Εδώ και είκοσι χρόνια το Βραβείο Χορν, που απονέμεται κάθε άνοιξη σε έναν νέο ηθοποιό του θεάτρου, έχει αναδείξει μερικούς από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές των εγχώριων θεατρικών δρωμένων, δίνοντας παράλληλα μεγάλη ώθηση στις παραστάσεις για τις οποίες βραβεύονται. Φέτος, όμως, η συγκυρία της απονομής συνέπεσε σχεδόν με την έναρξη του lockdown λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Ο Γιωργής Τσουρής παρέλαβε το βραβείο του για την εξαιρετική του δουλειά στο έργο «170 Τετραγωνικά», που μάλιστα έχει γράψει ο ίδιος, παντρεύοντας το χιούμορ με τον σκληρό ρεαλισμό στην αφήγηση μιας ιστορίας από την ελληνική επαρχία, και λίγες μέρες μετά ο ζόφος ξεκίνησε και τα θέατρα έκλεισαν. Η συζήτησή μας είχε προγραμματιστεί να γίνει τότε, αλλά εν τέλει πραγματοποιήθηκε στην αγαπημένη του Νέα Σμύρνη, κατακαλόκαιρο, ενώ ο ίδιος ετοιμάζεται να επαναφέρει την παράσταση ανανεωμένη, για τρίτη σεζόν, και πάλι στο θέατρο Ιλίσια-Βολανάκης, τρέχοντας παράλληλα πολλά νέα ενδιαφέροντα πρότζεκτ, για τα οποία μου μίλησε με ενθουσιασμό.

 

— Βρισκόμαστε στην ταράτσα ενός καφέ στη Νέα Σμύρνη, όπου, όπως μου λες, είναι το άτυπο γραφείο σου, έρχεσαι και γράφεις εδώ σε καθημερινή βάση. Αναζητάς χρόνο για να γράψεις. Μου έλεγες επίσης ότι ανοίγει η νέα ακτοπλοϊκή σύνδεση με την πατρίδα σου, την Κύπρο, που είναι πολύωρη και αυτό σου κάνει σαν μια καλή ευκαιρία για δημιουργικό χρόνο, όταν θα πας.

Λατρεύω τα καράβια γιατί σου δίνουν έναν νεκρό χρόνο που μπορείς να τον ζωντανέψεις αν έχεις πράγματα που θες να αποτυπώσεις στο χαρτί ή στο λάπτοπ. Είναι ό,τι πρέπει για κάποιον που θέλει να αδειάσει το μυαλό του και να γράψει στη θάλασσα, σε μια μετάβαση που πάντα κάτι μας ξυπνάει. Δεν έχεις σήμα, το διαθέσιμο Wi-Fi είναι χάλια... Είχα πάει στο Μιλάνο με το Εθνικό Θέατρο με καράβι κι εκεί είχα νιώσει την ομορφιά του μεγάλου ταξιδιού με πλοίο και με κάθε αφορμή το επιζητώ.

 

— Πάντως είσαι λίγο άτυχος.

Πολύ, αλλά θα μπορούσα να είμαι και χειρότερα, βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο. Σκέψου να μην είχαμε προλάβει να κάνουμε καν την παράστασή μας!

  

Αυτήν τη στιγμή, καλώς ή κακώς, δεν είμαστε άμεσοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων αλλά των ανθρώπων της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Αυτό το στοιχείο είναι πολύ κομβικό σε σχέση με τη συλλογική αυτογνωσία μας, απ' όπου προκύπτουν πολλές από τις παθογένειες που έχουμε και δεν θέλουμε να τις εξηγήσουμε, όπως και η οργάνωση του κράτους μας, όλη η σχέση του πολίτη με το κράτος, το αν είναι αρμονική ή όχι, το τι σημαίνει το ελληνικό Δημόσιο. Από κει ξεκινάνε, πριν από 200 χρόνια, από την Επανάσταση και το τέλος της. 

