην Κυψέλη. Β’ Λυκείου αποφάσισα να ξεκινήσω προετοιμασία. Μετά διέκοψα για λίγο, στη Γ’ Λυκείου, το ’91, είχαμε όλη εκείνη τη μεγάλη δίμηνη-τρίμηνη κατάληψη, ήταν εποχές Τεμπονέρα. Θυμάμαι να έρχονται όλες οι παρατάξεις στα κάγκελα του σχολείου για να μας καπελώσουν, ενώ εμείς προσπαθούσαμε να είμαστε αποστασιοποιημένοι. Έδωσα εξετάσεις την πρώτη φορά, δεν πέρασα, και μπήκα με τη δεύτερη.

 

• Ωραία περίοδος η Καλών Τεχνών. Έχω την αίσθηση ότι, μετά το σχολείο, είναι σημαντικό να βρεθείς σε μια μεγαλύτερη παρέα ανθρώπων μέσα από μια διαδικασία μαθησιακή. Να μην μπεις αμέσως στο κομμάτι της αγοράς, ειδικά η εποχή μας δεν το σηκώνει. Σπούδασα ζωγραφική στο εργαστήρι του Κοκκινίδη και έπειτα στον Μυταρά. Ήμουν αρκετά κολλημένος, είχα ανάλογες παρέες και μάλιστα θυμάμαι ότι με την αδελφή μου, την Καλιρρόη, που είχε μπει ήδη στο επάγγελμα, είχαμε κόντρα, κάπως υποτιμούσα τον κόσμο του θεάτρου.

 

Όμως, στα φοιτητικά μου χρόνια έβγαζα χαρτζιλίκι στο Μέγαρο Μουσικής ‒ ήταν τα ’90s, η χρυσή δεκαετία του Μεγάρου, όπου έπαιζα ως κομπάρσος στις όπερες. Μετέπειτα σκέφτηκα ότι ένιωθα καλά με τη διαδικασία της σκηνής. Από μικρός είχα την επιθυμία να ντύνομαι, να υποδύομαι, να μπαίνω σε έναν ρόλο, να φτιάχνω αυτοσχέδια κοστούμια, μου άρεσε πολύ και το σινεμά, αλλά νομίζω ότι πολλά παιδιά το περνάνε αυτό.

 

• Μετά, πήγα στρατό, 18 μήνες, είχα κι ένα πέρασμα από τη Χίο, γύρω στο επτάμηνο, επειδή το ΑΣΜ μου ήταν χιώτικο. Ήμουν 26 χρονών όταν πήγα στρατό, ούτε μικρός ούτε μεγάλος. Υπήρχαν τότε τα τμήματα του ελληνικού στρατού που ήταν έξω, στο Κόσοβο και στη Βοσνία, πέντε χρόνια μετά τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, όπου υπηρετούσαν και κάποιοι έφεδροι, πέρα από τους μόνιμους, επί πληρωμή. Αρκετά λεφτά. Δεν κινδύνευαν, είχε τελειώσει ο πόλεμος, αλλά τα πράγματα ήταν ακόμα ρευστά, ειδικά στο Κόσοβο, όπου υπήρχαν αρκετοί ακροβολιστές. Έκανα τα χαρτιά μου και πήγα. Σκέφτομαι τώρα γιατί πήγα. Οk, ήταν το οικονομικό που με έκαιγε, μου ήταν δύσκολο να περνάει ο καιρός κι εγώ να ζητάω λεφτά. Αλλά ήθελα να δω και πώς ήταν αυτή η χώρα μετά τον πόλεμο. Ένα κομμάτι μέσα μου είχε περάσει απ’ όλο αυτό το ρεύμα του Κουστουρίτσα, το Underground, το Balkan στα ’90s, το έθνικ. Είχα αρχίσει να φλερτάρω και με τα κρουστά, όταν ήμουν τριτοετής παίζαμε σε ταβέρνες ρεμπέτικα, λαϊκά, είχα κάνει κάποια μαθήματα.

