Βλέποντας τις «Ώρες Κοινής Ησυχίας» της Κατερίνας Ευαγγελάκου, αντιλαμβάνεται κανείς πως βλέπει κάτι σπάνιο πια: μια καλή και προπαντός αληθινή ελληνική ταινία. Ένας συναγερμός ξεσηκώνει τους κατοίκους μιας αστικής πολυκατοικίας ένα καλοκαιρινό βράδυ, και ο θεατής παρακολουθεί ουσιαστικά πέντε σπονδυλωτές ιστορίες των κατοίκων της πολυκατοικίας. Ο Όμηρος Πουλάκης υποδύεται τον αστυνομικό που φτάνει στον τόπο του εγκλήματος για να δει τι ακριβώς συμβαίνει με το συναγερμό, και καταλήγει να γίνει το αντικείμενο του πόθου για δυο αδελφές, ενοίκους της πολυκατοικίας. Δεν είναι η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Πουλάκη – έχει ήδη πάιξει το Μίλτο στο «Hardcore», και στα 23 του έχει επίσης προλάβει να τελειώσει το Εθνικό, να παίξει στις «Βάκχες» του Πίτερ Χολ («μου χώραγαν τα ρούχα του άγγλου ηθοποιού, γι’ αυτό με διάλεξαν» λέει γελώντας), αλλά και στην«Ορέστεια», τον «Φάουστους» και τον «Έρωτα Θηλυκρατή» του Δημήτρη Λιγνάδη, ενώ αυτή τη σεζόν πρωταγωνιστεί στο «Καθόλου Καλά», που παρουσιάζεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Ο ρόλος που έπαιξες στην ταινία πώς σου φάνηκε;
Το αντιμετωπίζω ως σύνολο περισσότερο, δεν το βλέπω ατομικά· ο δικός μου ρόλος είναι απλώς μέρος του συνόλου. Εξάλλου αυτή η ταινία είναι κατ’ εξοχήν ταινία συνόλου. Ο Αντώνης είναι ένα νέο παιδί με ένα γενικό αποπροσανατολισμό, είναι αγχωμένος και δεν μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση στο τέλος. Περισσότερο νομίζει πως είναι αστυνομικός παρά είναι. Με άγχωνε λίγο ο ρόλος γιατί ο Αντώνης ως ρόλος δεν είχε ιδιαίτερες χειρολαβές, όπως π.χ. ο Μίλτος που έπαιζα στο «Hardcore» (που ήταν ναρκομανής). Όλοι οι ρόλοι που έχουν κάτι ακραίο, ενώ φαίνονται δύσκολοι, είναι και οι πιο εύκολοι. Οι κανονικοί άνθρωποι σαν τον Αντώνη είναι πιο δύσκολοι. Μόνο αυτό με άγχωνε, αλλά αυτό είναι και το ωραίο αυτής της ταινίας – το ότι μιλάει για κανονικούς ανθρώπους.

Σε αντίθεση με τον Μίκι του «Καθόλου Καλά», που είναι ένας ρόλος πιο ακραίος;
Ο Μίκι είναι ένα ορφανό αγόρι 15 χρονών, που έχει μια ιδιαίτερα ισχυρή σχέση με την αδερφή του. Για να γλιτώσουν από όλους αυτούς που τους καταδιώκουν, εκείνη τον ωθεί σε εγκληματικές πράξεις. Φεύγουν να πάνε στη μεγάλη πόλη, γιατί πιστεύουν πως εκεί θα βρουν την Εδέμ τους. Ενώ είναι ένα σκληρό έργο, ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνεται είναι ανάλαφρος. Το θέμα είναι η φόρμα, όχι το θέμα.

Γιατί πιστεύεις πως θα έπρεπε κανείς να δει τις «Ώρες Κοινής Ησυχίας»;
Πέρα από το γενικότερο πλαίσιο της υποστήριξης του ελληνικού κινηματογράφου, που αυτή τη στιγμή πιστεύω πως είναι σε νηπιακό στάδιο (κατά κάποιο τρόπο είναι σαν παιδί που μπουσουλάει και προσπαθεί να σηκωθεί στα δυο του πόδια και να περπατήσει), κάτι που πιστεύω πως είναι πολύ σημαντικό, οι «Ωρες Κοινής Ησυχίας» είναι μια ταινία αληθινή (σπάνιο για έναν νηπιακό κινηματογράφο). Δεν έχει σεναριακές ακρότητες, και μου ’τυχε να πω διαβάζοντας το σενάριο «αυτό το ’χω ζήσει, αυτό το ’χω ζήσει· και αυτό το ’χω ζήσει». Μπορείς να ταυτιστείς με αυτή την ταινία, να δεις κάτι ωραίο και απλό.