Η νούμερο ένα αιτία θανατηφόρων ατυχημάτων σε κλαμπ δεν είναι οι καβγάδες, ούτε τα ναρκωτικά, ούτε οι επιθέσεις – είναι η φωτιά. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο περνούν καθημερινά την πόρτα ενός μπαρ ή ενός κλαμπ για να χορέψουν, να γιορτάσουν, να νιώσουν ελεύθεροι και να συνυπάρξουν. Η νύχτα πρέπει να τελειώνει με μουσική στα αυτιά και μια επίγευση χαράς, όχι με σειρήνες, καπνό, ουρλιαχτά και λίστες θυμάτων. Κι όμως, η ιστορία των χώρων διασκέδασης κρύβει ένα σκοτεινό, επαναλαμβανόμενο μοτίβο, που εδώ και 80+ χρόνια επιστρέφει με την ίδια μορφή.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις πιο θανατηφόρες πυρκαγιές κτιρίων στην ιστορία συνέβησαν σε νυχτερινά κέντρα. Η χρήση πυροτεχνημάτων σε χώρους γεμάτους με εύφλεκτα, μη πιστοποιημένα υλικά, οι ηχομονώσεις, οι ψεύτικες οροφές, τα διακοσμητικά χωρίς καμία πυραντίσταση είναι θανατηφόρες παγίδες. Από το Cocoanut Grove στη Βοστώνη το 1942 μέχρι το Cromañón στην Αργεντινή, το Kiss στη Βραζιλία, την Ozone στις Φιλιππίνες και το Γκέτεμποργκ στη Σουηδία, το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά: υπερπλήρεις χώροι, κλειδωμένες ή ανεπαρκείς έξοδοι, παράνομες κατασκευές, χαλασμένοι πυροσβεστήρες, απουσία ελέγχων.
H ασφάλεια δεν είναι μια πολυτέλεια που προορίζεται μόνο για τους πλούσιους ή τους καλά οργανωμένους αλλά ένα εύθραυστο κατασκεύασμα.
Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, δύο καταστροφικές πυρκαγιές σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης συνέβησαν στην Ευρώπη και δύο στην Ασία, στοιχίζοντας τη ζωή σε δεκάδες νέους και αποκαλύπτοντας ξανά τις αδυναμίες σε χώρους όπου η ασφάλεια θα έπρεπε να είναι πρωταρχικής σημασίας. Εστιάζοντας στην Ευρώπη, στο Pulse (Κοτσάνι) και στην πρωτοχρονιάτικη κατακόμβη του Le Constellation (Κραν-Μοντανά), η ειρωνεία είναι κραυγαλέα. Η μία τραγωδία συνέβη σε μια χώρα που μαστίζεται από διαφθορά και χαλαρή επιβολή του νόμου, η άλλη σε ένα πρότυπο ρυθμιστικής αριστείας και ακρίβειας.
Ωστόσο, οι ομοιότητες υπογραμμίζουν μια παγκόσμια αλήθεια: καμία χώρα δεν είναι απρόσβλητη από τον εφησυχασμό. Η αντίθεση είναι αυτή που πονάει: η πυρκαγιά στη Βόρεια Μακεδονία θεωρήθηκε σύμπτωμα ενδημικής διαφθοράς, ενώ αυτή στην Ελβετία φαίνεται να αμφισβητεί τον μύθο του άριστου του στις προηγμένες κοινωνίες. Ακόμη και σε μια χώρα γνωστή για τους αυστηρούς κανόνες της, το ανθρώπινο λάθος, οι ξεπερασμένες υποδομές ή οι στιγμιαίες παραλείψεις μπορούν να αποβούν μοιραίες.
Αυτή η διαπίστωση μάς υπενθυμίζει με ένταση ότι η ασφάλεια δεν είναι μια πολυτέλεια που προορίζεται μόνο για τους πλούσιους ή τους καλά οργανωμένους αλλά ένα εύθραυστο κατασκεύασμα. Ο πλούτος και οι αυστηροί κανόνες μπορεί να μειώνουν τους κινδύνους, αλλά δεν τους εξαλείφουν. Η ανθρώπινη κρίση, είτε θολωμένη από τη διαφθορά στο Κοτσάνι είτε από τη ρουτίνα στο Κραν-Μοντανά, παραμένει επιρρεπής στα ίδια λάθη. Υπερτιμάμε την ασφάλεια των γνωστών χώρων, υποτιμάμε τις σπάνιες αλλά καταστροφικές απειλές και πολύ συχνά δίνουμε προτεραιότητα στην ευκολία, στη διασκέδαση ή στο κέρδος έναντι της προφύλαξης.
