Η μνήμη δεν θεραπεύεται: Κριτική για την «Πλατεία Ηρώων», από την Λουίζα Αρκουμανέα

Η μνήμη δεν θεραπεύεται: Κριτική για την «Πλατεία Ηρώων», από την Λουίζα Αρκουμανέα Facebook Twitter
Στην τρίτη πράξη έρχεται το τελειωτικό χτύπημα: το αποχαιρετιστήριο δείπνο της οικογένειας ως κακοστημένο θέατρο του Παραλόγου.
1

Ο καθηγητής Γιόζεφ Σούστερ απεχθανόταν την αταξία. Τα πουκάμισα έπρεπε να σιδερώνονται και να διπλώνονται με συγκεκριμένο τρόπο. «Ένας φανατικός της ακρίβειας είμαι, κυρία Τσίτελ», έλεγε στην πιστή οικονόμο του, «δεν είμαι άρρωστος».


Ο καθηγητής μισούσε όλους τους ανθρώπους εκτός από τον αδερφό του, τον Ρόμπερτ. «Ο πατέρας σας είχε το πιο κοφτερό μυαλό» λέει ο θείος στις ανιψιές του, κόρες του Γιόζεφ. Αγαπούσε τον Γκλεν Γκουλντ, τον Τολστόι και τον Κάφκα. «Ο πατέρας σας τα πόνταρε όλα σε ένα φύλλο / εμένα δεν μ' εξέπληξε η αυτοκτονία του /... / ή φεύγεις από τη Βιέννη πάραυτα / ή αυτοκτονείς».
Γιατί αυτοκτόνησε ο Γιόζεφ Σούστερ; Η Πλατεία Ηρώων οικοδομείται αριστοτεχνικά πάνω σε αυτό το μυστήριο.


«Η μνήμη δεν θεραπεύεται. Μπορεί μόνο, όπως και η πικρία, να ξεπεραστεί μέσα από τον θάνατο» σημειώνει η Jeanette R. Malkin στο βιβλίο της Memory: Theater and postmodern drama. Ο καθηγητής αυτοκτονεί επειδή δεν μπορεί να ξεχάσει. Και η σύζυγός του για τον ίδιο λόγο σβήνει, λίγες ώρες αργότερα, στο τέλος του έργου. Ένα ζευγάρι Εβραίων που βλέπουν καθημερινά τους εφιάλτες του ναζιστικού παρελθόντος να αναβιώνουν: τη σύγχρονη πολιτική κατάσταση στην Αυστρία να κυοφορεί κι άλλο αυγό φιδιού, τον αντισημιτισμό της βιεννέζικης κοινωνίας να φουσκώνει επικίνδυνα, τους δήθεν καλλιεργημένους θαμώνες του Μπούργκτεατερ να καμώνονται τους ανίδεους όσον αφορά τον ρόλο της πατρίδας τους στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.


Όπως οι ήρωές του, έτσι και ο Μπέρνχαρντ (1931-1989) αρνείται πεισματικά να λησμονήσει: φημισμένος για την «αδυσώπητη μνήμη του, μονίμως εξοργισμένη με τη συλλογική αμνησία της Αυστρίας», ο συγγραφέας δεν συγχώρησε ποτέ τους συμπατριώτες του που επέλεξαν μεταπολεμικά –και πολύ βολικά– να απωθήσουν το γεγονός πως έσπευσαν να επευφημήσουν τον Φίρερ στην Πλατεία Ηρώων της Βιέννης, όταν ο τελευταίος ανακοίνωσε εκεί θριαμβευτικά την προσάρτηση της Αυστρίας στο Γερμανικό Ράιχ, τον Μάρτιο του 1938.

Δεν κατάλαβα για ποιον λόγο πρέπει οι ηθοποιοί να μείνουν με την πλάτη γυρισμένη σ' εμάς, σε μια σκηνή όπου η άμεση απεύθυνση είναι φανερά το ζητούμενο. Ένα «κατηγορώ» δεν μπορεί ποτέ να γίνεται με κλεφτά βλεμματάκια των ηθοποιών προς το κοινό.


Και είναι αυτές οι ίδιες ζητωκραυγές που τρυπάνε ακόμη, πενήντα χρόνια μετά, τα αυτιά της συζύγου του καθηγητή, στο διαμέρισμά τους πάνω από την Πλατεία Ηρώων. Τα ίδια φριχτά φαντάσματα που δεν λένε να εγκαταλείψουν το μυαλό της ούτε μετά τη λοβοτομή.


