Χριστίνα Χρυσανθοπούλου

 

Χαμένες πλατείες

 

 

 

Χαμένες πλατείες
© Βάνιας Σταυρακάκης

 

 

Η τυχαιότητα της ανθρώπινης ζωής σε μια πόλη που η ματαίωση διαγράφει τη σταθερή, αμείλικτη τροχιά της πάνω από τις στέγες της.

 

 

"Όποτε άλλαζα στέκι και γειτονιά  - και αυτό συνέβαινε συχνά -, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ανακαλύπτω την πλατεία τους. Με όλες τις αισθήσεις, αν και πιο σοβαρά λάμβανα την ετυμηγορία της αφής, ειδικά από τότε που η όσφρηση είχε υποστεί σοβαρό πλήγμα. Την περπατούσα χωρίς να βιάζομαι και εκείνη σε κάθε βήμα μού αποκαλυπτόταν από μόνη της. Από την αίσθηση που μου ‘στελναν τα στοιχεία της - το χώμα, το γρασίδι, το τσιμέντο, ακόμη και από το σχήμα στις πλάκες της - μάθαινα πολλά. Για το πού βρισκόμουν και για το μέλλον που θα είχα σε κάθε μέρος. Αν θα ήταν η παραμονή μικρή ή με διάρκεια, τι από τα δύο θα προτιμούσα και αν η αυτή η προτίμηση θα φαινόταν εγκαίρως ή θα καθυστερούσε. Όλα με έναν τρόπο ενστικτώδη και αλάνθαστο.

 

Οι πλατείες  του παραδοσιακού τύπου, οι κυκλικές, είναι περισσότερο του γούστου μου, όμως καθεμία έχει τον χαρακτήρα της, και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της κατασκευής, ούτε καν απόφαση των χρηστών της, αλλά θέμα αύρας, ενέργειας. Έχω δει πλατείες υψηλών προδιαγραφών και κονδυλίων να ξεπέφτουν προτού προλάβει ο Δήμος να οργανώσει τα επίσημα εγκαίνια, και άλλες που η ζωή ξεχειλίζει από μέσα τους, όπως το ζυμάρι από το ταψί. Παρά τις όποιες διαφορές, υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που τις ενώνει. Σε αυτές βλέπεις τα πάντα - ανάμεσά τους τα χειρότερα - και επαναπροσδιορίζεις τη θέση σου στον κόσμο.

 

Οι συμμορίες που συγκεντρώνονται στις πλατείες ήταν βέβαια πάντα ένα πρόβλημα, αλλά πλέον έχω μάθει την κρίσιμη στιγμή να γίνομαι αόρατος. Ο δρόμος θέλει διπλωματία, αν δεν έχεις τα σωματικά προσόντα. Και εγώ δεν τα διαθέτω. Γι΄ αυτό και το πρώτο κολάρο μου έπεσε βαρύ. Για χρόνια δεν το καταλάβαινα αυτό με το κολάρο. Δεν θα πάω πουθενά, άνθρωπέ μου, άσ’ το το ρημάδι. Μετά κατάλαβα. Το να μη χαθώ ήταν το πρόσχημα. Ο έλεγχος της πολύτιμης ιδιοκτησίας ήταν η πραγματική ανάγκη. Προσποιούμουν και εγώ τον πολύτιμο. Καμιά φορά άφηνα τον εαυτό μου να το πιστέψει κιόλας. Δεν βγαίνει η ζωή χωρίς αυταπάτες".

 

Απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων της Χριστίνας Χρυσανθοπούλου, με τίτλο Χαμένες Πλατείες
Εκδόσεις Κέδρος, 2021

 

 

Χαμένες πλατείες
© Βάνιας Σταυρακάκης

 

 

"Ο λόγος της Χρυσανθοπούλου που συγκροτεί την αφήγηση έχει τον δικό του ιδιαίτερο ρυθμό. Αυτό που κυρίως τον χαρακτηρίζει είναι η παρεμβολή κενών, μεγαλύτερων ή μικρότερων κάθε φορά, που διαμορφώνουν μία αφήγηση κοφτή και ασθματική, ταυτόχρονα όμως ιδιαίτερα ελκυστική για τον αναγνώστη που καλείται να γεφυρώσει τα κενά και να αναδιαμορφώσει με τους δικούς του όρους την ιστορία. Αυτό, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ούτε σηματοδοτεί την απόσυρση της πεζογράφου. Αντίθετα, η φωνή της παραμένει ιδιαίτερα δυναμική, παρατήρηση που αποδεικνύεται κυρίως από το γεγονός ότι προσδίδει στην αφήγησή της έναν τόνο και μία χροιά τόσο οικεία, ώστε να συμπαρασύρει τον αναγνώστη στην παρακολούθηση μίας ανεμπόδιστης εξιστόρησης που θα μπορούσε κάλλιστα να προκύπτει ως παραμυθιακού τύπου αφήγηση, όπως παραδοσιακά ορίζεται η διηγηματική λειτουργία και πράξη. Οι ιστορίες της Χρυσανθοπούλου, λοιπόν, προσφέρονται ως ανάγνωσμα, προσφέρονται όμως και ως ερέθισμα και αφορμή για περίσκεψη πάνω στον άνθρωπο και στον τρόπο με τον οποίο αυτός αναζητά και αναπλάθει τον εαυτό του."

 

Ευσταθία Δήμου
literatur.gr

 

 

Η Χριστίνα Χρυσανθοπούλου γεννήθηκε το 1974. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Δημοσιογραφία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Αθήνα και το Λονδίνο με αντικείμενο τη Συγκριτική Εκπαίδευση και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα έντυπα της χώρας ως αρθρογράφος, ενώ την τελευταία επταετία εργάζεται ως αρχισυντάκτρια στον ηλεκτρονικό τύπο. Διηγήματα της έχουν βραβευτεί σε λογοτεχνικό διαγωνισμό και έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατά. Το 2011 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο "Ζοή με όμικρον" από τις εκδόσεις Πάπυρος. Ζει στην Αθήνα με την κόρη της.

 

Χαμένες πλατείες