Οι άνθρωποι, εγκλωβισμένοι στα συναισθήματα, στις συνήθειες και στην περιορισμένη τους προνοητικότητα, δυσκολεύονται να αξιολογήσουν τα γεγονότα σε σχέση με την αμεσότητα της καθημερινής ζωής. Ένα βεγγαλικό σε μια φιάλη σαμπάνιας δημιουργεί ξέφρενη ατμόσφαιρα, δεν είναι θανατηφόρο. Ένα υπερπλήρες υπόγειο κλαμπ δημιουργεί μια αίσθηση ζωντάνιας, δεν είναι επικίνδυνο. Τα στατιστικά δείχνουν ότι μια πυρκαγιά σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης μπορεί να στοιχίσει τόσες ζωές όσες και μια μεγάλη αεροπορική τραγωδία. Όμως, ενώ ο κλάδος της αεροπλοΐας επιδιώκει αδιάκοπα την ασφάλεια, μαθαίνοντας από κάθε περιστατικό, βελτιώνοντας τα πρωτόκολλα και υιοθετώντας αυστηρούς ελέγχους, ο κλάδος της νυχτερινής διασκέδασης συχνά αντιμετωπίζει τις τραγωδίες ως μεμονωμένα περιστατικά και όχι ως επείγουσα ανάγκη για συστημική μεταρρύθμιση. Ο σκοπός δεν είναι να εμποδίσουμε τον κόσμο να διασκεδάζει ή να κάνουμε unlock μια νέα φοβία – ακριβώς το αντίθετο. Οι πτήσεις έχουν γίνει ασφαλέστερες χάρη στην αδιάλλακτη υπευθυνότητα των αρμοδίων. Είναι καιρός να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους και τα dancefloors.
Cocoanut Grove, Βοστώνη, 1942
Το Cocoanut Grove ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή νυχτερινά κλαμπ στη Βοστώνη και προσέλκυε πολλούς διάσημους επισκέπτες. Ανήκε στον Μπαρνέτ Βελάνσκι, ο οποίος είχε στενές σχέσεις με τη μαφία και τον δήμαρχο της πόλης. Εκείνο το Σαββατοκύριακο του Thanksgiving ο χώρος ήταν ασφυκτικά γεμάτος, πολύ πέρα από τη χωρητικότητά του. Λίγο μετά τις 22:00, μια μικρή φωτιά, πιθανότατα από αναμμένο σπίρτο ή κερί, άναψε τα εξαιρετικά εύφλεκτα διακοσμητικά του χώρου και της οροφής. Το σύστημα κλιματισμού ήταν επίσης γεμάτο με εύφλεκτο αέριο λόγω της έλλειψης ανεύφλεκτου φρέον εξαιτίας του πολέμου. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η φωτιά μετατράπηκε σε απροσπέλαστο τοίχο καπνού και θερμότητας. Οι άνθρωποι έτρεχαν προς τις εξόδους, αλλά πολλές ήταν κλειδωμένες, άλλες άνοιγαν προς τα μέσα ή ήταν κρυμμένες πίσω από κουρτίνες. Ο πανικός έγινε ασφυξία, σώματα στοιβάχτηκαν στις πόρτες και κάποιοι πέθαναν όρθιοι.
Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των πυροσβεστών, ο αριθμός των θυμάτων ήταν τραγικός: 492 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 130 τραυματίστηκαν, στην πιο θανατηφόρα πυρκαγιά σε κλαμπ της ιστορίας. Η έρευνα αποκάλυψε έναν χώρο γεμάτο παρανομίες: καμία πρόβλεψη για πυρασφάλεια, μηδενικός έλεγχος χωρητικότητας, επικίνδυνα υλικά παντού. Η θανατηφόρα πυρκαγιά του Cocoanut Grove οδήγησε σε ριζικές αλλαγές στον κώδικα πυρασφάλειας, επιβάλλοντας την υποχρεωτική χρήση εξόδων που ανοίγουν προς τα έξω, φωτεινές ενδείξεις εξόδου, φωτισμό έκτακτης ανάγκης και συστήματα πυρόσβεσης σε δημόσιους χώρους, καθώς και περιορισμούς στις εύφλεκτες ύλες, δημιουργώντας προηγούμενο για τη χωρητικότητα, τα πολλαπλά μέσα εξόδου και σαφέστερους κανονισμούς, που εξακολουθούν να επηρεάζουν μέχρι σήμερα την πρόληψη μελλοντικών καταστροφών.
