Η ζωή της αινιγματικής Chinawoman, όπως την αφηγήθηκε στη LIFO ///

Η ζωή της αινιγματικής Chinawoman, όπως την αφηγήθηκε στη LIFO /// Facebook Twitter
1
Η ζωή της αινιγματικής Chinawoman, όπως την αφηγήθηκε στη LIFO /// Facebook Twitter

 H Michelle Gurevich, όπως είναι το πραγματικό όνομα της Καναδής singer-songwriter φτιάχνει μουσική που τιμά την Ρωσική καταγωγή της - η μητέρα της ήταν μπαλαρίνα στα περίφημα μπαλέτα Kirov και ο πατέρας της μηχανικός στο Leningrand, πριν μεταναστεύσουν στο Toronto – και ταυτόχρονα φέρνει στο νου την Nico, τον Leonard Cohen, την PJ Harvey, την Tanita Tikaram. Η ίδια, πλέον κάτοικος Βερολίνου, αναφέρει ως βασικές επιρροές της την Alla Pugacheva, τον Charles Aznavour, τον Nino Rota, τη Yoko Ono, τον Todor Tobakov, καθώς και τον Federico Fellini. Μας έχει μιλήσει όχι μία, αλλά δύο φορές, και απ' αυτές τις συνεντεύξεις σταχυολογώ μερικές απ' τις απαντήσεις της. 

 

Δεν έχω ιδέα γιατί τα τραγούδια μου είναι γνωστά στην Ελλάδα. Ίσως είναι και το γεγονός ότι μπορεί οι γονείς σας, οι γιαγιάδες σας, να άκουγαν παλιά αυτά τα κομμάτια που αποκαλούμε σανσόν κι έχει περάσει στο DNA σας.

 

Μετακόμισα στο Βερολίνο, γιατί η μουσική μου έβρισκε μεγαλύτερη αποδοχή στην Ευρώπη παρά στον Καναδά, οπότε ήταν πιο εύκολο για μένα να κάνω συναυλίες στις χώρες της Ευρώπης, χωρίς να χρειάζεται να κάνω μεγάλα ταξίδια. Είχα περάσει όλη μου τη ζωή στον Καναδά και ήθελα να εξερευνήσω τι γίνεται και στον υπόλοιπο κόσμο.

Είναι αλήθεια ότι οι Ρώσοι έχουν την τάση να εκφράζουν μια μοιρολατρία, ενώ συγχρόνως χαίρονται και απολαμβάνουν τη μοιρολατρία αυτή. Αλλά δεν πιστεύω ότι οι Ρώσοι υπερτερούν άλλων λαών στον τρόπο που εκφράζουν τη χαρά και τη θλίψη τους. Στους Τούρκους αρέσει πολύ να κάθονται γύρω από το τραπέζι, να τρώνε και να τραγουδούν όλοι μαζί μελοδραματικά τραγουδάκια. Η μητέρα μου είναι από την Οδησσό, που βρίσκεται τώρα στην Ουκρανία, και ανησυχώ για τους ανθρώπους εκεί, αλλά όχι περισσότερο απ' όσο ανησυχώ για τους Βορειοκορεάτες ή τους Κούρδους.

Δεν έχω ιδέα γιατί τα τραγούδια μου είναι γνωστά στην Ελλάδα. Πάντως, το περασμένο καλοκαίρι ένας φίλος μου που έκανε διακοπές στην Ελλάδα άκουσε ένα κομμάτι μου στο ραδιόφωνο και με πήρε ενθουσιασμένος να μου το πει. Ίσως είναι και το γεγονός ότι μπορεί οι γονείς σας, οι γιαγιάδες σας, να άκουγαν παλιά αυτά τα κομμάτια που αποκαλούμε σανσόν κι έχει περάσει στο DNA σας.

 

 

Μεγαλώνοντας ακουγα ρώσικη, ιταλική και γαλλική μουσική των δεκαετιών του '70 και του '80 κυρίως. Σαρλ Αζναβούρ, Τζο Ντασέν, Αντριάνο Τσελεντάνο και, φυσικά, την Άλα Πουγκάτσεβα και γενικά όλο αυτό το κλασικό, «σκοτεινό», ρομαντικό είδος.

Πριν γίνω μουσικός δούλευα ως οικονομολόγος. Είναι αλήθεια. Αλλά ήταν βαρετό να ασχολείσαι όλη την ώρα με αριθμούς και διαγράμματα και στατιστικές, κι έτσι άρχισα να δουλεύω στον κινηματογράφο, στη διαδικασία του post production. Εν τω μεταξύ είχα αρχίσει και γρατζούνιζα μια κιθάρα κι ένας φίλος μού πρότεινε να φτιάξω σελίδα στο MySpace. Σε εκείνη τη φάση δεν είχα γράψει ούτε ένα κομμάτι, αλλά μία εβδομάδα μετά έγραψα το «I kiss the hand of my destroyer».