 

Για επτά μήνες, λοιπόν, έμεινα σε ένα στρατόπεδο 28 χιλιόμετρα από το Σαράγιεβο, κοντά στο χωριό Βίσοκο – λίγο πιο κάτω ήταν το πατρικό του Κουστουρίτσα. Με το που φτάσαμε, Χριστούγεννα, βρέθηκε μαζί μας η Ελένη Πέτα, καλεσμένη, να μας τραγουδήσει. Συγκατοικούσαμε με Πορτογάλους και Βούλγαρους και το catering ήταν επιπέδου πεντάστερου ξενοδοχείου. Οι παροχές ήταν γενικά καλές, αλλά φαντάσου ένα στρατόπεδο με αντίσκηνα μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Πολύ κρύο τον χειμώνα, αλεξίσφαιρα, τα όπλα πάντα γεμάτα. Αυτό που θυμάμαι χαρακτηριστικά είναι οι τάφοι. Όταν είχαμε έξοδο πηγαίναμε στο Σαράγιεβο, το «Παρίσι των Βαλκανίων», ένα σταυροδρόμι απίστευτο. Έβλεπα παντού σταυρούς, στην πλατεία, στα πάρκα, δίπλα από το Holiday Inn, εκεί όπου έμεναν οι δημοσιογράφοι ‒ η μισή του πρόσοψη είχε φαγωθεί. Δεν είχαν πού να θάψουν τους νεκρούς. Εικόνες, συναναστροφές, είχα την ευκαιρία να συνδιαλλαγώ με πολλές εθνικότητες. Είχε ενδιαφέρον, τελικά, η όλη ιστορία.

 

Αντώνης Μυριαγκός
Η ελληνική είναι μια αρκετά σκληρή πατριαρχική κοινωνία και κάπως βρισκόμαστε στην αρχή του τέλους της. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

• Επιστρέφοντας, με τα λεφτά που είχα μαζέψει, νοίκιασα με έναν φίλο κατευθείαν ένα σπίτι στην Κηφισιά, μια παλιά μονοκατοικία κάτω από το τρένο, που μετά τον σεισμό του ’99 ήθελε επισκευή κι έτσι κρατήσαμε χαμηλό το ενοίκιο. Κάναμε τότε πολύ ωραία πάρτι και είχα μετατρέψει σε ατελιέ το μισό σπίτι. Ετοιμαζόμουν για μια ατομική έκθεση, αλλά μου γύρισαν όλα ανάποδα. Ο συγκάτοικός μου έχασε τον πατέρα του, τελείωσε και η σχέση που είχα, ήταν μια χρονιά δύσκολη και είχα αρχίσει να νιώθω ότι ο μοναχικός δρόμος του εικαστικού καλλιτέχνη που δουλεύει ώρες στο ατελιέ κάπως δεν μου πήγαινε.

 

Τα παράτησα και την επόμενη χρονιά πήγα στο θεατρικό εργαστήρι του Εμπρός. Είχα δασκάλους τον Καταλειφό, την Άννα Μακράκη, την κόρη της, την Μπέττυ Νικολέση, τον Τάσο Μπαντή… Η αδελφή μου ήταν η μόνη στην οποία κατάφερα να το εκμυστηρευτώ, έχοντας ενοχές που τόσα χρόνια ξόδευα λεφτά και μου τη βάρεσε σε ηλικία που δεν ήμουν πιτσιρίκι. Ήταν πολύ ενθαρρυντική. Είχα ενδοιασμούς για πολλά χρόνια, ακόμα και αφού τελείωσα τη σχολή και δούλευα. Δεν μου ήταν εύκολο να θεωρήσω ότι είμαι επαγγελματίας ηθοποιός, να αυτοαποκαλούμαι ηθοποιός, είχα μια περίεργη απώθηση. Σκεφτόμουν «και πόσο θα σε ζήσει τώρα αυτό;». Όμως διαψεύστηκα γιατί ζούσα και ζω από αυτό.

