Στην πρώτη καραντίνα οι ντελιβεράδες με τα παπάκια τους, οι μόνοι που κινούνταν και ζωντάνευαν του δρόμους, ήταν για πολλούς ανθρώπους η σύνδεσή τους με τον έξω κόσμο, μια ένδειξη ότι η ζωή συνεχίζεται. Στη δεύτερη καραντίνα, που ο εγκλεισμός έχει γίνει μια ανυπόφορη κατάσταση για όλους, τα παιδιά με τα παπάκια έγιναν οι «καθημερινοί ήρωες», οι οποίοι με κίνδυνο της ζωής τους εξυπηρετούν τις ανάγκες μας για φαγητό ‒ και όχι μόνο.

Το delivery κάθε είδους και κάθε αγαθού ήταν από τις δραστηριότητες που γνώρισαν αδιανόητη άνθηση μέσα στην καραντίνα, έτσι ένα τραγούδι-ωδή στους ντελιβεράδες της πόλης αποκτάει διαφορετικές διαστάσεις, πέρα από τη στενή έννοια του viral. Το «Έχει φύγει το παιδί» του Θέμου Σκανδάμη, ένας ύμνος για τους ανθρώπους που δουλεύουν σε δύσκολες συνθήκες για να μη στερηθούμε τις καταναλωτικές μας συνήθειες, είναι ένα κομμάτι που περιγράφει τη μετα-Covid περίοδο καλύτερα από μερικές χιλιάδες λέξεις. Η βαλκανική «τριπ-χοπ ελεγεία» για τον Αθηναίο ντελιβερά, ένα oriental χιπ-χοπ με ψιθυριστούς στίχους και τον αμανέ της Αυγερινής Γάτση να το απογειώνει, είναι ένα τραγούδι πολιτικό, που το χιούμορ το ελαφραίνει και το κάνει όσο ποπ χρειάζεται για να γίνει hit.


Το βίντεο του κομματιού, που διαδίδεται με μέιλ και μηνύματα σαν ιός τις τελευταίες μέρες, είναι η αφορμή για να γνωρίσει μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων έναν πολύ ξεχωριστό δημιουργό, έναν από τους καλύτερους τραγουδοποιούς της γενιάς του, που φτιάχνει τη δική του –αταξινόμητη‒ μουσική για περισσότερο από δέκα χρόνια.

 

Ο Θέμος Σκανδάμης έχει κυκλοφορήσει τρεις προσωπικούς δίσκους ‒έναν με τη Μάρθα Φριντζήλα‒, έχει παίξει στο θέατρο, έχει φτιάξει δικές του παραστάσεις κι έχει συνεργαστεί με σημαντικούς καλλιτέχνες, αφήνοντας το δικό του στίγμα στην ελληνική μουσική.


«Δεν κάνω στρατευμένο τραγούδι και δεν έχω πολλά να πω γι' αυτό» λέει στο σπίτι του στην Αραχώβης, ένα διαμέρισμα γεμάτο βιβλία. Τον ρωτάω γιατί έχει χαθεί ο πολιτικός στίχος από τη μουσική των νέων μουσικών. Τα τελευταία χρόνια, παρότι η ζωή μας έχει δυσκολέψει περισσότερο από ποτέ, έχουν σταματήσει να βγαίνουν τραγούδια αντίδρασης.

 

«Το πρόβλημα είναι ότι η συνείδηση του εαυτού, αυτό που λέμε εαυτός, μοιάζει πλέον αποσυνδεδεμένο με το γύρω» λέει. «Βιώνεται η ζωή με έναν τρόπο μετα-, post, ψηφιακό, οπότε πραγματικά η μοναδικότητά μου φαίνεται πολύ σημαντική, τη στιγμή ακριβώς που είναι μηδενισμένη. "Θα γίνετε όλοι μοναδικοί", άρα όλοι γίνονται τίποτα. Αυτή η διαδικασία νομίζω ότι δημιουργεί στο τραγούδι την αίσθηση ενός εμβρύου στην κοιλιά της μάνας του, που όλα τα αφομοιώνει και τα αναπλάθει με επίκεντρο τον εαυτό του.