 

— Παρέλαβες το βραβείο πέντε-έξι μέρες πριν από το lockdown. Πώς ένιωσες με αυτή την εξέλιξη;

Νομίζω, όπως όλοι. Δυσκολεύτηκα να περάσω στη νέα κατάσταση, επειδή ήμουν σε πλήρη δραστηριότητα. Το σοκ λόγω του ότι σταματήσαμε ήταν πολύ μεγάλο. Όταν προγραμματίζω τον εαυτό μου να βγάλει 150 παραστάσεις και με κόβουν στις 100, δεν μπορώ να κοιμηθώ, να ηρεμήσω. Σε σχέση με την τύχη και την ατυχία, πάντως, εγώ πιστεύω στη σοφία της ζωής. Έχω την ελπίδα ότι η παράσταση θα κάνει φέτος ένα ωραίο ταξίδι, ανεπηρέαστη από τη διακοπή. Σε σχέση με τη βράβευση, ναι, θα μπορούσε να μας δώσει μια παραπάνω προσοχή εκείνη τη στιγμή. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη δεν θέλω να το αντιμετωπίσω σαν ατυχία, γιατί αυτό φλερτάρει με την αχαριστία. Πήρα ένα βραβείο ως ηθοποιός για μια παράσταση στην οποία είχα τόσο πολλές ιδιότητες, που δεν το κατάλαβα καν. Είχα τόση έγνοια να προστατέψω το έργο συνολικά που, εν τέλει, με βράβευσαν για κάτι που είχα χαμηλά στην ατζέντα μου. Ήταν μεγάλο παράσημο, πάμε παρακάτω. Κάποιες χαρές κρατάνε μόνο τη στιγμή που συμβαίνουν, δεν χρειάζεται να τις εξαργυρώσουμε όλες. Ήταν μια πολύ χαρούμενη βραδιά. Και μετά έκλεισαν όλα.

 

— Τα «170 Τετραγωνικά» επιστρέφουν, λοιπόν, κάθε Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη, από 24/10, στο Ιλίσια.

Με πολύ καλές ελπίδες, παρότι υπάρχει φόβος, επιφύλαξη και οικονομική ύφεση λόγω πανδημίας. Έχουμε πάει κόντρα σε πολλές δυσκολίες μέχρι τώρα και από το ενδιαφέρον που έχουμε δει ήδη από την ανακοίνωση και μετά φαίνεται ότι πολύς κόσμος θέλει να μας δει. Για τη νέα σεζόν ξέρουμε τους περιορισμούς, αλλά πιστεύουμε ότι μπορούμε να συνεχίσουμε γιατί ακριβώς η παράσταση σταμάτησε πολύ κόντρα στη ροή της, κατέβηκε γεμάτη.

 

Σε σχέση με τη βράβευση, ναι, θα μπορούσε να μας δώσει μια παραπάνω προσοχή εκείνη τη στιγμή. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη δεν θέλω να το αντιμετωπίσω σαν ατυχία, γιατί αυτό φλερτάρει με την αχαριστία. Ήταν μεγάλο παράσημο, πάμε παρακάτω. Κάποιες χαρές κρατάνε μόνο τη στιγμή που συμβαίνουν, δεν χρειάζεται να τις εξαργυρώσουμε όλες. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Σε σχέση με τη βράβευση, ναι, θα μπορούσε να μας δώσει μια παραπάνω προσοχή εκείνη τη στιγμή. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη δεν θέλω να το αντιμετωπίσω σαν ατυχία, γιατί αυτό φλερτάρει με την αχαριστία. Ήταν μεγάλο παράσημο, πάμε παρακάτω. Κάποιες χαρές κρατάνε μόνο τη στιγμή που συμβαίνουν, δεν χρειάζεται να τις εξαργυρώσουμε όλες. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Παράλληλα, επιστρέφουν τα «Μαθήματα Πολέμου ΙΙΙ», που σκηνοθετείς αυτήν τη φορά, στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής.

Στις 29 και 30 Σεπτεμβρίου, με Δημήτρη Λιγνάδη επί σκηνής, που είναι πολύ σημαντικό asset, γιατί αυτός που γέννησε το πρότζεκτ, είναι ο εμπνευστής του και το έφερε στο Εθνικό, θα έχει έναν ειδικό ρόλο. Με εμπιστεύθηκε εξαρχής γιατί ήμουν μαθητής του, ενώ έχω και την ιδιότητα του φιλολόγου. Είδε σ' εμένα έναν άνθρωπο που μπορεί να καταλάβει το όραμά του και να φτιάξει κάτι με αυτά τα κείμενα. Πέρασα υπέροχα, κυρίως γιατί είχα 10 εκπληκτικούς ηθοποιούς. Ένας προς έναν είναι δυνάμει πρωταγωνιστές της Επιδαύρου.

