Το  κορίτσι από τη Νάουσα, που ξεκίνησε στα μέσα του 1980, ερμηνεύοντας σμυρναίικα και ρεμπέτικα, για να κατακτήσει την Αθήνα και την Ελλάδα, η νέα γυναίκα με τη χαρακτηριστική φωνή που κέρδισε τον Μάνο Χατζιδάκι, από τις πρώτες νέες τραγουδίστριες που σύστησε ο μεγάλος συνθέτης στον Σείριο, η γυναικεία φωνή που επέλεξε ο Γιώργος Νταλάρας να τον συνοδεύσει στις παγκόσμιες περιοδείες του, η ιδανική ερμηνεύτρια του Γιώργου Ανδρέου και του Κώστα Λειβαδά, η φωνή των Boğaz Musique, η Τσαλιγοπούλου μιας μακράς πορείας που ξεπερνάει τα τριάντα χρόνια είναι κάτι περισσότερο από μια καταξιωμένη τραγουδίστρια. Είναι μια σπουδαία καλλιτέχνις που προτείνει συνεχώς νέους τρόπους να ξανακούσουμε παραδοσιακά τραγούδια, ενώ παράλληλα, ως δημιουργός, υπογράφει μελωδίες που αγαπιούνται τόσο από το πιστό της κοινό όσο και απ' όσους αγαπούν το σύγχρονο έντεχνο τραγούδι.

 

Μετά από μια αναγκαστική «σιωπή» που κράτησε έναν χρόνο, κάτι που ίσχυσε, άλλωστε, για όλους τους συναδέλφους της, επανέρχεται στα μουσικά δρώμενα με μια συναυλία στο Ηράκλειο της Κρήτης σε τραγούδια Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Λοΐζου, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Ζαμπέτα, Χιώτη και άλλων. Πρόκειται για μια συναυλία του Πολιτιστικού Συνεδριακού Κέντρου Ηρακλείου, η οποία εγκαινιάζει τις καλοκαιρινές συναυλίες της Κρήτης για το 2021, μετά από έναν μακρύ χειμώνα εγκλεισμού. 

 

Η συνέντευξη που ακολουθεί έγινε μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Μόλις είχε επιστρέψει από τη Νάουσα, όπου πέρασε ολόκληρο το φετινό lockdown, όπως μου εξήγησε, και η μετακίνηση από τους Θρακομακεδόνες, όπου ζει, μέχρι το κέντρο της Αθήνας ήταν αδύνατη λόγω της πίεσης των προβών για την επικείμενη συναυλία.

 

Καθώς η μουσική είναι η πιο λαϊκή τέχνη και γίνεται κόλαση από πληροφορίες, νομίζω ότι ο καθένας κάποια στιγμή βάζει μία τελεία και αποφασίζει ακριβώς τι είναι εκείνο που του αρέσει και όχι απλώς να ακούει ό,τι του δίνουν.

 

— Γιατί ζείτε τόσο μακριά από την πόλη, στα βουνά της Αττικής; 

Δεν θα το άλλαζα με τίποτα, δεν είμαι παιδί της πόλης. Είμαι ένα κορίτσι που μεγάλωσε σε μια πολύ μικρή επαρχιακή πόλη, μέσα στο πράσινο. Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχω λατρέψει το Βέρμιο, το βουνό της Νάουσας. Έμεινα εκεί φέτος επτά μήνες, γιατί η μητέρα μου δεν ήταν πολύ καλά στην υγεία της, οπότε διάλεξα να περάσω όλη την καραντίνα κοντά της.

 

— Φαντάζομαι, πρώτη φορά μείνατε τόσο πολύ, αφότου ξεκινήσατε να τραγουδάτε στην Αθήνα. 

Ήμουν μαζί με τον γιο μου. Έτσι, ήμουν και μητέρα και κόρη! 

 

— Κάποτε φύγατε για να αποδράσετε από τη μικρή πόλη, για να κυνηγήσετε τα όνειρά σας. 

