«Elvis»: Κανείς δεν περίμενε μια τυπική βιογραφία από τον Μπαζ Λούρμαν

ΕΛΒΙΣ***1/2 Facebook Twitter
Ο Όστιν Μπάτλερ στον ρόλο του Έλβις.
0

Κανείς δεν περίμενε μια τυπική βιογραφία από τον Μπαζ Λούρμαν. Πόσο μάλλον όταν αποφασίζει να αποκαταστήσει τον Έλβις Πρίσλεϊ, αναλαμβάνοντας παράλληλα να τον συστήσει σε μια γενιά που, ως γνωστόν, δεν δίνει cent για οτιδήποτε, σπουδαίο ή άσχετο, έχει συμβεί τον προηγούμενο αιώνα.

Από τους προ-τίτλους ήδη το logo της Warner εμφανίζεται πλουμιστό, με τρουκ, πολύχρωμα πετράδια και βαριά μέταλλα, με τα χαρακτηριστικά βαριά αξεσουάρ που βγάζουν μάτι να κοσμούν τη γαλανόλευκη περιβολή του μετά τη στέψη του ως βασιλιά του rock n’roll.

Στις χειρότερες στιγμές του («Australia») ο Αυστραλός σκηνοθέτης επιδίδεται σε οπτικοακουστική φλυαρία, εξαντλώντας το θέμα με βομβαρδιστικό μοντάζ και αφηγηματικές επαναλήψεις. Στις εμπνευσμένες («Moulin Rouge») πετυχαίνει αφαίρεση στην υπερβολή, δηλαδή να κρατά το συναίσθημα σε ιλιγγιώδη κλιμάκωση και τα βασικά συστατικά των χαρακτήρων ζωτικά και αναλλοίωτα, πάντα περιστρέφοντας την πλοκή γύρω από τη μουσική ή τη μουσική ενορχήστρωση των πλάνων του.

Παρά την υπερ-περιγραφικότητά του, το «Elvis» διατηρεί τους μεγάλους, καθοριστικούς σταθμούς της αδιανόητα πυκνής και τόσο επιδραστικής ζωής του Αμερικανού τραγουδιστή. Το ξεκίνημα είναι ζαλιστικό και εξαιρετικά ενδιαφέρον, αφού περιλαμβάνει την «εκπαίδευσή» του στη μαύρη μουσική που άκουγε στον Νότο, την παρέα του με ανθρώπους που τον συνόδευσαν στα πρώτα του βήματα, το θαύμα του γκόσπελ που γαλβάνισε τη σκηνική του παρουσία, το καταλυτικό ανικανοποίητο που του κληροδότησε ανεξίτηλα η μητέρα του, μια ασαφούς έκφρασης, αν και έντονη ανάγκη για πνευματικό στήριγμα και, φυσικά, τη μοιραία γνωριμία του με τον συνταγματάρχη Τομ Πάρκερ, τον κακό της υπόθεσης.

Ο Λούρμαν επιλέγει να χρησιμοποιήσει τον αινιγματικό, σκοτεινό και κατά τεκμήριο πονηρό Ολλανδό λάτρη του τσίρκου και του τζόγου ως φυγόκεντρη δύναμη του δράματος, γκροτέσκα φιγούρα απέναντι στο υπέρλαμπρο εκτόπισμα του πιο διάσημου πελάτη του, καθώς και κεντρικό αφηγητή μέσα από την επιτηδευμένα αντιπαθή, άνιση ερμηνεία (και θολή προφορά) του Τομ Χανκς.

Ο Λούρμαν επιλέγει να χρησιμοποιήσει τον αινιγματικό, σκοτεινό και κατά τεκμήριο πονηρό Ολλανδό λάτρη του τσίρκου και του τζόγου ως φυγόκεντρη δύναμη του δράματος, γκροτέσκα φιγούρα απέναντι στο υπέρλαμπρο εκτόπισμα του πιο διάσημου πελάτη του, καθώς και κεντρικό αφηγητή, μέσα από την επιτηδευμένα αντιπαθή, άνιση ερμηνεία (και θολή προφορά) του Τομ Χανκς. Ταυτόχρονα, ο θεατής τσεκάρει αναπόφευκτα τον Όστιν Μπάτλερ, τις φυσιογνωμικές και άρρητες ομοιότητές του με το εικόνισμα του Βασιλιά.

