Γέλια έρχονται πίσω από τις τριανταφυλλιές και σε θυμάμαι να χορεύεις το Τεκίλα

 

 

Την Τρίτη είχαμε μπλακ άουτ στο νησί. Έπεσε το σκοτάδι σαν δροσιά πάνω στους ανθρώπους. Καθόμουν μόνος στο υπόστεγο στο κτήμα κι άκουγα τις ανάσες τους, έβλεπα τα υγρά τους μάτια να διασχίζουν τροχιές στον αέρα.

 

Ο Λαγανάς, ένα φλίπερ βγαλμένο από την πρίζα. Τα παιδιά κάθονταν άνεργα στα κράσπεδα, έπιναν βυθισμένα στη σιωπή, αγγίζονταν με ηλεκτρισμένα δάχτυλα. Πέρασα ανάμεσά τους όπως διασχίζεις το νερό. Η θάλασσα έφερνε δροσιά — το μεσημέρι είχε βρέξει απέναντι.

 

Αυτός ο αέρας, τι μέθη μου ανακαλεί! Πόσα χρόνια πάνε που έτρεχα σ’ αυτούς τους αμμόλοφους κυνηγώντας το σκυλί και τ’ άσπρα σύννεφα με σκέπαζαν με ένα στεφάνι φως. Πού πήγαν εκείνα τα γέλια, πού πήγαν εκείνα τα φιλιά; Το φεγγάρι στις καλαμιές, η άμμος στα εσώρουχα, οι ψιθυριστοί όρκοι, η βία της καρδιάς, ο τελευταίος σπασμός των μπλεγμένων σωμά­των...

 

Τώρα γυρνάω στα ρεϊβάδικα που απόψε μείνανε από ρεύμα και τα χείλη του χρόνου με φιλούν σαν βδέλλες κι είμαι απόλυ­τα άδειος μέσα μου, νοσταλγώντας εκείνη τη δύναμη που άλλο­τε μ’ έθρεφε — τη δύναμη που μέσα από τον πράσινο μίσχο σπρώχνει το λουλούδι.

 

Όμως αφήνω την υγρασία να με ποτίσει καθώς ένα επιπό­λαιο τραγούδι σέρνεται στην ομίχλη και κάτι μεθυσμένοι φίλοι φωνάζουν «Χάθηκα μαλάκα» με γέλια νευρικά. Έχω χαθεί, μα δεν με νοιάζει πού πηγαίνω. Το πούσι μού θαμπώνει τα γυαλιά, κρατάω ένα χέρι που θα μπορούσα ν’ αγαπήσω και δήθεν τ' οδηγώ.

 

Λέω στην καρδιά μου, ηρέμησε και ΠΕΡΙΜΕΝΕ χωρίς ελπί­δα, χωρίς αγάπη, χωρίς πίστη, χωρίς σκέψη — σβήσε τα όλα. Σε μέρη που δεν ξέρουμε, θα πάμε από δρόμους που αγνοούμε.

 

Πού πήγαν οι αμμόλοφοι που έτρεχα πριν από 20 χρόνια; Γέλια έρχονται πίσω από τις τριανταφυλλιές και σε θυμάμαι να χορεύεις το Τεκίλα.

 

Ζάκυνθος, 2001