Το τραύμα, σύμφωνα με τον Φρόιντ, είναι άχρονο: το 1938 βιώνεται σαν χθες. Ο πόνος που τους επιβλήθηκε πριν από μισό αιώνα καίει ακόμη την ψυχή τους. Τα ιστορικά γεγονότα τούς κατέστρεψαν, κι ας μην πήγαν στους θαλάμους αερίων: άλλοι αυτοκτόνησαν, άλλοι οδηγήθηκαν στην παράνοια, άλλοι αποσύρθηκαν και βγάζουν κραυγές σαν πληγωμένα ζώα.


Ο Ρόμπερτ αποκαλεί όλους τους Αυστριακούς κρυφο-ναζί. Βρίζει τον πρωθυπουργό, τους Σοσιαλιστές, την Εκκλησία, τους συνδικαλιστές, τους δημοσιογράφους, τους διανοούμενους· κανείς δεν γλιτώνει από τα πυρά του. Έχοντας εξαπολύσει το τελευταίο του «κατηγορώ», ο Μπέρνχαρντ πεθαίνει τρεις μήνες μετά. Προς μεγάλη του ικανοποίηση, η πρεμιέρα της Πλατείας Ηρώων στο ιστορικό Μπούργκτεατερ της Βιέννης, τον Νοέμβριο του 1988, σε σκηνοθεσία Κλάους Πάιμαν, προκαλεί το πιο θεσπέσιο σκάνδαλο: η αστυνομία παραμονεύει, το κοινό παραληρεί, η πολιτική ηγεσία διχάζεται, αγανακτισμένοι πολίτες ξεφορτώνουν ένα βουνό κοπριά στα σκαλιά του θεάτρου. Ο Μπέρνχαρντ χτύπησε φλέβα: η συσσωρευμένη υποκρισία πετάχτηκε όλη έξω. Μία από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου το θέατρο λειτούργησε πράγματι ως μέσο αφύπνισης από τον λήθαργο της καθωσπρέπει αναισθησίας.


Περισσότερο ως αισθητικό αντικείμενο χωρίς ιστορικό χαρακτήρα αντιμετώπισε το κείμενο του Μπέρνχαρντ ο Δημήτρης Καραντζάς παρά ως παλλόμενο σώμα με καρδιά που χτυπά ακόμη, πολλά έτη μετά και χιλιόμετρα μακριά από τη βιεννέζικη μήτρα του. Μπορεί εμείς, ως λαός, να μην επευφημήσαμε τον Χίτλερ, και αυτό είναι μια σημαντική διαφορά μας από τους Αυστριακούς, τα ζητήματα όμως της ιστορικής μνήμης, της ενοχής και της ευθύνης μας ως μελών ενός πολιτικού σώματος που εκλέγει διεφθαρμένους εκπροσώπους μάς αφορούν σήμερα εξίσου, αν θέλουμε να μην είμαστε «ένας μίζερος θίασος ανόητων κομπάρσων που εμπαίζονται καθημερινά από μια χούφτα πρωταγωνιστές», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Μπέρνχαρντ.

Η μνήμη δεν θεραπεύεται: Κριτική για την «Πλατεία Ηρώων», από την Λουίζα Αρκουμανέα Facebook Twitter
Ο λόγος της Καραμπέτη ξεδιπλώνεται γεμάτος «ραφές», λες και οι οδηγίες ανάγνωσης εμφανίζονται παράλληλα με το κείμενο (εδώ αργά, εδώ γρήγορα κ.ο.κ.).


Αρχικά γοητευόμαστε από το σκηνικό περιβάλλον που δημιούργησε η Κλειώ Μπομπότη: λευκό και άσπιλο, με πλήθος ανδρικών παπουτσιών παραταγμένων σε ζεύγη στο πάτωμα, έναν μεγάλο καθρέφτη και μια ενδιαφέρουσα τρύπα στο κέντρο του πατώματος, σαν ρωγμή που απειλεί να ρουφήξει τους ήρωες. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι η βλοσυρή κυρία Τσίτελ, νευρωτική οικονόμος που σιδερώνει μανιακά το ένα πουκάμισο μετά το άλλο, ακριβώς όπως της είχε υποδείξει ο αποθανών εργοδότης της. Η νεαρή υπηρέτρια Χέρτα (Σύρμω Κεκέ) την ακούει σκεπτική, ενώ τοποθετεί ευλαβικά τα παπούτσια σε πανομοιότυπα γκρι κουτιά. Ο λόγος της Καραμπέτη ξεδιπλώνεται γεμάτος «ραφές», λες και οι οδηγίες ανάγνωσης εμφανίζονται παράλληλα με το κείμενο (εδώ αργά, εδώ γρήγορα κ.ο.κ.). Τα προφανή φρεναρίσματα και οι επιταχύνσεις εμποδίζουν τη μουσικότητα του λόγου του Μπέρνχαρντ –αυτό το κυκλικό συντακτικό με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, στρόβιλοι που σε παρασύρουν– να αναπτυχθεί προς το μέρος μας. Ο κόσμος του καθηγητή Σούστερ μένει απρόσιτος: η αφήγηση της οικονόμου μάς κλείνει την πόρτα, καθώς μας καλεί να εστιάσουμε στην τεχνική της ηθοποιού και όχι στην ουσία των λεγομένων.