 

cover 675
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Πρώτη μου επαγγελματική συνεργασία, με συμβόλαιο δηλαδή, ήταν με τον Θόδωρο Τερζόπουλο. Είχα κάνει πριν μια δουλειά, στην Πειραματική του Εθνικού, που είχε οργανώσει τότε ο Λιβαθινός. Όμως στην ουσία ξεκίνησα στο Άττις και μάλιστα η πρώτη μου εμπειρία ήταν μια αντικατάσταση, σε ρόλο που είχε κάνει και ο Γιάννης ο Στάνκογλου, στους Επιγόνους, αποσπάσματα από χαμένες τραγωδίες του Αισχύλου.

 

Μου λέει τότε ο Τερζόπουλος: «Ετοιμάσου, βγάλε διαβατήριο, φεύγουμε για Μεξικό και Γερμανία». Το ντεμπούτο μου ήταν το 2005 στο Μεξικό, στο Γκουαναχουάτο, μια πόλη κάνα δίωρο έξω από το Μέξικο Σίτι, όπου γίνεται κάθε χρόνο ένα διεθνές φεστιβάλ. Πήγα τότε και στο σπίτι του Ντιέγκο Ριβέρα ‒ ένα κομμάτι μέσα μου πάντα στρεφόταν προς τα εικαστικά. Έτσι ξεκίνησα και συνέχισα, πήρε τον δρόμο του όλο αυτό.

 

• Κλείσαμε 16 χρόνια συνεργασίας με τον Τερζόπουλο. Μόνο καλά πράγματα μπορώ να πω. Είχα την τύχη να μπω στον χώρο και να με «πατρονάρει» ένας τέτοιος σκηνοθέτης, γιατί, κακά τα ψέματα, παίζει πολύ ποιος σε συστήνει στην αγορά. Θα ’θελα να πιστεύω ότι δεν θα έχουν σημασία αυτά μετά από χρόνια, αλλά τότε ήταν κάτι. Με χαλύβδωσε, με δυνάμωσε η συνεργασία μας, γιατί απαιτεί να ασκηθείς, να έχεις έναν πολύ γερό ψυχισμό, χωρίς να χάσεις βέβαια και την ευαισθησία σου, μη γίνεις σκληροπυρηνικός.

 

Επίσης, απαιτεί καλή φυσική κατάσταση, αλλά, περισσότερο απ’ όλα, να μπορείς να έρθεις αντιμέτωπος με τα όριά σου, με τα όρια που εσύ ο ίδιος θέτεις κάθε φορά στον εαυτό σου και όχι με αυτά που σου επιβάλλονται ‒ μιλάμε πάντα καλλιτεχνικά. Στο σανίδι, στην πρόβα, στη διαδικασία του αυτοσχεδιασμού, μας μάθαινε να θέτουμε οι ίδιοι κάθε φορά τον πήχη. Σαφώς ήταν αυτός απ’ έξω να σπρώχνει, να κατευθύνει, αλλά κάθε φορά ανακάλυπτα πού θα πήγαινε. Παραπέρα; Πόσο παραπέρα έχει; Καμιά φορά, από ανασφάλεια βάζουμε όρια πολύ γρήγορα.

 

• Δεν μπορώ να περιγράψω τη μέθοδο του Τερζόπουλου, γιατί είναι μια πολύ πρακτική δουλειά, αλλά αυτό που μπορώ να πω είναι ότι είναι πολύ επώδυνη και την ίδια στιγμή πολύ ευχάριστη διαδικασία για τον ηθοποιό πάνω στη σκηνή. Ξεχνάς ό,τι ξέρεις για το θέατρο. Υπάρχουν άλλες νόρμες, άλλοι όροι και πάντα αφήνεις πράγματα ανοιχτά, γιατί το σώμα είναι ανοιχτό, οι άξονές του είναι ανοιχτοί. Δεν είναι, βέβαια, εύκολο να διοχετευτεί αυτό το πράγμα σε οτιδήποτε άλλο, παρ’ όλα αυτά για τον ηθοποιό νομίζω ότι είναι μια προίκα. Βέβαια, είχαμε την πολυτέλεια να μην κυνηγάμε το αποτέλεσμα.