Sennichi Department Store (καμπαρέ και night club), Οσάκα, 1972
Το Sennichi ήταν ένα πολυώροφο εμπορικό συγκρότημα στο κέντρο της Οσάκα, που τις νυχτερινές ώρες φιλοξενούσε καμπαρέ, μπαρ και κλαμπ. Το βράδυ της 13ης Μαΐου 1972, το καμπαρέ Playtown στον έβδομο όροφο ήταν γεμάτο με 181 πελάτες. Η φωτιά ξεκίνησε σε χαμηλότερο όροφο, το πρόβλημα όμως δεν ήταν η εστία της αλλά το κτίριο. Οι έξοδοι κινδύνου ήταν κλειδωμένες ή αχρησιμοποίητες, οι σκάλες λειτούργησαν ως καμινάδες για τον καπνό και δεν υπήρχε κανένα σύστημα ειδοποίησης. Οι άνθρωποι στους πάνω ορόφους δεν κατάλαβαν τι συνέβαινε μέχρι που ήταν αδύνατο να κατέβουν.
Οι πυροσβέστες διαπίστωσαν ότι πολλά από τα θύματα δεν είχαν προλάβει καν να αντιδράσουν στην πυρκαγιά, καθώς είδαν άτομα χωρίς εγκαύματα που είχαν μείνει στη θέση τους, σαν να είχε διακοπεί ξαφνικά η δραστηριότητά τους. Βρήκαν ένα θύμα νεκρό, καθισμένο σε έναν καναπέ με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι, κι άλλο ένα στη σκηνή να κρατάει ακόμα το μικρόφωνο. Πολλοί παγιδεύτηκαν και πέθαναν από ασφυξία, άλλοι πήδηξαν στο κενό σε μια απελπισμένη προσπάθεια διαφυγής. Ο απολογισμός ήταν 118 νεκροί και 78 τραυματίες. Η επίσημη έρευνα αποκάλυψε εκτεταμένες δομικές παρανομίες και χρόνια αδιαφορίας από τους ιδιοκτήτες και τις αρχές. Το Sennichi θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα πιο καθοριστικά παραδείγματα εγκληματικής αμέλειας σε χώρους νυχτερινής διασκέδασης στην Ασία.
Happy Land, Νέα Υόρκη, 1990
Η πυρκαγιά στο Happy Land ήταν ένα τραγικό περιστατικό που συνέβη στις 25 Μαρτίου 1990 σε ένα κλαμπ στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, στο οποίο σύχναζε κυρίως η τοπική κοινότητα της Ονδούρας. Το κλαμπ, γνωστό για την πώληση αφορολόγητου αλκοόλ, λειτουργούσε κρυφά για χρόνια, αν και είχε ελεγχθεί το 1988 και οι διαχειριστές του είχαν λάβει εντολή να το κλείσουν, λόγω ανεπαρκών συστημάτων ασφαλείας. Εκείνο το βράδυ, οι θαμώνες του κλαμπ –ο ακριβής αριθμός είναι άγνωστος– συνωστίστηκαν στη μικρή του αίθουσα για να γιορτάσουν το καρναβάλι.
Τα πρόσωπα-κλειδιά σε αυτή την ιστορία είναι η Λίντια Φελιτσιάνo, που δούλευε στην γκαρνταρόμπα, και ο πρώην σύντροφός της, ο Χούλιο Γκονζάλεζ, με τον οποίο είχε χωρίσει πρόσφατα. Ο Γκονζάλεζ δεν ήταν το καλύτερο παιδί στον κόσμο: είχε λιποτακτήσει από τον κουβανικό στρατό, είχε καταδικαστεί για εμπόριο ναρκωτικών και τον ενοχλούσε αφόρητα το ότι το κορίτσι του δούλευε σε κλαμπ. Εκείνο το βράδυ πήγε στο Happy Land μεθυσμένος για να της κάνει φασαρία, με αποτέλεσμα να τον πετάξουν έξω οι πορτιέρηδες. Τον άκουσαν να λέει «εγώ θα το κλείσω αυτό το μαγαζί» και να απειλεί πως «θα γυρίσει σύντομα».