Παλιότερα ήμουν μέρος της λεσβιακής κοινότητας του Καναδά. Όταν ήμουν 15, ασχολιόμουν περισσότερο με τέτοια πράγματα, αλλά τώρα δεν με νοιάζει καθόλου. Δεν θέλω να καθορίζω τη ζωή μου και τα πράγματα που μου αρέσουν πηγαίνοντας σε μέρη που έχουν να κάνουν με τη σεξουαλικότητα του άλλου. Είναι κάτι που δεν με αφορά.

Το βασικό στοιχείο που επηρέασε την προσέγγισή μου στο τραγούδι είναι τα όρια των δυνατοτήτων μου. Αν μπορούσα να τραγουδήσω σαν τη Shirley Bassey, θα το έκανα. Επιπλέον, μου άρεσαν πάντοτε οι βαθιές φωνές της Amanda Lear και του Dave Gahan και το τραγουδιστικό μου ύφος είναι ενδεχομένως ένα μείγμα από Ian Curtis και Alexander Serov. Στην πραγματικότητα, περισσότερο από το γερμανικό καμπαρέ με έχουν επηρεάσει τραγουδιστές που ο πολύς κόσμος θεωρεί υπερβολικά συναισθηματικούς, όπως ο Anatoly Dneprov και ο Lucio Dalla (τους οποίους μπορείτε να ακούσετε στο YouTube).

Τον τελευταίο καιρό ακούω Yves Montand, Zeki Müren, Vangelis, Psychic TV, Patsy Cline και τα podcast των DJs του Radio Advisor...

info

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου: Θεσσαλονίκη / Fix Factory of Sound και Σάββατο 28 Νοεμβρίου: Αθήνα / Fuzz Live Music Club.

Η προπώληση ξεκινάει στα 15 ευρώ και για περιορισμένο αριθμό εισιτηρίων. Μετά την εξάντλησή τους, θα συνεχιστεί στα 17 ευρώ, ενώ στο ταμείο η τιμή θα είναι 20 ευρώ.

Διάθεση: τηλεφωνικά στο 11 876, στα καταστήματα Public, Seven Spots, Παπασωτηρίου, Ιανός, Reload, Media Markt και το www.viva.gr.

Η ζωή της αινιγματικής Chinawoman, όπως την αφηγήθηκε στη LIFO /// Facebook Twitter
Φωτο: Remi Rybicki
1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Νίκος Ζιώγαλας

Μουσική / Νίκος Ζιώγαλας: «Δεν ξέρεις ποτέ πώς θα τα φέρει η ζωή, να είσαι ευγενικός, να παλεύεις για την καλοσύνη»

Aπό πολύ νωρίς, η μουσική τον χτύπησε στο δόξα πατρί, μπήκε σε αυτό το τριπ και δεν βγήκε ποτέ. «Σαν star του σινεμά», «Πάρε με απόψε πάρε με», «Βασιλική», «Βέροια, Θεσσαλονίκη, Αθήνα», «Πέρασε η μπόρα» και για πολλά ακόμα τραγούδια ευθύνεται ο τραγουδιστής και τραγουδοποιός που σήμερα αφηγείται τη ζωή του στη LifO
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μαντόνα: «Είμαι σκληρή, φιλόδοξη και ξέρω ακριβώς τι θέλω. Αν αυτό με κάνει σκύλα, δεν πειράζει»

Χρόνια Πολλά Μαντόνα! / «Είμαι σκληρή, φιλόδοξη και ξέρω τι θέλω. Αν αυτό με κάνει σκύλα, δεν πειράζει»

Pop icon, μίλησε για το woman empowerment πριν υπάρξει καν ο όρος, gay icon, fashion icon, η απόλυτη σταρ, η πιο πετυχημένη γυναίκα μουσικός όλων των εποχών, όπως και να τη χαρακτηρίσει κανείς, είναι μία και μοναδική και ήρθε για να αλλάξει τα πάντα.
M. HULOT
«Love to love you baby»: Αυτό είναι το τραγούδι που γέννησε τη Disco

Μουσική / «Love to love you baby»: Το τραγούδι των 23 οργασμών που γέννησε τη Disco

Με 23 οργασμούς και τη βοήθεια του μάγου Τζόρτζιο Μορόντερ, η Ντόνα Σάμερ, μισό αιώνα πριν, εγκαινίασε επίσημα, με το επικό και ατελείωτα ερωτικό «Love to love you baby», την ντίσκο μουσική, ένα είδος που πολεμήθηκε λυσσαλέα λίγα χρόνια μετά την επέλασή του και κρατάει γερά μέχρι σήμερα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Στην αρχή με ενοχλούσαν τα σχόλια για το Ozempic, όχι όμως πια»

Lifo Videos / «Στην αρχή με ενοχλούσαν τα σχόλια για το Ozempic, όχι όμως πια»

Η Marseaux, μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της σύγχρονης ελληνικής ποπ σκηνής μιλά για την τυχαία της συνάντηση με το τραγούδι αλλά και για τις προσωπικές δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει και την έφεραν μέχρι το σήμερα.
ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΑΛΑΡΗΣ