Ο Κώστας Τσάκωνας ήταν παιδί του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, της βιντεοκασέτας και της επιθεώρησης. Φάτσα μεσογειακή με χαρακτηριστικά αδρά, ο δικός μου ή ο δικός σου παππούς - πατέρας. Κωμικός που έκανε το καλαμπούρι τέχνη και τον πόνο του βορά στα λιοντάρια της ζούγκλας και των μεσημεριανάδικων.

 

Διότι ήταν λαϊκός δίχως ίχνος επίφασης πάνω του. Όπως τότε που έπινε ελληνικό καφέ στην πλατεία Βικτωρίας κι έπαιζε το κομπολόι του. Μια ομάδα πιτσιρικάδων τον είχαν αναγνωρίσει. «Ο Τσάκωνας!» είπαν και γελούσαν και τα μουστάκια τους. Θα τον είχαν πετύχει προ ημερών μάλλον σε κάποιο μεγάλο κανάλι να παίζει στη σκηνή με τον Μουστάκα και τον Σεφερλή. Ποιος ξέρει... Πιθανώς και να τον είχαν δει στους «Πόντιους», τη «Γυναικάρα απ' το Κιλκίς» και τον «Λόρδαν τον Βάρβαρο», αυτές τις ανεπανάληπτες τρασιές που έκαναν πλούσιους κάποτε τους βιντεοκλαμπάδες και τους παραγωγούς. Αν και δεν το νομίζω. Τη χρυσή εποχή της βιντεοκασέτας τη ζήσαμε εμείς περισσότερο, οι σημερινοί σαραντάρηδες και οι μεγαλύτεροι μας.

  

Το φιζίκ του και ο τρόπος που τα λέει, πολύ δε περισσότερο το μόνιμο μελαγχολικό του ύφος, είναι η έκφραση του λαϊκού Νεοέλληνα, του μονίμως στερημένου από χαρά, του «ριγμένου», ακόμη κι αυτού που δεν θα 'χει ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία.

 

Ανέκαθεν πίστευα ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ σοφιστικέ χιούμορ και μπαλαφάρας ήταν πολύ λεπτή και πως οι πραγματικά μεγάλοι κωμικοί μπορούσαν να υπηρετήσουν εξίσου καλά και τα δύο. Ο Κώστας Τσάκωνας ήταν ένας ατόφιος μπουφόνος που επέζησε του 15ου αι. και έσκασε ουρανοκατέβατος στην εγχώρια κινηματογραφία μας μεσούσης μιας χούντας. Ένας ήρωας της «Βαβυλωνίας» του Βυζάντιου και ένας από τους εν Ελλάδι «Εντιμότατους φίλους μου» του Μονιτσέλι, που χάρισε το βροντερό του γέλιο στο μεγάλο πανί και στο γυαλί της TV. Ο ορισμός του αυτοσαρκασμού της φαλάκρας, του υπ' αριθμ. 1 εφιάλτη των ομόφυλών του. Κι ακόμη, η απενοχοποίηση του σαρδάμ και της κάπως ανορθόδοξης –να το πω κομψά– εκφοράς λόγου στην υποκριτική. Έτσι όπως έλεγε τις ατάκες του ο Τσάκωνας, έτσι όπως έκραζε σχεδόν τις λέξεις, όχι μόνο δεν σε απωθούσε, αλλά σε έκανε να τον γουστάρεις όλο και πιο πολύ.

 

Διαβάζω –δεν το γνώριζα– ότι το κινηματογραφικό του βάπτισμα έγινε εντελώς τυχαία σε μια μικρού μήκους ταινία του Κώστα Ζυρίνη. Αυτό το «εντελώς τυχαία» είναι που στιγμάτισε τελικά τη ζωή των μεγαλύτερων λαϊκών κωμικών μας, σαν του Αυλωνίτη και του Λογοθετίδη. Και αν ο Τσάκωνας ήταν κατά μία ή δύο γενιές μεγαλύτερος, σήμερα δεν θα τον θυμόμασταν από τις προαναφερθείσες βιντεοκασέτες, αλλά από τη σύμπραξη του με τέτοιους ακριβώς ηθοποιούς.