Το πρόσημο είναι θετικό, με κάποιους αστερίσκους: ενώ η κίνησή του είναι πολύ πειστική σε όλες τις πρώιμες και όψιμες παραστάσεις του και το πρόσωπό του, που θυμίζει μια λεπτεπίλεπτη διασταύρωση των νέων Τραβόλτα και Κίλμερ με τον original Elvis, είναι γενικά σωστό, οι σιωπηλές του σκηνές βγαίνουν στατικές και η αύρα του, ενώ πετυχαίνει τη βουτυράτη αθωότητα της προ Γερμανίας περιόδου, δεν αναδίδει την απειλή που ο Έλβις κράδαινε στην άκρη της έκφρασής του.

Πανέξυπνος, ο Λούρμαν το διακρίνει και «κόβει» δεξιοτεχνικά στις υστερικές, φοβισμένες θαυμάστριες από τις πρώτες συναυλίες, στις οποίες έχει μεταδώσει τον κρουστό ερωτισμό. Οι σκηνές αυτές είναι ηλεκτρισμένες, όπως και οι περισσότερες περφόρμανς από το Λας Βέγκας, εκεί όπου τον ξαναβρίσκουμε μετά από ένα κουραστικό 45λεπτο, στο συμβόλαιο που τον φυλάκισε στο ισόγειο του καζίνου/τάφου του.

Η αυλαία της ταινίας, καθηλωτική και συνάμα αποκρουστική, με τον πραγματικό Έλβις να αγκομαχά μεγαλειωδώς, χύνοντας τα σωθικά του στο πιάνο με το «Unchained Melody», φανερώνει πως ακούγαμε μεγάλο ποσοστό από τη φωνή του ίδιου του Όστιν Μπάτλερ στο μεγαλύτερο μέρος των 157 προηγούμενων λεπτών μιας συνεχούς περιδίνησης, επίτευγμα διόλου ευκαταφρόνητο.

Χωρίς να αποφεύγει την κοιλιά ακριβώς στη μέση της βασικής ραχοκοκαλιάς του «Elvis» (εκεί όπου η ταινία προσπαθεί να αποδείξει πως ο μοναχικός ναρκομανής κάηκε πρόωρα γιατί αναζητούσε απεγνωσμένα την αγάπη από τη μάνα, την Πρισίλα και το κοινό του) και πάντα με τη μαγική συνωμοσία της Κάθριν Μάρτιν στα κοστούμια και στα σκηνικά, ο Λούρμαν παρασύρει και αποθεώνει, ακυρώνοντας τα χρονικά εμπόδια του μουσικού παρελθόντος με το cultural meta, με την πρακτική που μόνο εκείνος γνωρίζει να δοσολογεί και να χρονομετρά.

Η ταινία «Elvis» κάνει πρεμιέρα στους ελληνικούς κινηματογράφους στις 23/6.

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Οθόνες / Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

Το ελληνικό κοινό, πέρα από μια μικρή σχετικά κοινότητα ορκισμένων φαν, ποτέ δεν τιμούσε ιδιαίτερα το είδος στις αίθουσες, σίγουρα όχι όπως το αμερικανικό. Ο Δημήτρης Κολιοδήμος και ο Αβραάμ Κάουα εξηγούν τους λόγους της περιορισμένης προσέλευσης.  
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Οθόνες / O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής

Η ιστορία του ισπανού ερασιτέχνη ηθοποιού Ενρίκε Ιραζόκουι που στα 20 του ο Πιερ Πάολο Παζολίνι του εμπιστεύθηκε τον ρόλο του Θεανθρώπου, παρά το ότι βρισκόταν μακριά από τα ξανθογάλανα πρότυπα του δυτικού κινηματογράφου
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪ́ΤΗΣ
Και ξαφνικά, δυο ταινίες για τον… Πούτιν