 

Το Ίντερνετ είναι χαραγματιά στην ιστορία του ανθρώπου, είναι τομή που δεν την έχουμε συλλάβει ακόμα και θεωρώ ότι πάρα πολλά που συζητάμε σχετίζονται αμέσως με αυτό. Η στράτευση του κομματιού είναι ποιητική, αλλά με τον όρο «ποιητική» εννοώ τη χαρά του να είσαι καλλιτέχνης.


Όπως και τα σχόλια στο Ίντερνετ, τα επιθετικά, σούπερ πολιτικά σχόλια δεν με ψήνουν, μου φαίνονται κι αυτά κατασκευές, αυτοαναφλεγόμενα, έτσι τα τραγούδια που γράφονται δεν είναι καθόλου πολιτικά, με την έννοια ότι αποσυνδέονται από το κοινωνικό πλαίσιο. Αλλά και στα σχόλια στο Facebook και στα social media, όταν δεν φέρεις την ευθύνη της ζωής σου, αυτό που κάνεις είναι ένα προϊόν, ένα πραγματικό entertainment».

 

— Ωστόσο, το «Έχει φύγει το παιδί» είναι ένα πολιτικό κομμάτι.
Προφανώς. Το Ίντερνετ είναι χαραγματιά στην ιστορία του ανθρώπου, είναι τομή που δεν την έχουμε συλλάβει ακόμα και θεωρώ ότι πάρα πολλά που συζητάμε σχετίζονται αμέσως με αυτό. Η στράτευση του κομματιού είναι ποιητική, αλλά με τον όρο «ποιητική» εννοώ τη χαρά του να είσαι καλλιτέχνης. Είναι η χαρά τού να μπορείς να βάλεις το μυαλό σου σε λειτουργία και να συνθέτεις νόημα, αυτό είναι τρομερή χαρά, το να μπορείς να υπολογίζεις ποσότητες, ποιότητες, να τα βάζεις μαζί και να βλέπεις τι προκύπτει. Να έχεις μια ενιαία πρόθεση που προσπαθείς να την υπηρετήσεις και να πάρεις κάτι ως αποτέλεσμα. Η δημιουργία δίνει στον άνθρωπο, από τη γέννησή του, τεράστια χαρά.

 

Η δουλειά του delivery είναι από τα παραδείγματα αλλοτριωμένης εργασίας, η χαρακτηριστική δουλειά στην οποία η απουσία νοήματος κραυγάζει. Η επαναληπτικότητα, η λούπα, το αποσπασματικό, η απουσία οποιασδήποτε εξέλιξης, είναι κραυγαλέα σε αυτή την περίπτωση. Οπότε, όταν έπιασα το θέμα, η προσπάθειά μου ήταν να βγει νόημα από το σιχτίρι αυτού του ανθρώπου, εφόσον από τη θετική πλευρά δεν μπορεί να βγει νόημα.

 

Η προσπάθεια ήταν να εναποθέσω τη χαρά που εγώ μπορώ να έχω δημιουργώντας πάνω στην πίκρα του άλλου. Είναι σαν τις μοιρολογίστρες που έκλαιγαν χωρίς να έχει πεθάνει ο δικός τους άνθρωπος, έκλαιγαν για την απώλεια των διπλανών τους. Όμως, για να το κάνουν, ήξεραν τι θα πει πόνος και απώλεια. Νομίζω ότι με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να λειτουργήσουμε, μπαίνοντας στη θέση του άλλου. Και με αυτόν τον τρόπο, ναι, είναι πολιτικό, με την έννοια ότι είναι κοινωνικό.

 

«Έχει φύγει το παιδί»: Πώς ο Θέμος Σκανδάμης σκαρφίστηκε το viral τραγούδι της καραντίνας
Με το lockdown είμαι τυχερός με πολλούς τρόπους. Ένας είναι ότι έχω σύντροφο, ο άλλος ότι είμαι σε αναστολή, οπότε ένα μίνιμουμ επίδομα έρχεται και δεν πνίγομαι, και ο τρίτος είναι ότι είμαι μουσικός και μπορώ να απασχοληθώ με άπειρους τρόπουςΦωτο.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Με την ποίηση τι σχέση έχεις;

Δεν διαβάζω μόνο ποίηση, διαβάζω και λογοτεχνία και ό,τι βρω μπροστά μου, είμαι λίγο υπερκαταναλωτικός με τα βιβλία. Όταν κάνω παρέα με φίλους, και ο ένας είναι συνθέτης και ο άλλος ποιητής, νιώθω ότι είμαι κάπου στη μέση και κλέβω και από τους δύο. Θεωρώ ότι κάνουν κάτι πιο ατόφιο αυτοί, αλλά τα πιάνω και τα δένω και τα δύο μαζί και προκύπτει αυτό που λέγεται τραγούδι ‒ που είναι το αγαπημένο μου παιχνίδι. Και γράφω στίχους και μουσική μαζί.