Βεβαίως, αλλά η μικρή πόλη έχει τα καλά της, έχει και τα άσχημά της. Εκείνο το διάστημα το μόνο που έβλεπα ήταν τα άσχημα. Αφού έφτιαξα όσα έφτιαξα, έκανα τα όνειρά μου πραγματικότητα, γυρνώντας πίσω στη Νάουσα άρχισα να ανακαλύπτω, εκτός από τη μουσική της παράδοση, κυρίως τη φύση της. Και την ομορφιά να είσαι σε μια μικρή πόλη, όπου έχεις μια άλλου είδους σχέση με τους ανθρώπους. Αν τα βάλω κάτω και τα ζυγίσω, σαφέστατα προτιμώ τη μικρή πόλη από τη μεγάλη. Είναι πολύ πιο ανθρώπινη.

 

Ελένη Τσαλιγοπούλου
Ο σκοπός μου είναι να πάω σε έναν μικρό χώρο και να κάνω ένα πρόγραμμα σε στυλ ρεσιτάλ με αγαπημένα λαϊκά τραγούδια, όχι αποκλειστικά του Καλδάρα, με καταπληκτικούς μουσικούς που τους χαρακτηρίζει ανάλογη αφοσίωση στο είδος. Φωτ.: Σπύρος Χατζηκωνσταντίνου

 

— Ωστόσο επιστρέψατε στην επαρχία, έχοντας κάνει μια μεγάλη διαδρομή, δεν είστε το κορίτσι που ήσασταν. Γνωρίσατε σπουδαίους καλλιτέχνες, ταξιδέψατε. Πώς σας αντιμετωπίζουν οι φίλοι;

Με τους φίλους δεν έπαψα να έχω σχέση. Είναι πάντα εκεί κάθε φορά που είμαι στη Νάουσα, και είμαι πάρα πολύ συχνά. Κρατάω τη σχέση μου με την πόλη μου, γιατί μπορεί να έκανα πάρα πολλά πράγματα και, όπως είπατε, να γνώρισα πολλούς σπουδαίους ανθρώπους από τον χώρο της μουσικής και όχι μόνο, να κατάφερα να τραγουδήσω με σημαντικούς καλλιτέχνες τους μεγάλους ποιητές, να ταξιδέψω παντού, αλλά, όταν γυρίζω πίσω και βλέπω τους φίλους μου, τους οποίους εξακολουθώ να αγαπώ και να με αγαπάνε, είναι πολύ λυτρωτικό.

 

Η δυσκολία είναι ότι σταμάτησα αυτούς τους επτά μήνες να είμαι τραγουδίστρια, σταμάτησε η σχέση μου με τους μουσικούς, σταμάτησα να τραγουδώ. Αυτό πραγματικά ήταν ένας παρά φύσει «βιασμός», όπως πολλά άλλα που έγιναν μέσα σε αυτό το επτάμηνο. Εκτός από τον φόβο, την ψυχολογία, την άρνηση και τον θυμό, όλα αυτά που μας έπιασαν όλους μας –και πώς να μη μας πιάσουν με όλα αυτά που περάσαμε και συνεχίζουμε να περνάμε–, μου βγήκαν όλα τα αρνητικά.

 

Αλλά μου βγήκαν και άλλα, όπως ότι ξανάγινα μητέρα, με τον γιο μου πάνω από τα τριάντα πια, ένα πάρα πολύ λυτρωτικό συναίσθημα. Επίσης, έγινα η κόρη της μητέρας μου, ξανά και ουσιαστικά, γιατί τώρα συμβαίνει με έναν άλλον τρόπο. Είμαι εγώ που φροντίζω τη μητέρα μου πια. Κι αυτό είναι κάτι που μου δόθηκε, γιατί το ότι δεν μπορούσα να είμαι κοντά της, στη Βόρεια Ελλάδα, ήταν μια ενοχή. Όπως και με τον γιο μου, που, όταν ήταν μικρός, εγώ έπρεπε να κάνω χίλια δυο πράγματα. Γιατί ουσιαστική σχέση μαζί του απέκτησα όταν πια μπορούσα να συζητήσω μαζί του. 