 

Υπήρξαν περίοδοι, ειδικά για τις πιο παλιές γενιές, στα ’80s και στα ’90s, με αξιόλογους, πιο σημαντικούς ηθοποιούς από μένα, που έδωσαν τα πάντα σε αυτό το θέατρο, όπως ο Τάσος Δήμας, η Σοφία Μιχοπούλου, ο Άκης Σακελλαρίου, ο Γιώργος Συμεωνίδης, η Εύρη Σωφρονιάδου, ο Δημήτρης Σιακάρας κι άλλοι πολλοί. Εμείς «πατήσαμε» πάνω σε αυτούς. Εγώ βρέθηκα στην τελευταία φάση, μαζί με μια ομάδα ηθοποιών όπως ο Σάββας Στρούμπος, ο Μελέτης Ηλίας και, βέβαια, η Σοφία Χιλλ, με την οποία δουλεύουμε μαζί πολλά χρόνια.

 

Αντώνης Μυριαγκός
Κάθε φορά που γυρνάω από την πρόβα, ειδικά σε περιόδους που είμαστε στην τελική ευθεία και το πράγμα ζορίζει, όσο μπλοκαρισμένος κι αν είμαι, είναι καταλύτης η επαφή με τα παιδιά και τη γυναίκα μου. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

• Για μένα, προσωπικοί σταθμοί θα έλεγα ότι ήταν το «Μάουζερ», το «Αμόρ» και η συνεργασία μου στη Φιλαδέλφεια, στην Αμερική, όπου έκανα τον Κρέοντα στην «Αντιγόνη» του Τερζόπουλου με Αμερικανούς ηθοποιούς. Γενικά, η εμπειρία του έξω. Ειδικά οι παλιότερες γενιές το έζησαν πολύ έντονα, ήταν με μια βαλίτσα στο χέρι, σε μια εποχή που εδώ τα πράγματα ήταν πολύ κλειστά στο θέατρο. Νομίζω ότι άρχισαν να ανοίγουν από τον Λούκο, μετά ακολούθησε η Στέγη, σχετικά πρόσφατα.

 

Για μας ήταν πολύ δυνατό που ταξιδεύαμε, είχαμε μια παράσταση και άλλες δύο στο συρτάρι που θα μπορούσαμε να παίξουμε. Το κοινό, ανεξάρτητα από τα γλωσσικά χαρακτηριστικά και την κουλτούρα που κουβαλά, αντιλαμβάνεται την παγκόσμια γλώσσα του θεάτρου. Η εκδήλωση αλλάζει. Οι Ταϊβανέζοι, ας πούμε, είναι πολύ μεσογειακοί, δεν έχουν την εγκράτεια των Ιαπώνων. Μας λείπουν όλα αυτά με την πανδημία.

 

• Είναι μεγάλο το αποτύπωμα του Άττις, αλλά δεν είμαι σε θέση να το αποτιμήσω. Θα το δείξει η ιστορία από μόνη της. Σαφώς χαίρει εκτίμησης και μεγάλης αποδοχής, αλλά η γλώσσα αυτή, που είναι εν εξελίξει και αρκετά επαναστατική, δεν έχει γίνει mainstream. Αν είχε επηρεάσει τα πάντα, δεν θα ήταν αυτό που είναι, οπότε χαίρομαι που επηρεάζει με μια άλλη αίσθηση του χρόνου τα πράγματα.

 

• Όταν μου έκανε την πρόταση (σ.σ. για τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους») ο Θάνος Παπακωνσταντίνου το καλοκαίρι, κάπου τρόμαξα, στριμώχτηκα. Σαφώς δεν ήθελε να κάνει τη βιογραφία του Σολωμού, ούτε εγώ παριστάνω τον Διονύσιο Σολωμό. Ο Θάνος παίζει πολύ με τα υλικά με τολμηρό τρόπο, με τα σύμβολα και με τις ιδέες. Κάπου αλλού θέλει να καταλήξει. Θέλει τόλμη να ασχοληθείς με αυτά τα θέματα που έχουν ενδυθεί την παλινόρθωση, τα 200 χρόνια, τη φουστανέλα, το καριοφίλι, τον Καραϊσκάκη…