Τα πράγματα χειροτερεύουν αισθητά στη δεύτερη πράξη, προτού βουλιάξουν εντελώς στην τρίτη. Δεν κατάλαβα για ποιον λόγο πρέπει οι ηθοποιοί να μείνουν με την πλάτη γυρισμένη σ' εμάς, σε μια σκηνή όπου η άμεση απεύθυνση είναι φανερά το ζητούμενο. Ένα «κατηγορώ» δεν μπορεί ποτέ να γίνεται με κλεφτά βλεμματάκια των ηθοποιών προς το κοινό. Η ειρωνική ερμηνεία του Χρήστου Στέργιογλου ως Ρόμπερτ, που αναλαμβάνει να κατακεραυνώσει το κοινό εκ μέρους του συγγραφέα, μπορεί να φωτίζει το πικρό χιούμορ του τελευταίου, απορρίπτει όμως κάθε πιθανότητα οργής, έτσι όπως φλερτάρει σπασμωδικά με τη λογική της ατάκας και της κωμωδίας.

 
Η ένταση της υπερβολής, της αγαπημένης επιθετικής τεχνικής του Μπέρνχαρντ, δαμάζεται και διυλίζεται. Ο θυμός εξορίζεται. Η Πλατεία Ηρώων μικραίνει. Η τοποθέτησή της στην Ελλάδα του 2017 γίνεται με όρους επιφανειακούς, χωρίς να προκύπτει καμία προσπάθεια συγκρίσεων και παραλληλισμών ιστορικού προσανατολισμού. Δεν μπορείς, όμως, να πραγματεύεσαι ένα έργο που μιλάει για την ιστορική μνήμη και τη συνείδηση περιφρονώντας αυτές ακριβώς τις έννοιες. Ούτε επίσης να παραβλέπεις την αφυπνιστική του πρόθεση: ένας καθρέφτης που φέρνει το κοινό «μέσα» στη σκηνή δεν αρκεί για να επιτευχθεί η αυτοκριτική μας στο σήμερα – μάλλον να χαζέψουμε τους άλλους θεατές μάς βοηθάει...

 
Ανοιχτά φώτα, ανοιχτή πόρτα, μουσική «φασαρία» και η σύγχυσή μας επιτείνεται. Στην τρίτη πράξη έρχεται το τελειωτικό χτύπημα: το αποχαιρετιστήριο δείπνο της οικογένειας ως κακοστημένο θέατρο του Παραλόγου. Θα σταθεί ή δεν θα σταθεί το βάζο; Πού να αφήσει ο Λούκας το παλτό του; Χτυπάνε οι κουτάλες στα σερβίτσια και κακότεχνα εισβάλλει ένας βόμβος, που καθόλου δεν παραπέμπει σε ζητωκραυγές – καμία ιστορική ταυτότητα δεν διαθέτει. Ξαφνικά, οι ήρωες αρχίζουν να μιλάνε δυνατά και να συμπεριφέρονται σαν να δέχτηκαν επίθεση από εξωγήινους και όχι σαν η δύναμη της Ιστορίας να σπάει τα προσχήματα της απάθειας και να τους αναγκάζει να ακούσουν επιτέλους την αλήθεια.


Κερασάκι στην τούρτα, η κυρία ξερή στη σούπα, σαν στιγμιότυπο από άλλο έργο, από κάποια γαλλική φάρσα που έκανε ξαφνικά κατάληψη στο «σβήσιμο» μιας γυναίκας, που πλήρωσε τόσο ακριβά την αντίστασή της ενάντια στη λήθη.


Ούτε ιστορική συνείδηση ούτε σύγχρονη καταγγελία: τι μένει τελικά από την Πλατεία Ηρώων; Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε...

Ιnfo:

Πλατεία Ηρώων

Θέατρο Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής» Κυκλάδων 11, Κυψέλη

Τετ. 20:00, Πέμ. & Παρ. 20:30, Σάβ. 21:00, Κυρ. 19:00

Εισ.: €12-16

Θέατρο
1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λέσλι Τράβερς: «Η όπερα είναι ένας κόσμος χωρίς όρια»

Θέατρο / Ο Λέσλι Τράβερς πήγε τη σκηνογραφία σε άλλο επίπεδο. Δες εδώ μαγεία

Με αφορμή τη νέα παραγωγή της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ο διακεκριμένος σκηνογράφος μιλά για τη δύναμη της μουσικής να γεννά εικόνες και την όπερα ως ένα από τα πιο ζωντανά καλλιτεχνικά πεδία.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Εύη Σαουλίδου / Εύη Σαουλίδου: «Θέλουμε τα πάντα. Όλα όσα υπάρχουν στη ζωή. Βουλιμικά»