Περιπλανήθηκε στους δρόμους γύρω από το κλαμπ για μία ώρα περίπου, μέχρι που αγόρασε βενζίνη αξίας ενός δολαρίου από ένα πρατήριο λίγα τετράγωνα μακριά. Επιστρέφοντας στο κλαμπ, έριξε τη βενζίνη στο μοναδικό ανοιχτό κλιμακοστάσιο, πέταξε μερικά σπίρτα και μετά διέσχισε τον δρόμο για να παρακολουθήσει τι θα γίνει από απέναντι. Η φωτιά ξέσπασε αμέσως στην ξύλινη σκάλα. Οι θαμώνες πανικοβλήθηκαν, καθώς η μόνη άλλη έξοδος ήταν κλειδωμένη για να εμποδίσει τους πελάτες να αποφύγουν τη χρέωση εισόδου. Μέσα σε λίγα λεπτά, όλος ο χώρος είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Πυκνός τοξικός καπνός από τη μόνωση και τα πλαστικά είδη του μπαρ παγιδεύτηκε σε μια αίθουσα χωρίς παράθυρα. Οι πυροσβέστες διαπίστωσαν αργότερα ότι οι περισσότεροι από τους 87 θανάτους προκλήθηκαν από ασφυξία.
Ο Γκονζάλεζ επέστρεψε στο διαμέρισμά του και έπεσε ξερός από το αλκοόλ, με τα ρούχα του τα ποτισμένα με βενζίνη ακριβώς δίπλα στο κρεβάτι του. Όταν συνελήφθη λίγες ώρες αργότερα ομολόγησε ότι έβαλε τη φωτιά και τελικά καταδικάστηκε σε 174 ταυτόχρονες ποινές φυλάκισης 25 ετών (87 κατηγορίες για εμπρησμό, 87 κατηγορίες για φόνο), την πιο αυστηρή ποινή φυλάκισης στην ιστορία του δικαστικού συστήματος της Νέας Υόρκης εκείνη την εποχή.
Ozone Disco, Μανίλα, 1996
Η Ozone Disco άνοιξε το 1991 στην Quezon της Μανίλας και έγινε δημοφιλές στέκι για νέους στα μέσα της δεκαετίας του ’90, αφού έπαιζε ηλεκτρονική μουσική. Ο χώρος ήταν μικρός, μόνο 50 τετραγωνικά, και σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας μπορούσε να φιλοξενήσει 35 άτομα. Το σχολικό έτος στις Φιλιππίνες τελειώνει τον Μάρτιο κι έτσι το βράδυ της 18ης Μαρτίου 1996 μαθητές λυκείου και φοιτητές κατευθύνθηκαν προς την Ozone Disco για να το γιορτάσουν, ανεβάζοντας τον αριθμό των ατόμων στον χώρο στους 400, μαζί με το προσωπικό. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με μάρτυρες, σπινθήρες και φλόγες εκτοξεύτηκαν από το DJ booth. Ο DJ προσπάθησε να ανακοινώσει ότι υπήρχε φωτιά, αλλά το μικρόφωνό του είχε ήδη σταματήσει να λειτουργεί. Οι φλόγες έφτασαν στην ηχομονωτική επένδυση από αφρό που κάλυπτε τους τοίχους του Ozone, επιταχύνοντας την εξάπλωση της φωτιάς. Σύντομα, η κατασκευή άρχισε να διαλύεται από τη θερμότητα: τα φώτα έπεσαν, μέρος της οροφής κατέρρευσε και έγινε διακοπή ρεύματος.
Μέσα στο σκοτάδι, με τις φλόγες να καίνε τα μαλλιά και τα ρούχα των θαμώνων, εκατοντάδες προσπάθησαν να φτάσουν στον διάδρομο που οδηγούσε σε μία έξοδο, η οποία αποδείχθηκε κλειστή. Οι διασώστες βρήκαν αργότερα τον διάδρομο γεμάτο παγιδευμένα, νεκρά θύματα, μερικά από τα οποία είχαν υποστεί τόσο σοβαρά εγκαύματα που τα σώματά τους είχαν κολλήσει μεταξύ τους. Η έρευνα αποκάλυψε ότι η έξοδος κινδύνου του Ozone είχε μπλοκαριστεί εντελώς από ένα νέο κτίριο που είχε χτιστεί δίπλα. Αναφέρθηκε επίσης ότι οι σεκιουριτάδες του κλαμπ κλείδωσαν την κύρια είσοδο απ’ έξω, πιστεύοντας ότι είχε ξεσπάσει εξέγερση.