 

Στοχεύουμε στον πυρήνα της σκέψης του Σολωμού και στο τι σημαίνει για τον καθένα «ελεύθεροι πολιορκημένοι». Από μόνος του ο τίτλος δεν είναι πολύ αντιφατικός; Αυτό ανακάλυψα κι εγώ για τον Σολωμό, γιατί μέχρι τώρα, πέρα από τη Γυναίκα της Ζάκυθος, που είχα κάνει με τον Καταλειφό στη σχολή, τι ήξερα; Τις δύο πρώτες στροφές του «Ύμνου». Κατάλαβα ότι μέσα από αυτή την αντίφαση εκτοξεύει την ιδέα της ελευθερίας, με απλές λέξεις. Εγώ, λοιπόν, υποδύομαι τον δημιουργό. Υπάρχουν τρία σχεδιάσματα, όπου βλέπουμε τη φιγούρα του καλλιτέχνη να παλεύει με τις ιδέες, με τις λέξεις. Εγώ δεν απαγγέλλω την ποίησή του, έχω να κοινωνήσω τις προθέσεις του. Ξέρει πολύ καλά πού θέλει να το πάει, δεν ξέρει ακριβώς το πώς.

 

• Είμαι λίγο αμήχανος με το κομμάτι του live streaming. Είναι η πρώτη μου φορά, μέχρι τώρα είχαμε συνηθίσει οι θέσεις, τουλάχιστον μπροστά, να γεμίζουν με κόσμο, να απευθύνεσαι σε κόσμο. Δεν έχω ξανακάνει θέατρο χωρίς κοινό μπροστά μου, ξέροντας ότι υπάρχει ένα μάτι που μας παρακολουθεί.

 

• Ήμουν αρκετά καχύποπτος με την τηλεόραση. Απ’ την άλλη, είναι προτιμότερο να δοκιμάσεις κάτι και να το μετανιώσεις, παρά να μην το δοκιμάσεις ποτέ επειδή φοβάσαι ότι θα σε χαλάσει ή ότι δεν θα τα καταφέρεις. Μου είχαν γίνει δύο προτάσεις την προηγούμενη χρονιά και είχα αρχίσει ήδη να ψήνομαι. Μάλιστα, είχα κάνει και δοκιμαστικά και δεν με πήρανε, γιατί μάλλον ο ίδιος δεν πίστευα ότι χωράω εκεί μέσα. Τελικά, αυτό που έχω να πω είναι ποτέ μην κάνεις κάτι, αν δεν το πιστεύεις πραγματικά. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή η Μυρτώ (σ.σ. Κοντοβά και το «Σχεδόν Ενήλικες») το καλοκαίρι. Είναι δύσκολη η τηλεόραση και μάλιστα σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, που δεν έχει τα μέσα. Με το που με πήρε τηλέφωνο, κατάλαβα από τη φωνή της ότι θα συγγενέψουμε.

 

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
Φωτογραφία της παράστασης «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι».
 
 

 

• Αφουγκράζομαι την αμηχανία, την ταραχή, την αποστροφή για πολλά πράγματα αυτήν τη στιγμή. Από την άλλη, δεν ήταν τυχαίο που έγινε στο θέατρο αυτό το μπαμ και μάλιστα μέσα στην πανδημία, που προσπαθούμε να δώσουμε μια νέα σημασία στα πράγματα. Έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Παρατηρείς ότι οι κοινωνίες, ακόμα και η ελληνική, επιτέλους μπαίνουν στη διαδικασία της πτώσης του κάστρου της πατριαρχίας σε όλα τα επίπεδα. Η ελληνική είναι μια αρκετά σκληρή πατριαρχική κοινωνία και κάπως βρισκόμαστε στην αρχή του τέλους της. Η ανοχή λιγοστεύει.