The Review / Και ξαφνικά, δυο ταινίες για τον… Πούτιν

Η Βένα Γεωργακοπούλου και η Κατερίνα Οικονομάκου συζητούν για δύο ταινίες με τον Πούτιν στο επίκεντρο: συμφωνούν για την πρώτη, διαφωνούν για τη δεύτερη. Το μόνο βέβαιο; Η Ρωσία παραμένει μια τεράστια φυλακή που θα συνεχίσει να δίνει έμπνευση για περισσότερες ιστορίες.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Εύη Καλογηροπούλου: «Ξενίζει όταν μια γυναίκα κάνει ταινίες δράσης»

Οθόνες / Εύη Καλογηροπούλου: «Ξενίζει όταν μια γυναίκα κάνει ταινίες δράσης»

Στην «Gorgonà» της Εύης Καλογηροπούλου δύο γυναίκες επαναστατούν και αγωνίζονται για την ελευθερία και την ταυτότητά τους, μετατρέποντας εαυτόν σε σύμβολα αντίστασης και μεταμόρφωσης.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Οθόνες / Ερρίκος Λίτσης: «Τρώμε ποπκόρν και βλέπουμε να ρίχνουν πυραύλους»

Ο Ερρίκος Λίτσης πρωταγωνιστεί στην «Τελευταία κλήση», ένα αστυνομικό θρίλερ βασισμένο στην υπόθεση του Σορίν Ματέι, τη συγκλονιστική ιστορία ομηρίας με τραγική κατάληξη. Ο αγαπημένος ηθοποιός μιλά για την ταινία αλλά και τους καιρούς που ζούμε.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Πλαστικό και υπογονιμότητα: Το ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix μας καλεί να αποτοξινωθούμε άμεσα

Οθόνες / Αν θες να κάνεις παιδί, κόψε τα πλαστικά

Στο ντοκιμαντέρ The Plastic Detox στο Netflix, μια Αμερικανίδα επιδημιολόγος συναντά ζευγάρια που αγωνίζονται να κάνουν παιδί και τους ζητά να περιορίσουν δραστικά την έκθεση τους στα πλαστικά. Τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά.
THE LIFO TEAM
Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οθόνες / Οι πιο χοτ σειρές που έρχονται αυτή την άνοιξη

Οι πρεμιέρες στη μικρή οθόνη φέρνουν μαζί τους μεγάλα ονόματα και ακόμη μεγαλύτερο hype: από την τρίτη σεζόν του «Euphoria​​​​​​​» με τη Ζεντέγια και τον Τζέικομπ Ελόρντι μέχρι το «Margo’s Got Money Troubles​​​​​​​» με τις Νικόλ Κίντμαν και Μισέλ Φάιφερ.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Οθόνες / Oscars 2026: Μπηχτή στην αλαζονεία, τιμή σε έναν σπουδαίο δημιουργό

Φέτος, το Χόλιγουντ υπερασπίστηκε το μεγάλο σινεμά του Πολ Τόμας Άντερσον που αγαπά εξίσου τους χαρακτήρες και την πλοκή, τα genres και την κουλτούρα της αίθουσας, τη σάτιρα και το horror χωρίς αγκυλώσεις, τη συγκίνηση και το θέαμα χωρίς ενοχές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Οι Αθηναίοι / Ναταλία Γερμανού: «Εγώ έτσι είμαι, τα λέω τσεκουράτα»

Έγινε δημοσιογράφος επειδή της το πρότεινε ο πατέρας της. Περιοδικά, ραδιόφωνο, τηλεόραση, πέρασε από όλα όπως πέρασε και από το ελληνικό τραγούδι. Δεν πιστεύει στην αυτοαναφορική τηλεόραση ούτε στις «πεσιματικές» συνεντεύξεις. Η Ναταλία Γερμανού αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
«Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Pulp Fiction / «Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»

Η ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη» αναμένεται να σαρώσει στις σημαντικές κατηγορίες των Όσκαρ. Ποιο είναι το ιδιαίτερο στίγμα των ταινιών του; Με ποια υλικά έφτιαξε ο Άντερσον το νέο (για πολλούς) αριστούργημά του;
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