Το δικαστήριο απέδειξε ότι δεν είχαν εγκατασταθεί έξοδοι κινδύνου και ψεκαστήρες πυρόσβεσης στο εσωτερικό του κλαμπ, ότι οι πυροσβεστήρες που υπήρχαν ήταν ελαττωματικοί και ότι η μοναδική έξοδος ήταν μια μικρή πόρτα που άνοιγε προς τα μέσα, άρα δεν πληρούσε τα πρότυπα που όριζε ο κανονισμός. Ένας υπάλληλος που ήταν μεταξύ των επιζώντων δήλωσε πως οι ιδιοκτήτες επέλεξαν πόρτες που άνοιγαν προς τα μέσα «επειδή ήταν καλό φενγκ σούι». Η πιο θανατηφόρα πυρκαγιά στην ιστορία των Φιλιππίνων μέχρι εκείνη τη στιγμή στοίχισε τη ζωή σε 162 άτομα, ενώ δεκάδες άλλα υπέστησαν εγκαύματα τρίτου βαθμού και τραυματισμούς από το ποδοπάτημα.
Macedonian Association, Γκέτεμποργκ, 1998
Το βράδυ της Παρασκευής, 30 Οκτωβρίου 1998, ένας από τους ορόφους σε ένα παλιό κτίριο που χρησιμοποιούνταν ως κοινοτικός χώρος στο Χίσινγκεν του Γκέτεμποργκ είχε μετατραπεί σε αυτοσχέδιο κλαμπ. Το πάρτι είχε διοργανωθεί από μαθητές λυκείου για να γιορτάσουν το Halloween, χωρίς επίσημη άδεια για μια τέτοια εκδήλωση, με μουσική και χαμηλό κόστος εισόδου, που ενθάρρυνε τη μεγάλη συμμετοχή των νέων που αναζητούσαν προσιτή διασκέδαση. Στον χώρο βρίσκονταν περίπου 400 άτομα, ηλικίας 12-25 ετών, με τη συντριπτική πλειοψηφία να προέρχεται από οικογένειες μεταναστών. Η αίθουσα είχε επίσημη άδεια για 150 άτομα και η έξοδος κινδύνου στο πίσω μέρος ήταν κλειδωμένη. Οι διάδρομοι ήταν στενοί, τα παράθυρα μικρά και ψηλά, κανείς δεν έκανε έλεγχο, κανείς δεν μετρούσε τον κόσμο.
Λίγο πριν από τις 23:00, τέσσερις νεαροί που δεν τους είχαν επιτρέψει την είσοδο γιατί είχαν θεωρηθεί πολύ μεθυσμένοι, αποφάσισαν να εκδικηθούν. Πήγαν στη σκάλα που βρισκόταν δίπλα στον κεντρικό χώρο, έφτιαξαν μια αυτοσχέδια κατασκευή από χαρτόνια, κουρέλια και βενζίνη, της έβαλαν φωτιά και έφυγαν. Μέσα σε λίγα λεπτά, η πυρκαγιά είχε μεταφερθεί στην κύρια αίθουσα, χάρη στο εύφλεκτο ξύλινο δάπεδο, το οποίο έκανε μια φαινομενικά μικρή εστία να εξαπλωθεί με τεράστια ταχύτητα. Όταν οι πρώτοι άρχισαν να τρέχουν προς την κεντρική είσοδο, ο πανικός εξαπλώθηκε σαν δεύτερη φωτιά. Η μοναδική λειτουργική έξοδος ήταν μια πόρτα με πλάτος λιγότερο από ένα μέτρο. Μέσα σε τρία λεπτά, η σκάλα που οδηγούσε στην έξοδο είχε μετατραπεί σε βουνό από σώματα. Συνολικά, 63 νέα παιδιά σκοτώθηκαν και 213 τραυματίστηκαν, πολλά με μόνιμες βλάβες στους πνεύμονες και στον εγκέφαλο από την έλλειψη οξυγόνου.
Τις πρώτες ώρες μετά την τραγωδία, επικράτησε χάος, όχι μόνο στα νοσοκομεία αλλά και στον δημόσιο λόγο. Τα περισσότερα θύματα ήταν παιδιά μεταναστών κι έτσι πολύ γρήγορα διαδόθηκε η υποψία ότι επρόκειτο για ρατσιστική επίθεση, με τα μέσα ενημέρωσης να μιλούν για πιθανό έγκλημα μίσους. Χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους του Γκέτεμποργκ με κεριά, όχι μόνο για να πενθήσουν αλλά και για να διαμαρτυρηθούν. «Δεν ήταν ατύχημα, ήταν δολοφονία», έγραφαν τα πανό. Η ιδέα ότι κάποιοι έκαψαν ζωντανά δεκάδες παιδιά λόγω της καταγωγής τους συγκλόνισε τη Σουηδία.
