Επικρατεί μια αντίληψη πως οι μόνιμοι κάτοικοι των νησιών δεν έχουν ιδιαίτερη ανάγκη από διακοπές το καλοκαίρι, αφού οι διακοπές έρχονται στον τόπο τους. Ως νησιώτης, μεγαλωμένος στη Ρόδο, δηλώνω πως αυτό είναι μεγάλος μύθος.

 

Σαφώς και είμαστε πιο ευνοημένοι σε σχέση με τους Έλληνες που ζουν μόνιμα σε μη παραθαλάσσιες περιοχές (αν μπορούμε να πούμε πως είμαστε ευνοημένοι σε κάτι), όμως η παραμονή και το καλοκαίρι στο νησί όπου κατοικείς όλο τον χρόνο δεν «πιάνεται» ως διακοπές απλώς και μόνο επειδή έχεις εύκολη πρόσβαση στη θάλασσα – κι εγώ που έχω φύγει εδώ και πολλά χρόνια από κει, ποτέ δεν θεωρώ ότι κάνω διακοπές στις ολιγοήμερες επισκέψεις μου στη Ρόδο.


Σε όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων και στη μισή τουλάχιστον εφηβεία μου ένας ήταν ο προορισμός που είχα συνδέσει με την έννοια των διακοπών: τα Χανιά. Μέχρι τα δεκαπέντε μου, επισκεπτόμασταν οικογενειακώς τον τόπο καταγωγής της μητέρας μου κάθε καλοκαίρι, για να περάσουμε περίπου δύο εβδομάδες με τους θείους της στο πατρικό του παππού μου, στους Αρμένους Αποκορώνου.

 

Σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων συναντάς συγκλονιστικές παραλίες, χωριά με χαρακτήρα, το μοναδικό στην Ελλάδα Φαράγγι της Σαμαριάς, που ακόμα δεν έχω αξιωθεί να διασχίσω, ορεινές εκτάσεις που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα χειμερινά θέρετρα και, κυρίως, το καλύτερο φαγητό της Ελλάδας.

 

Όμορφο χωριό, με δροσιά και πλούσια νερά, όπως εξάλλου και όλη η επαρχία του Αποκόρωνα, πολύ κοντά στην παραλία των Καλυβών και μόλις 21 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νομού, ήταν και θα είναι για πάντα το ορμητήριο όλων των αναμνήσεών μου από την Κρήτη, στην οποία επέστρεψα πέρσι, ακριβώς δεκαπέντε χρόνια μετά, για να τη γνωρίσω εκ νέου και να την επαναπροσδιορίσω.

 

Είναι γεγονός πως αν ζητήσεις από δέκα ανθρώπους να σου γράψουν για την Κρήτη, θα διαβάσεις ενδεχομένως πράγματα που μπορεί να μην έχουν ούτε ένα κοινό στοιχείο μεταξύ τους.

 

Ο τόπος αυτός είναι ευλογημένος και για μένα ο Νομός Χανίων πρωτοστατεί στην ευλογία – κι ας λογίζονται συχνά οι άνθρωποί του σκληροί και απρόσιτοι. Σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων συναντάς συγκλονιστικές παραλίες, χωριά με χαρακτήρα, το μοναδικό στην Ελλάδα Φαράγγι της Σαμαριάς, που ακόμα δεν έχω αξιωθεί να διασχίσω, ορεινές εκτάσεις που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα χειμερινά θέρετρα και, κυρίως, το καλύτερο φαγητό της Ελλάδας.


Εγώ, λοιπόν, ήμουν πάντα ο αουτσάιντερ Ροδίτης που έπρεπε επί δεκαπέντε ημέρες κάπως να προσαρμοστεί ανάμεσα σε ξαδέρφια βέρους Κρητικούς που παραθέριζαν εκεί όλο το καλοκαίρι. Έτσι, για μένα τα Χανιά θα είναι πάντα η μεγάλη μουριά στο πατρικό του παππού, που τώρα χάσκει ετοιμόρροπο και όταν το είδα πέρσι με έπιασε η καρδιά μου.

 

Τα πολύωρα ταξίδια με την Νταλιάνα, τη Ρομίλντα, τη Δημητρούλα του Αγούδημου, που από τη Ρόδο μέχρι το Ηράκλειο έπιαναν εκατό λιμάνια σε άγριες ώρες, και αργότερα με τον Βιτσέντζο Κορνάρο που έφτανε μόνο μέχρι Άγιο Νικόλαο, και το οδικό ταξίδι που ακολουθούσε, διασχίζοντας όλο το νησί μέχρι τη δύση. Τα «πόσο μεγάλωσες, ψήλωσες, πάχυνες, αδυνάτισες».

 

Σε όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων και στη μισή τουλάχιστον εφηβεία μου ένας ήταν ο προορισμός που είχα συνδέσει με την έννοια των διακοπών: τα Χανιά.
Σε όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων και στη μισή τουλάχιστον εφηβεία μου ένας ήταν ο προορισμός που είχα συνδέσει με την έννοια των διακοπών: τα Χανιά.

