Δεν είμαι ειδικός του χώρου, αλλά, απ' όσο μπορώ να αντιληφθώ, επικρατεί η αντίληψη ότι σε γενικές γραμμές μάλλον δεν έχουν ευτυχήσει τα θεατρικά έργα του Νιλ Σάιμον –αυτού του «βασιλιά του Μπρόντγουεϊ», μάστορα της σπιρτόζικης ατάκας και της (μικρο)αστικής αμερικανικής κωμωδίας εβραιο-νεοϋορκέζικου υποστρώματος– στις κατά καιρούς μεταφορές τους στις ελληνικές σκηνές.


Και μόνο η αφίσα της περσινής παράστασης του «Αταίριαστου Ζευγαριού» με τον Γιάννη Ζουγανέλη ως Όσκαρ, στον ρόλο που δόξασε ο Γουόλτερ Ματάου τόσο στο σανίδι όσο και στην οθόνη, προκαλεί μελαγχολία και θυμηδία, στοιχεία που δεν είχαν ποτέ θέση στο ενίοτε γλυκόπικρο, αλλά πάντα σπαρταριστό, πνευματώδες και αναπτερωτικό σύμπαν του πιο επιτυχημένου και δημοφιλούς θεατρικού συγγραφέα της μεταπολεμικής περιόδου παγκοσμίως.

 

Παρά την επιτυχία, τη δόξα και το χρήμα όμως, ο άνθρωπος που γεννήθηκε στην καρδιά της Νέας Υόρκης και μαζί με τον Γούντι Άλεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι εγκατέστησαν στην καρδιά του κοινού την κωμωδία αστικών νευρώσεων, δεν ξεχνούσε τα ζόρια μιας δύσκολης εφηβικής και νεανικής ηλικίας.


Δεν έχει και τόση σημασία. Έργα όπως το προαναφερθέν ή το «Ξυπόλυτοι στο πάρκο» παραμένουν, μετά από μισό αιώνα, αγαπημένα του κοινού και στη χώρα μας μέσω των κινηματογραφικών εκδοχών τους που προβάλλονται ξανά και ξανά και αποτελούν μεγάλα σουξέ όταν εμφανίζονται στα θερινά σινεμά.


[Ας εκθέσω εδώ ανέμελα το γεγονός ότι η μοναδική συμμετοχή μου στον θεατρικό κόσμο ήταν προ αιώνων ως «επιμελητή μουσικής υπόκρουσης» σε μια παράσταση του «Ξυπόλυτοι στο πάρκο» που είχε σκηνοθετήσει η Όλια Λαζαρίδου με τον Άκη Σακελλαρίου (Πολ), τη Θεοδώρα Τζήμου (Κόρι) και τον Κωνσταντίνο Τζούμα στο ρόλο του άκακου «κυανοπώγωνα» Βελάσκο – ιδανικό κάστινγκ!].

 

Ο διάσημος συγγραφέας, που πέθανε προχθές στα 91 του, αφήνοντας καμιά τριανταριά έργα πίσω, είχε πλήρη συνείδηση της μοίρας του επιτυχημένου δημιουργού ο οποίος συχνά σνομπάρεται από την κριτική.

 

Όπως σημείωνε ο ίδιος στην εισαγωγή μιας ανθολογίας έργων του, παραθέτοντας την άποψη του κριτικού Κλάιβ Μπαρνς, «ο Νιλ Σάιμον είναι καταδικασμένος να παραμείνει επιτυχημένος, πλούσιος και υποτιμημένος». Παρά την επιτυχία, τη δόξα και το χρήμα όμως, ο άνθρωπος που γεννήθηκε στην καρδιά της Νέας Υόρκης και μαζί με τον Γούντι Άλεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι εγκατέστησαν στην καρδιά του κοινού την κωμωδία αστικών νευρώσεων, δεν ξεχνούσε τα ζόρια μιας δύσκολης εφηβικής και νεανικής ηλικίας.


«Πλούτος είναι να πηγαίνεις από μηδέν στα διακόσια δολάρια την εβδομάδα. Τα παραπάνω δεν μετράνε». Και κέρδισε πολλά πολλά παραπάνω, κέρδισε όμως, έστω και αργά στην καριέρα του, και τη στοργή των κριτικών με την αυτοβιογραφική τριλογία «Brighton Beach Memoirs», «Biloxi Blues» και «Broadway Bound» στα μέσα της δεκαετίας του '80, για να του απονεμηθεί τελικά και το βραβείο Πούλιτζερ για το έργο «Lost in Yonkers» του 1991.