Η έρευνα, ωστόσο, αποκάλυψε μια πιο σύνθετη και εξίσου σκοτεινή αλήθεια. Οι τέσσερις δράστες δεν είχαν πολιτικό ή ρατσιστικό κίνητρο, αφού ήταν και οι ίδιοι μετανάστες. Κοινώς, ήθελαν απλώς να εκδικηθούν επειδή τους είχαν αρνηθεί την είσοδο – η φωτιά ήταν μια πράξη οργής, όχι ιδεολογίας. Όμως το μακελειό δεν προκλήθηκε από αυτούς, προκλήθηκε από το σύστημα. Η επίσημη έρευνα κατέληξε ότι το κτίριο δεν πληρούσε τις προδιαγραφές για κλαμπ,
ότι είχαν υπερβεί το όριο χωρητικότητας κατά σχεδόν 250 άτομα, ότι η πίσω έξοδος ήταν παράνομα κλειδωμένη, ότι δεν υπήρχε επαρκής εξαερισμός, δεν υπήρχε εκπαιδευμένο προσωπικό εκκένωσης και καμία ουσιαστική επιθεώρηση από τις δημοτικές αρχές.
Ένας αξιωματικός της Πυροσβεστικής δήλωσε στο πόρισμα πως «αν υπήρχαν δύο ανοιχτές έξοδοι, οι περισσότεροι θα είχαν σωθεί». Οι τέσσερις εμπρηστές καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, όμως στο τελικό συμπέρασμα της επιτροπής αναφερόταν ξεκάθαρα πως η φωτιά ήταν το έναυσμα. Η μαζική δολοφονία προήλθε από την παράνομη λειτουργία του χώρου. Η ευθύνη βάραινε εξίσου τους διοργανωτές που πούλησαν δεκάδες επιπλέον εισιτήρια, τον υπεύθυνο που νοίκιασε έναν ακατάλληλο χώρο και τις αρχές που δεν έκαναν κανέναν έλεγχο. Στο Γκέτεμποργκ, για χρόνια μετά, η πόλη μιλούσε για «τη νύχτα που κάηκε μια γενιά» και για την οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι, τελικά, δεν χρειάζεται μίσος για να πεθάνουν δεκάδες παιδιά. Αρκεί μια κλειδωμένη πόρτα.
República Cromañón, Μπουένος Άιρες, 2004
Το 2004, οι Callejeros ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ροκ συγκροτήματα της Αργεντινής και συνήθως έπαιζαν live σε μεγάλα στάδια. Για τους φανατικούς θαυμαστές τους ήταν λοιπόν μεγάλη τύχη να μπορέσουν να δουν αυτό το δημοφιλές συγκρότημα να δίνει συναυλία σε έναν πιο μικρό χώρο, στο κλαμπ República Cromañón, μία μέρα πριν από την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Η επιτυχία πάντα φέρνει την προοπτική κέρδους κι έτσι οι διοργανωτές έκοψαν 4.000 εισιτήρια, ενώ το κλαμπ χωρούσε 1.500 άτομα.
Καθώς οι Callejeros έπαιζαν, οι φαν άναβαν πυροτεχνήματα, και αρχικά ακούστηκε πως η μπάντα τούς ζητούσε επανειλημμένα να μην το κάνουν. Ωστόσο, ο χαμός συνεχίστηκε και ένας φαν έριξε μια φωτοβολίδα, η οποία προκάλεσε μεγάλες σπίθες, χτύπησε στο ταβάνι και στη συνέχεια προκάλεσε την πτώση τμημάτων της οροφής, που είχαν πάρει φωτιά, στο έδαφος. Καθώς το κλαμπ τυλίχθηκε στις φλόγες, οι 4.000 άνθρωποι που βρίσκονταν εκεί έτρεξαν προς τις πόρτες, για να ανακαλύψουν ότι αρκετές από αυτές είχαν κλειδωθεί απ’ έξω ώστε να αποτρέψουν την είσοδο ατόμων χωρίς εισιτήριο.
Δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου μέτρα πυρασφάλειας, ούτε σύστημα ανίχνευσης πυρκαγιάς, φωτισμός έκτακτης ανάγκης ή εξοπλισμός κατάσβεσης – οι δέκα από τους δεκαπέντε πυροσβεστήρες ήταν άχρηστοι, χωρίς πίεση. Η δε άδεια πυρασφάλειας του νυχτερινού κέντρου διασκέδασης είχε λήξει έναν μήνα πριν από τη συναυλία.