Μια από τις πιο προσηλωμένες στην τέχνη της ηθοποιούς της γενιάς της θα ζωντανέψει επί σκηνής μαζί με τέσσερις άντρες, σε μια ελεύθερη θεατρική διασκευή, την ταινία του Μάρκο Φερέρι «Το μεγάλο φαγοπότι».
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Θέατρο / Σάββας Στρούμπος: «Οι λογαριασμοί μας με τον Κάφκα παραμένουν ανοιχτοί»

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου ανεβάζει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ το τελευταίο διήγημα του Κάφκα, βλέποντας σε αυτό μια εξαιρετικά επίκαιρη αλληγορία για την προσπάθεια της τέχνης να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν τη θεωρεί απαραίτητη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό με νέα, φρέσκια ματιά

The Review / Σε κάποιους άρεσε ο «Βυσσινόκηπος» στο Εθνικό

Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο Χρήστος Παρίδης διαβάζουν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παράσταση του Εθνικού, θυμούνται τους «Βυσσινόκηπους» που έχουν δει και ξεφυλλίζουν τη θαυμάσια μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Έρευνα / Πόσο εύκολα «βγαίνει» μια ελληνική παράσταση στο εξωτερικό;

Τι χρειάζεται, τελικά, για να βγει μια παράσταση έξω από την Ελλάδα; Ποιος στηρίζει τους καλλιτέχνες; Ποια έργα «αρέσουν» στους ξένους; Ζητήσαμε από τους Έλληνες δημιουργούς Δημήτρη Παπαϊωάννου, Πρόδρομο Τσινικόρη, Ανέστη Αζά, Γιώργο Βαλαή, Χρήστο Παπαδόπουλο, Ευριπίδη Λασκαρίδη, Πατρίσια Απέργη και Μάριο Μπανούσι να μοιραστούν την πορεία του ταξιδιού τους.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μπήκαμε στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Θέατρο / Στις πρόβες της «Άννα Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης εξηγεί τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την όπερα του Ντονιτσέτι, «μουτζουρώνοντας» το μπελ κάντο του συνθέτη με ηχητικές παρεμβολές πρωτοφανείς για τα ελληνικά δεδομένα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Θέατρο / O Θύμιος Ατζακάς έκανε το «Κτίσμα» του Κάφκα μουσική περφόρμανς

Ο μουσικός εξηγεί πώς από το έργο του Φραντς Κάφκα εμπνεύστηκε την ομώνυμη μουσική περφόρμανς θέλοντας να μιλήσει για τον τρόπο που ακόμα και η υποψία του φόβου παραλύει τον άνθρωπο, ενώ ουσιαστικά παγιδεύεται από τον ίδιο του τον εαυτό.
M. HULOT
Κωνσταντίνος Σκουρλέτης: «Πώς γίνεται να μην παρατηρείς όσα συμβαίνουν γύρω σου και να μην τα εισάγεις στην τέχνη σου;»

Θέατρο / Ένας από τους καλύτερους σκηνογράφους μας είναι μόλις 31 ετών

Λίγο προτού ανέβει το «Τζένη Τζένη», ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης της ομάδας bijoux de kant, του φιλμικού σύμπαντος του Βασίλη Κεκάτου, των αριστουργηματικών κόσμων του Γκολντόνι αλλά και της Μαρίνας Σάττι, αποκωδικοποιεί την ανοδική του πορεία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά για το «Shopping and Fucking»

Θέατρο / «Shopping and Fucking»: Έτσι στήθηκε μια από τις πιο σοκαριστικές παραστάσεις των ’90s

Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος θυμάται τις συνθήκες και την απήχηση της παράστασης του θεάτρου Αμόρε την περίοδο 1996-97 που υπήρξε ένα από τα πιο προκλητικά έργα που ανέβηκαν στην Αθήνα.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Όλη η ζωή του Άντον Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Θέατρο / Όλη η ζωή του Aντόν Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Αναμένοντας τις δύο πρεμιέρες του «Βυσσινόκηπου» που θα ανέβουν στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, διαβάζουμε για τη ζωή του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα και την ιστορία του τελευταίου του έργου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Θέατρο / Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Στην «Αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι ο Γιάννης Νιάρρος και ο Κώστας Νικούλι υποδύονται δύο ορειβάτες. Η κατάκτηση της κορυφής, η πτώση, η μνήμη, η φιγούρα του πατέρα ζωντανεύουν σε ένα συναρπαστικό έργο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

σχόλια

1 σχόλια