 

Νιλ Σάιμον: Αποχαιρετισμός στον μετρ της ατάκας και της θεατρικής κωμωδίας αστικών νευρώσεων
Ο Νιλ Σάιμον με τον Τζακ Λέμον και τον Γουόλτερ Ματάου, πρωταγωνιστές στο «Αταίριαστο Ζευγάρι». © Timothy White, 1997


Ο Τζακ Λέμον, που, αντίθετα από τον συμπρωταγωνιστή του στην κινηματογραφική μεταφορά του «Αταίριαστου Ζευγαριού», δεν ήταν παρών στο θεατρικό ανέβασμα του έργου, είχε χαρακτηριστικά τονίσει το ιδιαίτερο χάρισμα του Σάιμον να προκαλεί γέλιο αλλά και ενσυναίσθηση μέσα από το καθημερινό άγος της ύπαρξης των «ανθρώπων της διπλανής πόρτας» (ανδρών κατά κανόνα):
«Ο Νιλ έχει την ικανότητα να δημιουργεί χαρακτήρες –ακόμα και στους πρωταγωνιστικούς ρόλους με τους οποίους ταυτιζόμαστε, υποτίθεται – που είναι γεμάτοι ψεγάδια, κουσούρια, ελαττώματα. Παραμένουν όμως άνθρωποι που γνωρίζουμε, ούτε καλοί ούτε κακοί».


Ένα άλλο στοιχείο που επίσης μοιραζόταν με τον Γούντι Άλεν ήταν μια παροιμιώδης δυσανεξία στο Χόλιγουντ και στο Λος Άντζελες, σε αντιδιαστολή πάντα με τη Νέα Υόρκη.

 

Όπως είχε γράψει στην αυτοβιογραφία του που είχε τίτλο «Rewrites» και κυκλοφόρησε το 1996, «οι ανέσεις και τα κομφόρ του Χόλιγουντ μπορεί να επεκτείνουν το προσδόκιμο ζωής σου, αλλά, όταν τελικά πεθάνεις, σίγουρα δεν θα είναι από τα γέλια», ενώ σε μια συνέντευξή του στο «Playboy» το 1979 είχε δηλώσει ότι «υπάρχουν τουλάχιστον δύο εκατομμύρια ενδιαφέροντες άνθρωποι στη Νέα Υόρκη και μόλις ογδόντα επτά στο Λος Άντζελες».

 
Σε μια άλλη, κατοπινή συνέντευξή του στους «New York Times» το 1991, ο Νιλ Σάιμον είχε επιχειρήσει να εκφράσει και να ξορκίσει το σύμπλεγμα του δημοφιλούς δημιουργού που έρχεται αναπόφευκτα αντιμέτωπος με την αντανακλαστική καχυποψία της ελιτίστικης αντίληψης των «ειδικών», αλλά και να τονίσει την ευγνωμοσύνη του που κέρδισε τόσα από τη διαδικασία μυθοπλασίας χαρακτήρων:

 

«Γνωρίζω πώς με βλέπει το κοινό, διότι έρχεται διαρκώς κόσμος και με χαιρετά λέγοντας "ευχαριστούμε για τις όμορφες στιγμές". Η επιτυχία όμως με ευτέλισε τρόπον τινά. Η κρατούσα αντίληψη της κριτικής επιμένει ότι αν γράψεις τόσο πολλές επιτυχίες, δεν μπορεί να είσαι τόσο καλός... Για κάποιον όμως που θέλει να είναι αφέντης του εαυτού του, να μη βασίζεται σε κανέναν άλλον, να προκαλεί τη ζωή να συμμορφωθεί με τα δικά του οράματα αντί να ακολουθεί τα χνάρια των άλλων, το γράψιμο θεατρικών έργων είναι η τέλεια απασχόληση. Το να κάθεσαι μόνος σε ένα δωμάτιο για έξι, επτά ή δέκα ώρες και να μοιράζεσαι τον χρόνο με χαρακτήρες που εσύ δημιούργησες, για μένα αυτό είναι ο Παράδεισος. Κι αν δεν είναι ο Παράδεισος, τουλάχιστον είναι η ιδανική απόδραση από την Κόλαση».