 

Μου έρχεται μια φράση, είτε μουσική είτε με λέξεις, είτε πολύ συχνά και τα δύο μαζί, και από κει και μετά αρχίζω να αναπτύσσω και να φτιάχνω το οικοδόμημα. Πρέπει κάποια στιγμή να βρεις την άκρη, από πού αρχίζεις να τραβάς το νήμα για να ξεδιπλωθεί. Το «Έχει φύγει το παιδί» έγινε ακριβώς με αυτήν τη διαδικασία.

 

Γίνεται το πρώτο lockdown κι εγώ έχω τη ζοφερή εικόνα μιας Αθήνας έρημης, με μπάτσους και delivery. Κι αυτό το πράγμα είναι και εξωτερική εικόνα και εσωτερική, είχα πάρα πολύ άγχος, τα είχα παίξει. Κλειστήκαμε στο σπίτι κι έκανε αυτό που ήξερε ο καθένας ‒ εγώ ήξερα να κάνω μουσική. Έπιασα τα όργανα και μου φάνηκε καλή ιδέα ένα τραγούδι για το delivery.

 

Έχω γυρίσει τους δρόμους της Αθήνας πάρα πολύ, και με μηχανάκι και με τα πόδια, έχω μια αίσθηση του κέντρου και των δρόμων του, οπότε το να μπω στο μυαλό ενός ντελιβερά ήταν κάτι που μπορούσε να γίνει. Είχα φτιάξει το ρεφρέν με διαφορετικά ακόρντα, δεν μου έκανε όμως.

 

Το πάλεψα από δω, το ξανάφερα από κει, και κάποια στιγμή λέω ότι τα κουπλέ πρέπει να είναι μόνο διευθύνσεις και κουδούνια. Κι όταν ήρθε αυτό λέω «το 'χω, θα γίνει», αλλά μετά ήθελε πάλι πολλή δουλειά για να το σκαρώσω, να βρω και το beat. Νομίζω ότι όλο λύθηκε όταν βρήκα τη φωνή. Αυτή η φωνή, που είναι χαμηλή και εσωτερική, σαν παραμιλητό, σαν το μουρμουρητό και το σιχτίρι του ίδιου του ανθρώπου, σαν να το ακούει μέσα από το κράνος του και μιλάει έτσι και λέει «γαμώτο, Πατησίων...», ήταν η άκρη του νήματος.


— Είδα στα credits ότι το βίντεο έγινε με κινητό. Πώς το έφτιαξες;.

Ναι, με κινητό έχει γίνει. Με τον Κώστα τον Γεραμπίνη, ο οποίος είναι ένας έμπειρος σκηνοθέτης και έχει πάει σε φεστιβάλ, έχει βραβευτεί, έχουμε γίνει φίλοι τον τελευταίο χρόνο κι έχουμε γράψει ένα σενάριο για ταινία μεγάλου μήκους, το οποίο θα δούμε τι τύχη θα έχει. Εν μέσω αυτής της σχέσης και της συνεργασίας εγώ έψαχνα να κάνω το βίντεο για το «Παιδί». Ο Κώστας δεν ήθελε να το κάνει, επειδή δεν του αρέσουν τα βιντεοκλίπ.

 

Κι ενώ ήμουν σε διαδικασία αναζήτησης, έπεσε στα χέρια του το καινούργιο iΡhone, είδε τις δυνατότητες που έχει και μου είπε: «Θες να κάνουμε ένα mocumentary με το κινητό, αντί για κλιπ;». Tου απάντησα «εννοείται», βρέθηκε η ιδέα και μετά έγινε το γύρισμα. Στην ουσία μαζευόμασταν για τρεις μέρες στο σπίτι μου ο Κώστας, ο Σταύρος ο Τσαντές, που αναφέρεται ως κασκαντέρ και νομίζουν πολλοί ότι οδηγεί αυτός, κι εγώ...