 

Ωστόσο, στον Τσάκωνα οφείλουμε μία σκηνή ανθολογίας, όπως και στον σκηνοθέτη Θόδωρο Μαραγκό μία εξαιρετική κωμωδία του ελληνικού κινηματογράφου: Το «Μάθε παιδί μου γράμματα» με τον Διαμαντόπουλο και τη Μαντζουράνη. Εκείνος ο μονόλογος του γιου Τσάκωνα που επιστρέφει στο πατρικό του στο χωριό με «επαναστατικές» ιδέες υπήρξε προφητικός για μία κατάσταση, την οποία στην πραγματικότητα ποτέ δεν έπαψε να βιώνει η Ελλάδα. Ραγιαδισμός, εκμετάλλευση του ορυκτού της πλούτου, ουραγός μια ζωή στο άρμα της Ευρώπης και των μεγαλοϊδεατών εκπροσώπων της. «Έξι χρόνια στο δημοτικό, έξι χρόνια στο γυμνάσιο, έξι χρόνια στο Πολυτεχνείο κι άλλα έξι χρόνια στο εξωτερικό» λέει και τίποτα άλλο να μην έλεγε, το νόημα θα ήταν εύληπτο και εξόχως σερβιρισμένο από τον Μαραγκό. Η ταινία γυρίστηκε το 1980-81 και ο Τσάκωνας ήταν τότε 35 ετών, δηλαδή στην ηλικία περίπου του ρόλου που υποδυόταν.

 

Το φιζίκ του και ο τρόπος που τα λέει, πολύ δε περισσότερο το μόνιμο μελαγχολικό του ύφος, είναι η έκφραση του λαϊκού Νεοέλληνα, του μονίμως στερημένου από χαρά, του «ριγμένου», ακόμη κι αυτού που δεν θα 'χει ποτέ μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χειροκρότημα που είχε πέσει σ' αυτήν τη σκηνή με τον Τσάκωνα κατά τη διάρκεια μιας προβολής του «Μάθε παιδί μου γράμματα» σε παιδική κατασκήνωση. Ήταν λίγα χρόνια μετά, το '84-'85 με το ΠΑΣΟΚ καλοεδραιωμένο στην πλειονότητα των Ελλήνων. Ο πρώην τροτσκιστής Ανδρέας τα 'χε καλά με όλους σε διπλωματικό επίπεδο και ένας τέτοιος μονόλογος σίγουρα χάλαγε τη σούπα του ψευδοσοσιαλιστικού παρόντος μας, που θα 'λεγε και ο Χατζιδάκις. Οι μεγαλύτεροι σχεδόν πάγωσαν, κάποιοι νεαροί ωστόσο ένιωσαν δικαίωση και αποθέωσαν τον ηθοποιό.

 

Θεωρώ ό,τι γι'αυτήν τη σκηνή και μόνο, ο Κώστας Τσάκωνας έχει ήδη καταχωρηθεί στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου ως ένας σπουδαίος ηθοποιός. Τα τελευταία χρόνια είχε ατυχίες στη ζωή του. Σοβαρά προβλήματα υγείας, αδυναμία να εργαστεί, αλλά και δημόσιες δηλώσεις που έσκιζαν την καρδιά και του πιο ψυχρού και αποβλακωμένου τηλεθεατή. Δεν ήθελε να φύγει, έλεγε, για να συνεχίσει να στηρίζει τους πιο δικούς του ανθρώπους. Ο καρκίνος, με τον οποίο πάλευε εδώ και ενάμισι χρόνο, τον έστειλε τελικά στον θάνατο την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015. Ήταν γεννημένος τον Οκτώβριο του 1943.

 

Ο επίλογος από τον σκηνοθέτη Νικόλα Τριανταφυλλίδη: «Αντίο υπέροχε άνθρωπε και σε ευχαριστούμε για όλα. Ο λαϊκός αγοραίος πολιτισμός μας είναι πλέον ακόμη πιο φτωχός – βορά των χίπστερς και των εκσυγχρονιστών».

 

Μάθε παιδί μου γράμματα - Κώστας Τσάκωνας