 

— Είναι κάπως αστείο, αλλά προφανώς σας ανέθεσαν να τραγουδήσετε το τραγούδι των τίτλων στη σειρά «Ζακέτα να πάρεις», ακριβώς γιατί είστε μάνα με μεγάλο γιο…

Είναι σαρκαστικό σίριαλ στην υπερβολή του, αλλά όντως ταυτίζομαι κι εγώ με τους ρόλους των μανάδων, γιατί η Ελληνίδα μάνα δεν έχει πουθενά σε όλο τον κόσμο όμοιό της. Δηλαδή όσα κάνει για το παιδί της. 

 

— Είστε κι εσείς υπερπροστατευτική; 

Εννοείται. Αλλά με τα χρόνια μεταπλάθεται αυτό, δεν γίνεται να είμαι η μαμά του μικρού μου παιδιού, έχει γίνει άντρας πια. Δεν μπορώ ούτε να τον χαϊδέψω. Πάντως, εκείνος με έψησε να γυρίσω, γιατί προηγήθηκε κατά δύο χρόνια, λέγοντάς μου ότι δεν θα άλλαζε ποτέ τη μικρή πόλη για την Αθήνα. 

 

 

— Έχει εργαστεί μαζί σας ως μουσικός, σωστά; 

Βρίσκεται στην Αθήνα από το '12, αλλά η μοναξιά που βιώνει ένας νέος άνθρωπος στη μεγάλη πόλη είναι δεδομένη. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψει στη Θεσσαλονίκη, επέλεξε να μείνει στη Νάουσα. Όταν επιστρέφεις ώριμος στην πόλη σου, τα πράγματα διαφοροποιούνται. Ξέρεις τι θέλεις να ζητήσεις από τη ζωή σου, τους φίλους σου, τους δικούς σου ανθρώπους. Ως μουσικός που είναι βρήκε το απόλυτο, μια μπάντα με την οποία νυχθημερόν δούλευε σε ένα στούντιο όλη τη διάρκεια της καραντίνας, κι εγώ ζήλευα!

 

— Γιατί δεν πήγατε να τους συνοδεύσετε; 

Γιατί η μουσική που επιλέγει να κάνει ο γιος μου δεν έχει καμία σχέση με τη δική μου. Δεν αφορά το τραγούδι, αφορά μόνο τη μουσική. 

 

— Πέρσι το καλοκαίρι δουλέψατε καθόλου;

Κάναμε πολύ λίγες παραστάσεις και εύχομαι να μην επαναληφθεί φέτος το ίδιο, γιατί πραγματικά είμαστε όλοι πολύ ταλαιπωρημένοι σε σχέση με τη δουλειά μας. Μας λείπει η ίδια η κατάσταση της μουσικής και του τραγουδιού, το να έρθεις σε επαφή με άλλους, να δείξεις και να πάρεις συναίσθημα, γιατί το τραγούδι είναι λυτρωτικό. Οι καλύτεροι ψυχίατροι δεν μπορούν να προσφέρουν αυτό που προσφέρει το τραγούδι στον άνθρωπο.

 

Αλλά και οικονομικά είμαστε όλοι πολύ άσχημα, είναι σαν να μας έχουν βάλει στο στόχαστρο και να μας πυροβολούν ανελέητα. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι όσο μας πολεμούν, τόσο εμείς δυναμώνουμε. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τέχνη της μουσικής στα δύσκολα αρχίζει να μεταλλάσσεται και να παίρνει μιαν άλλη μορφή. Πάντα στα δύσκολα, στις μεγάλες κρίσεις και στους πολέμους, διαφοροποιούνταν, προκαλώντας μεγάλη επανάσταση. Σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις πατρίδες, σε όλες τις μουσικές. 