 

 

Θέμος Σκανδάμης | Έχει φύγει το παιδί


— Ποιος οδηγεί;

Εγώ είμαι στο παπί. Κι ο Σταύρος από πίσω, με άλλο παπί, κι ο Κώστας καβάλα, συνοδηγός, με το κινητό κι ένα τριπόδι, για να μπορεί να το κρατάει, και έκανε τις λήψεις επί τόπου. Το κάναμε με κίνδυνο της ζωής μας, κανονικά. Αλλά μας είχε πιάσει τρέλα. Ήταν και ο «μεσοπόλεμος» μεταξύ των δύο lockdowns. Ευτυχώς, καταφέραμε να ολοκληρώσουμε το γύρισμα μία μέρα πριν από το δεύτερο lockdown. Και μετά η περιπέτεια ήταν μέχρι να μονταριστεί.


— Με το lockdown πώς την παλεύεις;
Με το lockdown είμαι τυχερός με πολλούς τρόπους. Ένας είναι ότι έχω σύντροφο, ο άλλος ότι είμαι σε αναστολή, οπότε ένα μίνιμουμ επίδομα έρχεται και δεν πνίγομαι, και ο τρίτος είναι ότι είμαι μουσικός και μπορώ να απασχοληθώ με άπειρους τρόπους. Έχω πάρα πολύ χρόνο. Ούτως ή άλλως, δούλευα μόνος μου και έχω μάθει αυτήν τη ρουτίνα. Κατά τ' άλλα, μερικές μέρες πανικοβάλλομαι γιατί γίνεται όλο ένα flat πράγμα και νιώθεις ότι δεν θα τελειώσει ποτέ. Μου λείπουν οι φίλοι μου, μου λείπει το έξω, μου λείπει το απρόοπτο.

 

Το βασικό είναι αυτό, το απρόοπτο, γιατί η ρουτίνα και η ρύθμιση αυτή, μέρα μπαίνει-μέρα βγαίνει, αυτό το ρομποτικό πράγμα, σε εξαντλεί. Και ταυτόχρονα υπάρχει η κοινωνική κατάσταση, περιμένεις μια οικονομική κατάρρευση έτσι όπως πάει το πράγμα ‒ εννοώ, αν τα βάλεις όλα μαζί στο μυαλό σου, μπορείς να τρελαθείς. Και κρατιέσαι μέρα με τη μέρα, είναι σαν τη φράση από το «Μίσος»: «Μέχρι τώρα όλα καλά, σημασία δεν έχει η πτώση αλλά η πρόσκρουση».


— Τι μουσική ακούς αυτόν τον καιρό;

Το τελευταίο μου κόλλημα είναι η Molly Drake, η μητέρα του Nick Drake. Είμαι σχεδόν ερωτευμένος μαζί της, είναι μια κυρία σε ένα πιάνο που λέει κάποια πολύ συγκινητικά τραγούδια. Και η Little Simz, μια Νιγηριανή απ' το Λονδίνο. Έπεσα κάπως πάνω στο άλμπουμ της «Stillness of Wonderland» και τρελάθηκα. Την ακούω με τα ακουστικά όταν τρέχω. Κατά τ' άλλα, ακούω Χειμερινούς Κολυμβητές και ρεμπέτικα, Tom Waits φουλ, Leonard Cohen και Nick Drake.


— Από νέα ελληνικά τι ακούς;

Ελάχιστα πράγματα. Αν βγάλει νέα δουλειά ο Σιγανίδης, θα τον ακούσω, οι φίλοι μου, μετά τσιμπάω κάτι απ' το Ίντερνετ, ένα βίντεο, ένα τραγούδι. Γενικώς, είμαι στον κόσμο μου, δεν παρακολουθώ την επικαιρότητα και δεν θεωρώ ότι είμαι και υποχρεωμένος να το κάνω. Είναι πάρα πολλή η πληροφορία και αναγκαστικά αυτό μας οχυρώνει σε ό,τι γνωρίζουμε, χρειαζόμαστε μια ασφάλεια.

 

Ακούω πράγματα καινούργια για μένα, απλώς δεν νιώθω υποχρεωμένος να ακούω τα καινούργια που βγαίνουν. Ανακαλύπτω πράγματα που μπορεί να είναι παλιά ή καινούργια, αλλά για μένα είναι καινούργια. Μου είναι πάρα πολύ δύσκολο όμως, πρέπει να φάω κόλλημα.