 

Το κατσικάκι-πρωταγωνιστής στην κουζίνα της θείας Ελένης, ψητό, μαγειρευτό, ακόμα και βραστό με ντοματόσουπα, πάντα για το καλωσόρισμα («μα, πώς γίνεται να μη μυρίζει ποτέ;») – και τους γονείς μου να παραπονιούνται παραδοσιακά για ανεβασμένη χοληστερίνη στην επιστροφή μας. Τα τυριά, τα καλιτσούνια, το γαμοπίλαφο, τα φραγκόσυκα. Το παγωτό από τον Βάμο, την πρωτεύουσα του Αποκόρωνα, που κάναμε αγώνα δρόμου να μη λιώσει μέχρι να το μεταφέρουμε στο δικό μας χωριό.

 

Τα χαρτοπαίγνια και τα οριγκάμι της θείας Ελένης, ο «στάβλος» του θείου Γιώργου. Η καθιερωμένη βόλτα στη δημοτική αγορά της πόλης, τα χρώματα και τα αρώματά της, και η κατάληξη πάντα στο παλιό λιμάνι.

 

Η κρητική προφορά και ντοπιολαλιά με τα «κοπέλια», το «ίντα κάνεις», το «πράμα δεν κατέω», τους «κουζουλούς», που κατά παράδοξο τρόπο υιοθετούσα και με συνόδευε στη Ρόδο, να συναγωνίζεται στο αποκαλόκαιρο τα βαριά ροδίτικα των συμμαθητών μου – ευτυχώς, απέβαλα και τα δύο αξάν μεγαλώνοντας.

 

Η βαρεμάρα του μεσημεριού που με έβρισκε να διαβάζω τόνους παλιών κόμικς, τα οποία προμηθευόμουν με συχνές επιδρομές σε περίπτερα-χρυσωρυχεία των Χανίων. Τα τεράστια κύματα και η ανοιχτωσιά της Γεργιούπολης, της καλύτερης κοντινής στο χωριό ακτογραμμής.

 

Το παιχνίδι της καταμέτρησης των αυτοκινήτων που βλέπαμε στο αντίθετο ρεύμα κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής και τα αντίστοιχα στοιχήματα με τα ξαδέρφια. Οι πινακίδες του αυτοκινητόδρομου που είχα μάθει απ' έξω – στη Ρόδο δεν είχαμε τόσο μεγάλους δρόμους.

 

Σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων συναντάς συγκλονιστικές παραλίες, χωριά με χαρακτήρα, το μοναδικό στην Ελλάδα Φαράγγι της Σαμαριάς, που ακόμα δεν έχω αξιωθεί να διασχίσω, ορεινές εκτάσεις που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα χειμερινά θέρετρα και, κυρίως, το καλύτερο φαγητό της Ελλάδας.
Σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων συναντάς συγκλονιστικές παραλίες, χωριά με χαρακτήρα, το μοναδικό στην Ελλάδα Φαράγγι της Σαμαριάς, που ακόμα δεν έχω αξιωθεί να διασχίσω, ορεινές εκτάσεις που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα χειμερινά θέρετρα και, κυρίως, το καλύτερο φαγητό της Ελλάδας.


Και μετά η εφηβεία και οι διαφορετικές αναζητήσεις για να σπάσει η ανία: οι διά ζώσης συναντήσεις με τον Άρη, τον φίλο δι' αλληλογραφίας με τον οποίο γνωριστήκαμε από τις αντίστοιχες αγγελίες του «Αλμανάκο» (πόσο χάρηκα όταν τον ξαναβρήκα, μετά από τόσα χρόνια, στο Facebook!). Η φορά που είδαμε το Scream του Γουές Κρέιβεν στο σπίτι του στην πόλη.

 

Το καλοκαίρι των δεκατριών μου, που έπεσε στα χέρια μου ο Χάνιμπαλ, το τελευταίο μέρος της τριλογίας του Τόμας Χάρις που μόλις είχε εκδοθεί στα ελληνικά – δεν το άφηνα από τα χέρια μου και οι διακοπές είχαν αποκτήσει ξαφνικά ενδιαφέρον.

 

Η βραδιά, την αμέσως επόμενη χρονιά, που έπαιζε σε θερινό το Ρέκβιεμ για ένα όνειρο του Αρονόφσκι και δεν με άφησαν να μπω επειδή πήγα μόνος μου και ήταν αυστηρώς ακατάλληλο (το είδα μερικούς μήνες μετά, όταν το έδωσε σε DVD το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ).


Και τώρα, στα τριάντα μου, οι νέες ανακαλύψεις στις υπόλοιπες μεριές του νομού: ο Μπάλος, η Φαλάσαρνα, το Ελαφονήσι, τρεις παραλίες που όμοιές τους δεν υπάρχουν στην Ελλάδα.

 

Εκείνο το αρνί σε πουγκί με μέλι που έφαγα στη Γραμβούσα κι ακόμα θυμάμαι κάθε σπιθαμή της γεύσης του και η έκπληξη με την αφθονία των κερασμένων φρούτων στο τέλος – πώς μπορεί να σε ενθουσιάσει κάτι τόσο απλό! Η μπουγάτσα του Ιορδάνη – ό,τι κι αν έχεις ακούσει γι' αυτήν είναι αλήθεια.

 

Ο ξάδερφός μου, που ρίζωσε εκεί, παντρεύτηκε Κρητικιά και απέκτησαν πριν από λίγους μήνες το πρώτο τους παιδάκι. Η υπόσχεση να επιστρέφω, τουλάχιστον ανά τριετία.