 

Ελένη Τσαλιγοπούλου
Είχα μια σπουδαία σχέση με τον Μάνο Χατζιδάκι το μικρό διάστημα που συναντήθηκα μαζί του. Πίστευε πολύ στους νέους καλλιτέχνες και ήθελε να αρθρώσουν τη δική τους πρόταση, ότι πρέπει να τραγουδάνε τα τραγούδια της γενιάς τους. Φωτ.: Σπύρος Χατζηκωνσταντίνου

 

— Αυτό το διάστημα πρέπει να νιώθετε ακόμα πιο ριγμένοι οι μουσικοί με την απαγόρευση της μουσικής στους δημόσιους χώρους, σχεδόν σαν να συμβολίζει κάτι βαθιά απογοητευτικό. 

Γι’ αυτό λέω ότι είναι όλα εναντίον μας. Είτε έχουν δίκιο είτε όχι, είναι όλα εναντίον μας. Καταλαβαίνω ότι τα κλαμπ παίζουν πολύ δυνατή μουσική – ας μην ανοίξουν! Αλλά τα καφέ και τα εστιατόρια τι φταίνε; Να δείξουν οι ιδιοκτήτες φιλότιμο και να μην ανεβάζουν την ένταση. Υπάρχουν κάποιες παράμετροι, τις οποίες δεν εξετάζουν. Κι έτσι είμαστε εμείς εκείνοι που βαλλόμαστε. Η μουσική και το θέατρο είναι που βάλλονται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τέχνη. Δηλαδή ο πολιτισμός, η ανάγκη για ξεκαθάρισμα της ψυχής σου. 

 

— Όλη η συναλλαγή μεταξύ των ανθρώπων, οι κοινωνικές σχέσεις που θεμελιώνουν τον  πολιτισμό, διαλύθηκαν  από έναν ιό. Και κατατροπώθηκαν από την πολιτική που συνόδευσε την αντιμετώπισή του. 

Ακριβώς, μπορούμε να φάμε, αλλά δεν μπορούμε να ευχαριστηθούμε. Να μην αγγιχτούμε, να μην ακούσουμε κάτι! Ένα απαγορευτικό το οποίο μας έχει καθίσει σαν αγκάθι στην καρδιά, από το οποίο πρέπει να απαλλαχθούμε. Αρκεί να μην έχουμε άλλες εκπλήξεις. 

 

— Είχατε κέρδη από αυτό το χαμένο έτος; 

Στη μουσική δεν έκανα απολύτως τίποτα, ήμουν εντελώς στάσιμη. Τραγούδησα μόνο το τραγούδι του Καραμουρατίδη και του Ευαγγελάτου για το σίριαλ. Εννοείται ότι το Νetflix και το Εrtflix έπαιξαν έντονο ρόλο στη ζωή μου. Αλλά έγινε και κάτι άλλο, σταμάτησα να κοιμάμαι πάρα πολύ αργά, κάτι που, όταν συνέβαινε, ήταν πραγματικά εξουθενωτικό για τον οργανισμό μου. Κοιμήθηκα, ξεκουράστηκα, κοίταξα τον εαυτό μου, περπάτησα πάρα πολύ, βρήκα τις φοβερές Βάθρες επάνω στη Νάουσα. Ανέβηκα και είδα ένα οροπέδιο στα δύο χιλιάδες μέτρα, στα 3-5 πηγάδια, που ήταν γεμάτο νάρκισσους. Από τα πιο ωραία πράγματα που έχω δει στη ζωή μου και ήταν δίπλα μου όλα αυτά τα χρόνια.

 

Ανακάλυψα δηλαδή κι άλλα πράγματα που δεν αφορούν τη μουσική αλλά την αισθητική, το μέσον της τέχνης. Χωρίς αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα εμείς. Βεβαίως, μου έλειψε η τραγουδίστρια, να πάρει η ευχή, πάρα πολύ, γιατί είναι η φύση μου αυτή, είναι η ζωή μου. Και ακούω πολύ, γι’ αυτό και άκουσα πάρα πολύ Δεύτερο Πρόγραμμα και ευχαριστήθηκε η ψυχή μου. Ησύχασα, λοιπόν, και χάρηκα τη Νάουσα και τη φύση. 