 

Με τη Little Simz έφαγα κόλλημα και ακούω τον ίδιο δίσκο για έναν μήνα. Δεν θα ψάξω να βρω τον επόμενο ή τον διπλανό του, γιατί αυτό, για να το αφομοιώσω, θέλω κάποιο χρόνο, για να το ευχαριστηθώ κιόλας. Το φαινόμενο να μην ακούει σχεδόν κανείς νέα μουσική το παρακολουθώ κι εγώ, αλλά η δική μου υποκειμενική θέση σε αυτό είναι λίγο πιο περίεργη, γιατί για να ακούσω κάτι καλά, το ακούω ξανά και ξανά. Δεν το κάνω, όμως, γιατί, ακούγοντας κάτι που δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει, χάνω χρόνο που θα μπορούσα να αφιερώσω στον Valentin Sylventrov π.χ.

 

Ειδικά στο τραγούδι, επειδή με έναν περίεργο τρόπο απευθύνεται πάντα σε μια ευαισθησία η οποία, όσο μικρότερος είσαι, όσο πιο καυλιάρης, τόσο πιο επιθετική είναι, είτε θα το καλλιεργήσεις αυτό το ένστικτο, αυτό το αισθητήριο να συνδέεσαι με το καινούργιο, είτε, αν το αφήσεις, θα μείνεις με αυτά που ξέρεις.


— Έχει κάνει, τελικά, καλό ή κακό αυτή η υπερπροσφορά μουσικής και η εύκολη και δωρεάν πρόσβαση σε όλα;

Δεν μπορώ να συγκρίνω ακριβώς και να πω αν έχει κάνει καλό ή κακό τελικά. Μπορώ να δω την αντίφαση και η αντίφαση είναι προφανής: έχουμε πολύ περισσότερη πληροφορία, έχουμε πολύ περισσότερη προσφορά μουσικής, πολύ λιγότερη πρόσληψη. Θεωρώ ότι συνολικά η αντίληψη του ατόμου, ο χώρος που διαθέτει για τα πράγματα, και κατ' επέκταση ο χρόνος, όχι με την έννοια των λεπτών και των δευτερολέπτων αλλά του εσωτερικού χρόνου, έχει μειωθεί τρομακτικά εξαιτίας του Ίντερνετ. Άρα η πρόσληψη είναι χειρότερη, μικρότερη, φτωχότερη. Αυτό είναι σαφές.

 

— Αυτή η έλλειψη εσωτερικού χρόνου έχει εξαφανίσει και το ενδιαφέρον για το νέο. Κάποτε, όταν υπήρχε μουσικός Τύπος, μπορεί ένας συντάκτης να έγραφε κριτική και για έναν δίσκο που δεν του άρεσε. Σήμερα τη μουσική που δεν σε αφορά δεν τη δοκιμάζεις καν, γιατί δεν θέλεις να έχεις ούτε άποψη.

Ειδικά στο τραγούδι, επειδή με έναν περίεργο τρόπο απευθύνεται πάντα σε μια ευαισθησία η οποία, όσο μικρότερος είσαι, όσο πιο καυλιάρης, τόσο πιο επιθετική είναι, είτε θα το καλλιεργήσεις αυτό το ένστικτο, αυτό το αισθητήριο να συνδέεσαι με το καινούργιο, είτε, αν το αφήσεις, θα μείνεις με αυτά που ξέρεις. Δεν είναι κακό, δεν μπορώ να το κρίνω, αλλά θα μείνεις για πάντα με αυτά με τα οποία συνδέθηκες την περίοδο της ταύτισης.

 

— Ήσουν πάντα παιδί του κέντρου;

Έχω μεγαλώσει στον Άλιμο, αλλά από τα 16 άρχισα να τριγυρνάω στο κέντρο και κάποια στιγμή μετακόμισα εδώ. Μένω περίπου δέκα χρόνια στην ευρύτερη περιοχή, Κουκάκι, Πετράλωνα, Πατησίων, Εξάρχεια, είμαι «Αθηνόσαυρος», αυτό λέω καμία φορά για πλάκα.