 

— Έχουμε νέες ιδέες και αναθέσεις τώρα;

Έχουμε ουσιαστικά τρία νέα πρότζεκτ. Το πρώτο αφορά το σενάριο μιας ταινίας μεγάλου μήκους, για το οποίο συνεργάζομαι με τον Φοίβο Ριμένα, με τον οποίο δουλέψαμε μαζί στον «Χαρτοπόλεμο». Καταπιανόμαστε πρώτη φορά με σενάριο ταινίας. Ήταν μια ανάθεση από τον σκηνοθέτη, που βρίσκεται στη διαδικασία ανεύρεσης χρηματοδότη.

 

— Πόσο διαφορετικό είναι το σενάριο μιας ταινίας από ένα θεατρικό; Έχεις μπει σε κάποια άλλη δημιουργική διαδικασία;

Το να γράψουμε θέατρο, λόγω εμπειρίας, μας βγήκε πολύ εύκολα σε σχέση με αυτό που επιχειρούμε τώρα. Το σινεμά έχει πολύ δικούς του κανόνες, κανόνες που χρειάστηκε να μελετήσουμε αρκετά πριν καν ξεκινήσουμε. Αυτό που θέλουμε να γράψουμε είναι αυτό που φτιάχνουμε ως Ma Non Troppo, γι' αυτό και συνεργάζομαι με τον Φοίβο που είναι ένα ενεργό μέλος της εταιρείας που φτιάξαμε με τη Βάλια Παπακωνσταντίνου, γιατί θέλουμε την ίδια αίσθηση αφήγησης με διαφορετικό storytelling. Θέλουμε το δράμα και την κωμωδία που συμπλέκονται, το μυστήριο, τις ανθρώπινες σχέσεις, το ταξίδι του καθημερινού ήρωα, όπου ένα συμβάν μπορεί να του ανατρέψει όλη τη ζωή, τον ρεαλισμό, μαζί με πράγματα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του κοινού, στερεότυπα που αφορούν τον έρωτα, το μυστήριο, την κωμωδία.

 

— Ποιους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες παρακολουθείς με ενδιαφέρον;

Ο προσωπικός μου ήρωας είναι ο Μάικ Λι. Τις έχω λιώσει τις ταινίες του, σχεδόν τις έχω αποστηθίσει. Έχει μια μαγική ικανότητα να φτιάχνει ισχυρές κινηματογραφικές εικόνες από ελάσσονες στιγμές, από τελείως καθημερινούς ανθρώπους, και να μας δίνει πράγματα που δημιουργούν εσωτερικό σασπένς. Στο «Όλα ή Τίποτα», τη σκηνή με το ζευγάρι που απλώς κάθεται και τη ρωτά αν τον αγαπά ακόμα την παρακολουθείς όπως το πιο αγωνιώδες θρίλερ. Από το «Μυστικά και Ψέματα» έχω δανειστεί στοιχεία στα «170 Τετραγωνικά».

 

— Πάμε στα θεατρικά;

Υπάρχουν δύο καινούργια έργα υπό κατασκευή. Το πρώτο ξεφεύγει από την πλατφόρμα που φτιάξαμε με τον «Χαρτοπόλεμο» και τα «170 Τετραγωνικά», παντρεύει δηλαδή κάπως τον ρεαλισμό με το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου. Είναι μια παράσταση επετειακή, αφορά τα 200 χρόνια από την Επανάσταση, όχι όμως με τους όρους της σχολικής γιορτής.

 

— Δηλαδή; Το '21 θα δούμε πολλά επετειακά πράγματα, εσύ που είσαι και φιλόλογος πώς θέλησες να προσεγγίσεις δημιουργικά την επέτειο;

Με εξιτάρει, με συναρπάζει σε βαθμό που να θέλω να αφιερώσω την επόμενη δεκαετία σε αυτό το θέμα. Αυτό που συμβαίνει είναι μια αφορμή να αναλογιστούμε τι είναι ο νέος ελληνισμός και να δούμε την πραγματικότητά μας. Με τους όρους του Παπαρρηγόπουλου που διδαχτήκαμε –άσχετα από το αν συμφωνούμε με αυτούς–, μετά το Βυζάντιο έρχεται ο νέος ελληνισμός. Έρχεται μετά από μια τουρκοκρατία αιώνων που μας δίνει κάποια χαρακτηριστικά τα οποία, θέλουμε δεν θέλουμε, τα συναντάμε συνεχώς μπροστά μας. Αυτήν τη στιγμή, καλώς ή κακώς, δεν είμαστε άμεσοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων αλλά των ανθρώπων της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Αυτό το στοιχείο είναι πολύ κομβικό σε σχέση με τη συλλογική αυτογνωσία μας, απ' όπου προκύπτουν πολλές από τις παθογένειες που έχουμε και δεν θέλουμε να τις εξηγήσουμε, όπως και η οργάνωση του κράτους μας, όλη η σχέση του πολίτη με το κράτος, το αν είναι αρμονική ή όχι, το τι σημαίνει το ελληνικό Δημόσιο. Από κει ξεκινάνε, πριν από 200 χρόνια, από την Επανάσταση και το τέλος της. Έχει πολύ ζουμί η μελέτη αυτών των 200 χρόνων.