 

Σκέψου πώς εκμεταλλεύονταν πριν από 50, 60, 70 χρόνια οι κοινωνίες τα παιδιά. Θεωρούσες αυτονόητο ότι θα πάει για μαύρη εργασία ένα 12χρονο, λουστράκι στην Ομόνοια ή να πλένει πιάτα. Θεωρούσες αυτονόητο το 12χρονο κορίτσι σου, αφού του έχει έρθει περίοδος, να το παντρέψεις με τον προύχοντα, τον πενηντάρη. Πράγματα απολύτως νόμιμα. Η κοινωνία αλλάζει. Δεν πιστεύω ότι θα νιώσω καλύτερα αν μου δώσεις το δικαίωμα να λιθοβολήσω τον οποιονδήποτε. Επιτέλους, όμως, καταδικάζουμε αυτά τα φαινόμενα.

 

Την κατάχρηση εξουσίας στον εργασιακό χώρο την υφίστανται όλοι. Στο θέατρο απλώς είναι πιο πρόσφορο το έδαφος, γιατί θεωρώ ότι είναι δυσδιάκριτα τα όρια που θέτουμε. Όταν ανεβαίνεις πάνω στη σκηνή, οφείλεις να καταστείλεις τις άμυνές σου και να δουλέψεις με όσο το δυνατό λιγότερες προφυλάξεις. Αυτό μπορεί να γίνει βορά και να πέσεις θύμα μιας κατάχρησης εξουσίας. Τα όρια είναι δυσδιάκριτα, οι άμυνες πεσμένες και δεν μπορεί να μπει αυστηρό πρωτόκολλο, ότι δεν θα υψώσεις τον τόνο της φωνής σου κατά δύο ημιτόνια επειδή έτσι παραβιάζεις τον κώδικα.

 

Όμως θα χρειαστεί να μπούμε στη διαδικασία να θεσμοθετηθεί ένας κώδικας συμπεριφοράς. Δεν θα ήθελα να εμποδίσει τη δουλειά μας αλλά να δοθεί το δικαίωμα στον κόσμο που δουλεύει στο θέατρο να μπορεί να επισημάνει αυτό που δεν θέλει να του συμβαίνει, να το σταματά, χωρίς να φοβάται ούτε το δάχτυλο, ούτε τη ρετσινιά, ούτε μη χαλάσουμε την πιάτσα ή την καριέρα μας. Αυτά ήταν μότο που χρησιμοποιούσαν οι πιο παλιές γενιές. Εγώ μεγάλωσα σε μια ελληνική κοινωνία όπου μου έλεγαν όλοι «σκάσε, μη μιλάς, άσε τι κάνει ο άλλος, τον εαυτούλη σου να κοιτάς». Αναδύεται μια καινούργια συνείδηση, ειδικά για τις νεότερες γενιές, και είμαστε όλοι μαζί σε αυτό, έτσι ώστε να μην υπάρχει χώρος να καλλιεργηθεί τέτοιου είδος παραβατική συμπεριφορά, να την ξερνάει από μόνος του ο χώρος. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, θα πρέπει να ακολουθούμε τη νόμιμη οδό. Και χαίρομαι πολύ με το ΣΕΗ, που επιτέλους υπάρχει εκεί για να σε στηρίξει. Να μη νιώθει ο νέος ηθοποιός ότι παλεύει μόνος του σε έναν ωκεανό.

 

• Η οικογένειά μου είναι το κέντρο μου. Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Κάθε φορά που γυρνάω από την πρόβα, ειδικά σε περιόδους που είμαστε στην τελική ευθεία και το πράγμα ζορίζει, όσο μπλοκαρισμένος κι αν είμαι, είναι καταλύτης η επαφή με τα παιδιά και τη γυναίκα μου. Ο Κωστής και η Δέσποινα είναι δίδυμα, έκλεισαν τα 9 και πάνε Γ’ Δημοτικού. Μαζί τους μπαίνω ξανά στη θέση του μικρού Αντώνη, τον ξαναπερνώ από ακτινογραφία. Η σχέση που είχα εγώ με τον πατέρα μου με έκανε να καταλάβω τι πρέπει να κάνω και πόσο αλέρτ πρέπει να είμαι εγώ τώρα. Μέσα από τα παιδιά μου γίνεται ένα περίεργο φλασμπάκ, μια αναβίωση συναισθημάτων, βλέπω τι μπορώ να διορθώσω. Είναι μια διαδικασία που δεν τελειώνει. Μ’ αρέσει τόσο να τα παρατηρώ. Πόσο διαφορετική είναι η αίσθηση του χρόνου, πόσο διαστέλλεται για εκείνα. Δεν μπαίνουν εύκολα στον αυτόματο πιλότο.