— Και είχες πάντα καλλιτεχνικές ανησυχίες;

Ήμουν ένα προβληματικό παιδί. Ήμουν παιδί καθηγητών, οπότε υπήρχε πολύ βιβλίο γύρω μου, αλλά από τη φύση μου ήμουν ζωηρός και ταραξίας. Ήταν αντιφατικό πράγμα, γιατί έπρεπε να αποδεικνύω στο σχολείο ότι δεν ήμουν «ο γιος της αγγλικού», οπότε έκανα παραπάνω μαλακίες από αυτές που θα έκανα ούτως ή άλλως. Τα έπαιρνα τα γράμματα, πέρασα Αγγλική Φιλολογία και την παράτησα με τη δικαιολογία ότι θα έκανα θέατρο. Μετά έπιασα τα όργανα.

 

«Έχει φύγει το παιδί»: Πώς ο Θέμος Σκανδάμης σκαρφίστηκε το viral τραγούδι της καραντίνας
Γενικώς, είμαι στον κόσμο μου, δεν παρακολουθώ την επικαιρότητα και δεν θεωρώ ότι είμαι και υποχρεωμένος να το κάνω. Φωτο.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Γιατί ασχολήθηκες με το θέατρο;

Δεν έβλεπα πολύ θέατρο, σινεμά βλέπαμε με τους γονείς μου, είδα όμως μια παράσταση που με ταρακούνησε. Την είχα βρει καταπληκτική και είπα «αυτό θέλω να κάνω». Μπήκα σε αυτήν τη διαδικασία και κάποια στιγμή γνώρισα τη Μάρθα Φριντζήλα, που στην ουσία μού άλλαξε τη ζωή. Μου έδειξε και κατάλαβα πέντε πράγματα παραπάνω για το τι είναι μουσική, τι είναι θέατρο, τι είναι τέχνη γενικότερα. Και βρέθηκα να κάνω θέατρο δρόμου με τους Τσιριτσάντσουλες, με τον Αβδελιώδη να κάνουμε το «Άσμα Ασμάτων», παραστάσεις με τη Μάρθα.

 

Μετά άρχισα να μπλέκω με τα ρεμπέτικα και με τη μουσική για μεροκάματο. Είχα από μικρός το ψώνιο να σκαρώνω τραγούδια, αλλά δεν είχα επιμείνει αρκετά, το έψαχνα, ήμουν λίγο μπερδεμένος. Κάποια στιγμή άρχισα να παίζω κυρίως ρεμπέτικα, γνώρισα και τον Ηλία, ο οποίος είχε παρατήσει το σχολείο και από 16 χρονών έπαιζε ρεμπέτικα στο Εφήμερο, και άρχισε να μου δείχνει τραγούδια, τρόπους κ.λπ. Άρχισα να παίζω σε ταβέρνες κι έτσι έμαθα λίγο καλύτερα να παίζω κιθάρα, γιατί στα πρώτα μου live με δικά μου τραγούδια έσπαγα δύο χορδές κάθε βράδυ. Κάπως έτσι μπήκα σε αυτή την ιστορία, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσα να φτιάξω πιο σοβαρά τα δικά μου τραγούδια.


Την εποχή που έκανα τον «Μακροβούτι», το πρώτο μου άλμπουμ, είχαμε κάνει τον «Κρατήρα» με τη Μάρθα και την ομάδα Δρόμος με Δέντρα, που για μένα ήταν «πανεπιστήμιο». Ο Δανέλλης έκανε Καραγκιόζη, έπαιζα μουσικές και έκανα παραστάσεις με τη Μάρθα, οι Sine qua non, οι καλύτεροι χορευτές της εποχής, έκαναν φοβερές παραστάσεις και μαθαίναμε από αυτούς ‒ ήταν όντως ένας κρατήρας. Αφού έπιασα και το πρώτο μου σπίτι και έμενα μόνος μου στο Κουκάκι, ξεκίνησα να διαμορφώνω τα πρώτα μου τραγούδια με φίλους μουσικούς, πιο έμπειρους.

 

Βρέθηκα να έχω στο πρώτο live τον Αντώνη τον Μαράτο από τους Mode Plagal στο μπάσο, καταπληκτικούς μουσικούς, που πίστευαν το υλικό και επειδή υπήρχε αυτός ο κύκλος, υποστήριζε ο ένας τον άλλον. Οπότε, βρέθηκα να κάνω μια παρουσίαση των τραγουδιών ‒είχα πάρει το έργο του Max Ernst, την Παναγία που δέρνει τον Χριστό, και το είχα κάνει αφίσα‒ και ήρθε κόσμος πολύς.