Εκείνο το βράδυ, 194 άτομα σκοτώθηκαν και 1.492 τραυματίστηκαν. Πολλά από τα θύματα ήταν έφηβοι και νεαρά άτομα στην ηλικία των 20 ετών, αλλά οι διασώστες που μπήκαν στο κλαμπ βρήκαν επίσης παιδιά και μωρά. Οι επιζώντες κατέθεσαν ότι ένα μπάνιο του κλαμπ είχε μετατραπεί σε βρεφονηπιακό σταθμό, όπου οι γονείς μπορούσαν να αφήνουν τα παιδιά τους ενώ παρακολουθούσαν τη συναυλία. Κατά τη διάρκεια της δίκης αποκαλύφθηκε ότι η μπάντα ήταν υπεύθυνη για την οργάνωση της συναυλίας, την ασφάλεια και την είσοδο στο κλαμπ εκείνο το βράδυ. Κρίθηκε ότι δεν έφταιγαν για το γεγονός ότι το κλαμπ έλαβε άδεια παρόλο που δεν διέθετε βασικά μέτρα πυρασφάλειας και απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες. Όμως, το 2011, το εφετείο έκρινε τα μέλη της μπάντας ένοχα για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και μάρτυρες κατέθεσαν πως το συγκρότημα τελικά είχε ενθαρρύνει το κοινό να ανάψει φωτοβολίδες.
Kiss Nightclub, Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, 2013
Στις 26 Ιανουαρίου του 2013, το Kiss Nightclub φιλοξενούσε ένα φοιτητικό πάρτι με headliners την μπάντα των Gurizada Fandangueira. Τα παρευρισκόμενα άτομα ήταν στην πλειονότητά τους κάτω των 25 ετών. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όταν το πάρτι είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του, το συγκρότημα άναψε μια φωτοβολίδα πάνω στη σκηνή και ο αφρός που χρησιμοποιούνταν για ηχομόνωση στην οροφή πήρε φωτιά σχεδόν ακαριαία. Ο καπνός που απελευθερώθηκε ήταν εξαιρετικά τοξικός. Στην αρχή, πολλοί νόμισαν ότι επρόκειτο για εφέ της συναυλίας, όταν όμως άρχισαν να βήχουν και να χάνουν τις αισθήσεις τους, ο πανικός εξαπλώθηκε παντού. Οι έξοδοι δεν επαρκούσαν και κάποιοι φύλακες προσπάθησαν αρχικά να εμποδίσουν τον κόσμο να φύγει, κλειδώνοντας τις πόρτες, πιστεύοντας ότι είχε ξεσπάσει καβγάς.
Εκείνο το βράδυ, 242 άτομα έχασαν τη ζωή τους και 630 τραυματίστηκαν σοβαρά. Περίπου το 90% των θυμάτων πέθανε από εισπνοή κυανίου, ένα από τα χημικά που εκλύθηκαν όταν η φωτιά κατέστρεψε τον ηχομονωτικό αφρό. Σύμφωνα με τις αρχές, οι λόγοι για τον υψηλό αριθμό θυμάτων ήταν η έλλειψη εξόδων κινδύνου (η μόνη είσοδος και έξοδος από το κτίριο ήταν η μπροστινή πόρτα) και το γεγονός ότι ο αριθμός των ατόμων που βρίσκονταν στο εσωτερικό του κτιρίου υπερέβαινε κατά εκατοντάδες τη μέγιστη χωρητικότητά του.
Η Πυροσβεστική Υπηρεσία, όμως, είχε εκδώσει άδεια λειτουργίας για το κλαμπ, η οποία ανέφερε ότι διέθετε δύο εξόδους κινδύνου. Το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν ψευδείς πληροφορίες και το ότι η άδεια εγκρίθηκε από την Πυροσβεστική οδήγησε σε κρατική έρευνα των αρχών που ήταν συνυπεύθυνες για την εποπτεία του Kiss Nightclub, συμπεριλαμβανομένου του δήμου και της ίδιας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι οι πυροσβεστήρες στον χώρο μάλλον ήταν ψεύτικοι ή απενεργοποιημένοι.