 

— Εσείς, μια Βορειοελλαδίτισσα, τι θα τραγουδήσετε τώρα στην Κρήτη της τοπικής μουσικής παράδοσης;  

Καταρχάς, εμένα οι Κρητικοί με αγαπούν πολύ. Κι εγώ αγαπώ τα παραδοσιακά τραγούδια, τα οποία πάντα τραγουδάω στις παραστάσεις μου. Με θεωρούν δική τους, γιατί κάθε φορά θα ακούσουν και κρητικά τραγούδια, όπως το «Όσο βαρούν τα σίδερα», ένα σπουδαίο τραγούδι, που είναι ο ύμνος τους, ή το «Σαν είχες άλλον στην καρδιά τι ήθελες εμένα». Το ρεπερτόριο των παραστάσεών μου είναι όλα εκείνα που έχω αγαπήσει, κάνω το κέφι μου. Μ’ αρέσει να τους δείχνω από τι επηρεάστηκα. Ποιος ήταν ο λόγος που έγινα αυτό που έγινα, όλη μου την πορεία, πώς εξελίχθηκα.

 

Όλα αυτά τα δείχνω μέσα από τις παραστάσεις μου, με τη σύμπραξη πολύ καλών μουσικών – ειδικά τώρα, με το 50% της χωρητικότητας, είμαστε τέσσερις μουσικοί. Πόσο ευχαριστιέμαι, γιατί είναι ένα καταπληκτικό ρεσιτάλ που δεν του λείπει τίποτα, αφού το ελληνικό τραγούδι είναι σπουδαίο! Το θέμα είναι από ποια οπτική πλευρά βλέπεις τα τραγούδια που έχουν επηρεάσει εσένα ή έναν ολόκληρο λαό. Από τα δημοτικά, τα ρεμπέτικα, τα σμυρναίικα και τα έντεχνα μέχρι όλα εκείνα που έγραψαν οι μεγάλοι μας ποιητές έως σήμερα. Είναι πολύ σπουδαίο να ασχολείσαι με το τραγούδι.

 

«Όσο βαρούν τα σίδερα»

 

— Έχετε καταλάβει από πού γεννιέται η μεγάλη παράδοση του ελληνικού τραγουδιού; 

Σίγουρα το κλίμα της Ελλάδας, ο ήλιος και η θάλασσα διαμορφώνουν έναν χαρακτήρα, μια ελευθερία και μια ζωντάνια. Ο αυθορμητισμός που προσφέρει η Ελλάδα την κάνει σημείο του κόσμου, καθώς μένουμε σε μια πανέμορφη χώρα. 

 

— Όλα όσα δημιουργούν τον νόστο στον οποίο αναφέρεστε σε σχέση με τις συναυλίες σας σε Έλληνες της διασποράς…

Ήξεραν δεν ήξεραν τα τραγούδια, ήταν σαν να τα γνώριζαν μέσω του αίματος, χάρη στο ελληνικό τους DNA. Αυτοί δεν σταμάτησαν ποτέ να μιλάνε τη γλώσσα τους, ειδικά η πρώτη γενιά. Σαν να ήθελαν να μην ξεχάσουν ότι είναι Έλληνες.

 

— Θα συμπεριλάβετε και τραγούδια του Χατζιδάκι, που σας επηρέασε στα πρώτα σας βήματα;

Είχα μια σπουδαία σχέση μαζί του το μικρό διάστημα που συναντήθηκα μαζί του. Πίστευε πολύ στους νέους καλλιτέχνες και ήθελε να αρθρώσουν τη δική τους πρόταση, να τραγουδάνε τα τραγούδια της γενιάς τους.

 

Κάνω ένα μίνι αφιέρωμα σε τραγούδια που αφορούν τον Γκάτσο. Τραγούδια που μιλάνε για καράβια, καΐκια, φρεγάτες, για πλοία που σαλπάρουν… 

 

«Έλα πάρε μου τη λύπη»

 

— Έχετε πιστό κοινό, αλλά νομίζετε ότι οι ηλικιακά νεότεροι ακούνε το είδος της μουσικής που τραγουδάτε;