 

Είναι τόσο πιο γρήγοροι οι ρυθμοί, τόση η υπερπληροφόρηση. Νιώθω αμήχανα ως προς αυτό, θέλω να αναπτύξουν φίλτρα για να είναι σε θέση, όσο μπορούν, να αντιμετωπίσουν τα πάντα. Είναι έξω από τη δική μας δυνατότητα το μπούλινγκ στο σχολείο. Έχουμε συμβουλευτεί παιδοψυχολόγο για καταστάσεις που μας έχουν απασχολήσει και δεν το κρύβω, γιατί θεωρώ ότι πρέπει να γίνεται. Δεν γεννιόμαστε γονείς και δεν μπορούμε να κινούμαστε βάσει των αναφορών που είχαμε πριν από 30-40 χρόνια.

 

• Ο Λου (Λουκιανός) είναι το πέμπτο μέλος της οικογένειας. Τον έχουμε τέσσερα χρόνια στο σπίτι και όσοι έχουν κατοικίδια θα με καταλάβουν. Η συνύπαρξη μαζί του μας διδάσκει πολλά. Αγαπώ πολύ τη βόλτα μαζί του στη Ρεματιά. Πυκνές στιγμές είναι η ευτυχία. Κάπου την κυνηγάς, κάπου σου φεύγει. Όταν γυρνάω στο σπίτι και βλέπω τη γυναίκα μου, όταν πάω να καληνυχτίσω τα παιδιά μου και βλέπω τα πρόσωπά τους, όταν ακούω την ανάσα του σκύλου μου δίπλα μου, στο κρεβάτι… Ειδικά η ανάσα του ζώου δίπλα μου για κάποιον λόγο με στηρίζει πολύ. Σαν να μη μου φτάνει το ότι συμβιώνει μαζί μας ένα άλλο είδος.

 

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Διονύσιου Σολωμού

Σύλληψη - Σκηνοθεσία: Θάνος Παπακωνσταντίνου

Σκηνικός Χώρος - Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση - Μουσική διδασκαλία: Δημήτρης Σκύλλας

Σχεδιασμός Κίνησης: Αμαλία Κοσμά

Σχεδιασμός Φωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα

Σχεδιασμός ήχου - Βοηθός σκηνοθέτη: Φάνης Σακελλαρίου

Βοηθός σκηνογράφου: Σπύρος Λουκίδης

Δραματολόγος παράστασης: Ειρήνη Μουντράκη

Διανομή: Αντώνης Μυριαγκός, Λένα Δροσάκη, Κωνσταντίνος Αρνόκουρος, Αυγουστίνος Κούμουλος, Λάμπρος Κωνσταντέας, Κλεοπάτρα Μάρκου, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Ελένη Μολέσκη, Μάριος Παναγιώτου, Άννα Πατητή, Νάνσυ Σιδέρη, Δανάη Τίκου

Μουσικοί επί σκηνής: Στέφανος Δαφνής, Χρήστος Γιάκκας, Θοδωρής Βαζάκας, Κριστίν Σωφρονίου

Live streaming από το Εθνικό Θέατρο - Σκηνή «Ελένη Παπαδάκη» του Rex

Σάββατο 6 Μαρτίου, 20:30

Η απευθείας μετάδοση θα είναι διαθέσιμη στη σελίδα livestream.n-t.gr μέσω κωδικού πρόσβασης με αγορά ηλεκτρονικού εισιτηρίου (€8).

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.