Την επόμενη κιόλας μέρα, οι αρχές έλεγξαν και έκλεισαν περισσότερα από 58 νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, στο πλαίσιο καταστολής των μη ασφαλών δημόσιων χώρων. Οι ιδιοκτήτες και μέλη του συγκροτήματος καταδικάστηκαν, όμως η τραγωδία αποκάλυψε μια γενικευμένη κουλτούρα αδιαφορίας. Η επιθεώρηση των προδιαγραφών ασφαλείας χιλιάδων νυχτερινών κέντρων διασκέδασης που ακολούθησε σε ολόκληρη τη χώρα έφερε στο φως ότι μόνο στο Σάο Πάολο το 60% των κλαμπ λειτουργούσε κατά παράβαση των κανονισμών ασφαλείας.
Pulse, Κότσανι, 2025
Στις 16 Μαρτίου 2025, περίπου 650 άτομα παρακολουθούσαν μια συναυλία του χιπ-χοπ ντουέτου DNK στο Pulse Nightclub, αν και είχαν πουληθεί μόνο 250 εισιτήρια, άρα το κλαμπ ήταν γεμάτο με τον διπλάσιο αριθμό ατόμων από τον επιτρεπόμενο. Το Pulse βρισκόταν σε ένα κτίριο που παλαιότερα χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη χαλιών και περιγράφεται ως «αυτοσχέδιο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης» από τους τοπικούς δημοσιογράφους. Σύμφωνα με τις αρχές, δεν διέθετε νόμιμη άδεια, αλλά λειτουργούσε κανονικά για αρκετά χρόνια πριν από την πυρκαγιά.
Κατά τη διάρκεια του live, περίπου στις 2:32 π.μ., οι DNK άναψαν ένα είδος κάθετων πυροτεχνημάτων εσωτερικού χώρου. Οι σπινθήρες τους έβαλαν φωτιά στα εύφλεκτα φύλλα ηχομονωτικού αφρού που υπήρχαν σε όλη την οροφή, κατακλύζοντας γρήγορα ολόκληρο τον χώρο με φλόγες και τοξικό καπνό. Τα βίντεο από τα πυροτεχνήματα και την πυρκαγιά που ακολούθησε έδειξαν προσπάθειες κατάσβεσης, με μερικούς πελάτες απλώς να παρακολουθούν ατάραχοι, ενώ άλλοι εγκατέλειπαν το κτίριο. Μια επιζώσα είπε ότι φώναξε σε μια ομάδα παιδιών να φύγουν, αλλά αυτά γέλασαν μαζί της.
Φυσικά, προκλήθηκε συνωστισμός όταν οι άνθρωποι έσπευσαν προς τις εξόδους και μερικά θύματα ποδοπατήθηκαν μέχρι θανάτου ενώ προσπαθούσαν να διαφύγουν. Μερικά από τα θύματα προσπάθησαν να πηδήξουν από την τουαλέτα του κλαμπ, αλλά βρήκαν τα παράθυρα κλειδωμένα με σίδερα. Όταν κατακάθισε ο καπνός, ο τραγικός απολογισμός ήταν 63 νεκροί και 193 τραυματίες. Εκείνο το βράδυ έχασαν τη ζωή τους όλοι οι μουσικοί και το συγκρότημα των DNK, μαζί με τον φωτογράφο τους.
Το δυστύχημα προκάλεσε σάλο στη χώρα και 35 άτομα, συμπεριλαμβανομένου του ιδιοκτήτη του χώρου και υπαλλήλων τριών θεσμικών φορέων, κατηγορήθηκαν για την πυρκαγιά. Τρεις πρώην δήμαρχοι της πόλης και δημόσιοι υπάλληλοι αρμόδιοι για την έκδοση αδειών βρέθηκαν μεταξύ αυτών που κατηγορήθηκαν για το περιστατικό και για το ότι έθεσαν σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια, επιτρέποντας τη λειτουργία ενός μη ασφαλούς χώρου. Οι αναφορές περιέγραφαν το γεγονός ως «μια προβλέψιμη τραγωδία», μετά από δεκατρία χρόνια παραβιάσεων που αγνοήθηκαν. Η πυρκαγιά δεν στοίχισε μόνο ανθρώπινες ζωές αλλά πυροδότησε και ένα κύμα οργής για τη διακυβέρνηση στη Βόρεια Μακεδονία σε εθνικό επίπεδο, με χιλιάδες ανθρώπους να διαδηλώνουν. Μετά την πυρκαγιά, 50 χώροι έκλεισαν στο πλαίσιο των μέτρων καταστολής των παράνομων χώρων και των παραβάσεων υγιεινής και ασφάλειας. Από τους χώρους που αναγκάστηκαν να κλείσουν, μόνο 22 είχαν έγκυρες άδειες λειτουργίας.