Σίγουρα οι νεότεροι δεν με ξέρουν. Εννοώ από τριάντα και κάτω. Ιδίως όσοι ακούνε ξένη trap. Αυτό συμβαίνει τα τελευταία πέντε χρόνια. Παράλληλα, υπάρχουν κάποιοι που τους αφορά το λαϊκό τραγούδι. Αυτήν τη στιγμή υπάρχει μια τάση νέων καταπληκτικών μουσικών που ξαναπιάνουν το νήμα του λαϊκού μας τραγουδιού, κάτι που έχει να συμβεί από τις δεκαετίες του '60 και του '70. Ας πούμε από το '80 και τη ρεμπετολαγνική κατάσταση που βιώσαμε, σήμερα κάποιοι πιτσιρικάδες από τα είκοσι μέχρι τα τριάντα, ίσως μέχρι τα τριάντα πέντε, σπουδαίοι μουσικοί και τραγουδιστές, γράφουν λαϊκότροπα. Αυτοί με αγαπούν.

 

— Εννοείτε όσους «πείραξαν» παλιά τραγούδια;

Και αυτούς. Εννοώ μουσικούς όπως η Σεμέλη Παπαβασιλείου, ο τραγουδοποιός Γιάννης Παπαγεωργίου, ο Γιάννης Διονυσίου, από τις σημαντικότερες φωνές που έχουμε και θεωρείται ο επόμενος μεγάλος τραγουδιστής μετά τον Καζαντζίδη, και άλλους. 

 

— Οι εικοσάρηδες ενδιαφέρονται για τα παραδοσιακά τραγούδια; 

Αυτοί δεν θα έρθουν σ' εμένα. Αλλά δεν με αφορά κι εμένα αυτό το κοινό. Αυτοί μαζεύουν εμπειρίες και ακούσματα. Μετά τα τριάντα θα αποφασίσουν τι τους εκφράζει συνολικά. Έχει αλλάξει η εποχή εντελώς τα τελευταία πέντε χρόνια. Απλώς χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι τάσεις. Γιατί και στην trap υπάρχουν φοβερά ταλέντα, που γράφουν καταπληκτικά λόγια, και η απέναντι όχθη, που είναι το λαϊκό τραγούδι, πιστεύω ότι τα επόμενα τρία με πέντε χρόνια θα έχει να επιδείξει σημαντικές αλλαγές. Και χαίρομαι πάρα πολύ γι' αυτό.

 

— Στην ηλεκτρονική εποχή η νέα γενιά έχει επιρροές και ακούει ήχους απ' όλο τον κόσμο. 

Έχει μάθει όμως να κυριαρχεί σε όλα αυτά. Το χαοτικό ψάξιμο έχει deadline. Δεν μπορείς να ψάχνεις απεριόριστα. Μιλάω για τους ανθρώπους που επιλέγουν τι θέλουν να ακούσουν και να δούνε. Από ένα σημείο και μετά επέρχεται μια ισορροπία. Καθώς η μουσική είναι η πιο λαϊκή τέχνη και γίνεται κόλαση από πληροφορίες, νομίζω ότι ο καθένας κάποια στιγμή βάζει μία τελεία και αποφασίζει ακριβώς τι είναι εκείνο που του αρέσει και όχι απλά να ακούει ό,τι του δίνουν.

 

— Ο ερωτισμός στο τραγούδι, όμως, έχει μειωθεί ακριβώς λόγω της μετάλλαξης των σχέσεων μέσα από τα ηλεκτρονικά μέσα. 

Εύχομαι να μην πάει από το κακό στο χειρότερο, γιατί αυτήν τη στιγμή είμαστε στο απόλυτο κακό σε σχέση με τον ερωτισμό. Συγκριτικά με αυτά που βιώσαμε εμείς και οι προηγούμενες γενιές ακόμα πιο έντονα, συνεχώς μεταβάλλεται και πάει να γίνει ανύπαρκτος, σε σημείο να μην καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει ερωτισμός. Είναι ένα μυστήριο. Δεν είναι όλα θετικά με την εξέλιξη της επιστήμης και της ζωής, δυστυχώς. 