 

 

Θέμος Σκανδάμης/Μάρθα Φριντζήλα - Ξώβεργα

 

Ενθουσιάστηκα κι εγώ, μπήκα στη διαδικασία να ηχογραφήσω αυτά τα τραγούδια, έγιναν 15 και βγήκε το «Μακροβούτι». Μεσολάβησε ο Γιώργος ο Μητρόπουλος, που έχει τώρα το Μεταδεύτερο. Με είδε σε ένα live και με πήγε στον Μωυσή Ασέρ, που έχει τον Καθρέφτη, κι έτσι έγινε η κυκλοφορία του δίσκου.

 

Μετά εθιστήκαμε και θέλαμε να κάνουμε μουσική συνέχεια. Και κάποια στιγμή μού λέει η Μάρθα: «Θέλεις να κάνεις το Λοΐζο, να κάνω τη Χαρούλα;». Δεν χρειάστηκε να το πει δεύτερη φορά, πήγα στο σπίτι και μέσα σε μία εβδομάδα είχα σκαρώσει τρία κομμάτια. Της τα πήγα ενθουσιασμένος, γούσταρε κι αυτή και προχωρήσαμε. Μπήκα στο τριπάκι να φτιάξω δικά μου τραγούδια που δεν είναι λαϊκά με την έννοια της αυστηρής φόρμας, αλλά έχουν αυτή την αύρα κι έχουν και μπουζούκι. Και κάναμε έναν τέτοιο δίσκο.


— Τον Σαββόπουλο πώς τον γνώρισες;

Μέσω της Κατερίνας της Πολέμη. Είναι φίλη μου, ερχόταν στα live μου και της άρεσε πολύ η δουλειά μου και κάποια στιγμή χτυπάει το τηλέφωνό μου και μου λέει: «Είμαι εδώ με τον κ. Σαββόπουλο ‒έχει μια τρομερή άνεση με όλα, εγώ είμαι το αντίθετο, είμαι λίγο νευρικός‒ και σε συζητάμε». Εγώ είχα παγώσει, γιατί ο Σαββόπουλος ήταν ο λόγος που άρχισα να γράφω τραγούδια.

 

Στην ουσία, είναι η κατάρα και η ευχή όλων μας. Είναι ο παππούς μας. Κι έτσι πήγα στο γραφείο του, πέρασα από την πρώτη άβολη διαδικασία του «παίξε μου κάτι», όλο αυτό το ψάρωμα, αλλά τα πήγα καλά, φαίνεται, και κάναμε το «Φορτηγό», μια παράσταση και έναν χρόνο περιοδεία με αυτή. Ήταν πολύ δυνατή, πολύ συγκινητική εμπειρία, ελαφρώς ή αρκετά αφοπλιστική καλλιτεχνικά για μένα, γιατί πρέπει να πάρεις φόρα και να κάνεις αυτά που θες να κάνεις.

 

Δεν σταμάτησα ποτέ να γράφω, αλλά είναι τρομερό, είναι σαν να είσαι το τέρας του Φρανκενστάιν και να συναντάς τον Ντόκτορ. «Φταίει» αυτός γι' αυτό που έχεις γίνει. Θέλεις δεν θέλεις, η σχέση η συναισθηματική, η καλλιτεχνική και η ενεργειακή με έναν τέτοιο άνθρωπο σε επηρεάζει.

 

Ο ένας τον κατηγορεί, ο άλλος τον υπερασπίζεται, κι εγώ μπορώ να σου πω χίλια δυο πράγματα για το αν συμφωνώ ή διαφωνώ με τη μία ή την άλλη θέση του, αλλά αυτό που συμβαίνει γύρω του είναι αυτό που συμβαίνει γύρω από ένα τοτέμ, όλοι το διεκδικούν και όλοι θέλουν να το καταστρέψουν. Και το να είσαι δίπλα του και να θες να έχεις αυτόνομη καλλιτεχνική οντότητα και δημιουργία είναι πολύ δύσκολο. Αντέχεις λίγο. Ευτυχώς ή δυστυχώς τελείωσε αυτή η σχέση και πήρα κι εγώ τον δρόμο μου...