 

Ελένη Τσαλιγοπούλου
Η Ελένη Τσαλιγοπούλου στην παράσταση «Λωξάντρα».

 

— Πώς νιώσατε ως γυναίκα για όλα αυτά που αποκαλύφθηκαν σχετικά με τη σεξουαλική συμπεριφορά κάποιων ανδρών με εξουσία; 

Δεν τα είχα ακούσει ποτέ. Κι έχω κάνει θέατρο, έχω παίξει  στη «Λωξάντρα» και στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», κορυφαία του Χορού, με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Ποτέ κανένας δεν μου είπε τέτοιο πράγμα, για την εξουσιομανία και τον ρόλο των γυναικών. Έπεσα από τα σύννεφα, το θεωρώ απίστευτο ότι βγήκαν γυναίκες και είπαν ότι συνέβαιναν αυτά τόσα χρόνια, ότι ήταν κάτι δεδομένο στη δουλειά τους! Αυτό ήταν το πιο φοβερό. Και για ποιον λόγο δεν μιλούσαν τόσα χρόνια; Δεν μπορώ να πιστέψω ότι, ενώ το ήξεραν από την προηγούμενη, το συνέχιζαν σαν να παρέδιδαν τη σκυτάλη στην επόμενη, και δεν μιλούσαν! Το βρήκα εξοργιστικό, σχεδόν τα έβαλα με αυτές. Όλοι σιωπή; Περίεργο, σαν ομερτά! 

 

— Δεν είναι πιο περίεργο ότι δεν βγήκε τίποτα από τον δικό σας χώρο;

Από κανέναν δεν έχω ακούσει τίποτε ανάλογο. Η νύχτα είναι δύσκολη, και δεν εννοώ αυτήν που βίωσα εγώ, η δική μου γενιά, αλλά οι προηγούμενες γενιές με τα φοβερά ξενύχτια, τις πίστες, τα πιάτα. Ποτέ δεν άκουσα τέτοιου είδους ιστορίες, παρά μόνο πόσο σκληρό ήταν να εργάζεσαι μέχρι τα ξημερώματα, όπως θυμάμαι τη Βίκυ Μοσχολιού να μου λέει.  

 

— Κάνατε αποτίμηση ζωής όλο αυτό το διάστημα της καραντίνας; Ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι;

Εδώ και δύο χρόνια προσπαθώ να κάνω έναν αφιερωματικό δίσκο στον Απόστολο Καλδάρα, με μουσικούς που αγαπάνε το έργο του. Ο σκοπός μου είναι να πάω σε έναν μικρό χώρο και να κάνω ένα πρόγραμμα σε στυλ ρεσιτάλ με αγαπημένα λαϊκά τραγούδια, όχι αποκλειστικά του Καλδάρα, με καταπληκτικούς μουσικούς που τους χαρακτηρίζει ανάλογη αφοσίωση στο είδος. 

 

— Έχετε μια ιδιαίτερη αγάπη για τους μουσικούς, δηλώνετε και η ίδια μουσικός. 

Ναι, έτσι νιώθω. Υπάρχουν δε εξαιρετικά νέα ταλέντα μουσικών, όπως η μικρή ομάδα που θα με συνοδεύσει στην Κρήτη. Ο Άγης Παπαπαναγιώτου, ο Σπύρος Χατζηκωνσταντίνου, ένας εκπληκτικός κιθαρίστας με ηλεκτρική κιθάρα, με τον οποίον ετοιμάζω μια σειρά από ρεμπέτικα, ο Τζώρτζης Μαυροειδής και ο Άκης Κατσουπάκης. Νιώθω μεγάλη χαρά που ξεκινάμε ξανά!

 

Πολιτιστικό Συνεδριακό Κέντρο Ηρακλείου - Καλοκαίρι 2021: Με το κοινό ξανά!

Η πρώτη συναυλία σε ανοιχτό χώρο μετά το lockdown: Η Ελένη Τσαλιγοπούλου στο κηποθέατρο «Νίκος Καζαντζάκης» στο Ηράκλειο.

Παρασκευή 4 και Σάββατο 5 Ιουνίου, στις 21:30