 

Ο σκηνοθέτης που είχα την τύχη να συναντήσω –και τον ονομάζω δάσκαλό μου–, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, τα 'χει πει όλα σε σχέση με τον νέο ελληνισμό. Αυτό που με έχει ταράξει πιο πολύ είναι ότι πρέπει να δούμε τα λάθη, να τα αποδεχτούμε και να κάνουμε το μεγάλο βήμα προς την παραδοχή τους. Να απαγκιστρωθούμε από την επίρριψη ευθυνών σε άλλους. Φυσικά όλοι φταίνε, αλλά μόνο ένας άνθρωπος, ένας λαός, μια πατρίδα που λέει «mea culpa» μπορεί να πάει μπροστά. Τη στιγμή που υπογράφουν το λάθος τους ξεκινούν να γράφουν την πρώτη σελίδα στο νέο ξεκίνημα που δύνανται να πραγματοποιήσουν. Αυτή είναι η ωριμότητα. Διακόσια χρόνια δεν είναι τίποτα, είναι μια καλή ή κακή αρχή. Στην περίπτωσή μας και τα δύο.

 

Το «Ο Περικλής και ο κατηραμένος όφις» που θα γράψω και θα σκηνοθετήσω το 2021 στο Άνεσις, και πάλι με αφετηρία τον καθημερινό άνθρωπο, εξερευνά το τι αντιλαμβανόμαστε από αυτό που είμαστε εμείς, οι άνθρωποι του σήμερα, το πώς καταλαβαίνουμε αυτά τα σύμβολα που μας χρέωσαν, τον ελληνισμό, τη γλώσσα που μιλάμε και όλα όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια. Αν συναρμολογήσουμε την άγνοια και την ημιμάθειά μας, μπορεί να προκύψει μια γνώση. Επιχειρούμε να προσεγγίσουμε την αυτογνωσία χωρίς να υποσχόμαστε όμως πολλά, γιατί είμαστε Έλληνες!

 

Ο Γιωργής Τσουρής στην παράσταση «170 Τετραγωνικά»
Ο Γιωργής Τσουρής στην παράσταση «170 Τετραγωνικά»

 

— Παρεμπιπτόντως, κάνε μου ένα σχόλιο για την αλλαγή του status της Αγίας Σοφίας με την τριπλή ιδιότητα του καλλιτέχνη, του φιλολόγου-βυζαντινολόγου και του Κύπριου. Εσείς οι Κύπριοι, ό,τι και να λέμε, έχετε πολύ πρόσφατη μια μνήμη που μπορεί να ανατρέπει τα πάντα στο θυμικό σας.

Εγώ δεν αγαπώ τις εν θερμώ προσεγγίσεις αυτών των θεμάτων. Όχι πως πρέπει να αποποιηθούμε το συναίσθημά μας – είναι εκεί. Απλώς νιώθω πως είναι πάντα χρήσιμο να βλέπουμε τα πράγματα από τη σκοπιά του απέναντι. Είναι μεγάλο σχολείο, ας πούμε, οι «Πέρσες» που είδα φέτος στην Επίδαυρο. Ο Αισχύλος με αυτό το έργο ουσιαστικά υψώνει έναν καθρέφτη και λέει στους Αθηναίους της εποχής του «κοιτάξτε ποιοι ήσασταν, ποιοι είστε, ποιοι κινδυνεύετε να γίνετε και τι πρόκειται να συμβεί».

 

— Η Ευρώπη βρίσκεται σε αυτό ακριβώς το σημείο αυτήν τη στιγμή.

Είναι ένας κύκλος φοβερός και τρομερή συγκυρία αυτή η παράσταση. Ο Αισχύλος λέει κάτι απλό και καίριο: αν θέλεις να προστατέψεις κάτι που είναι ιερό για σένα, το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να προστατέψεις το ιερό του άλλου. Αυτό από μόνο του περιγράφει τον τρόπο που αισθάνομαι. Μπορούμε να μιλάμε για ώρες για την πολιτική υπόσταση αυτού που συμβαίνει με την Αγία Σοφία, όμως o συμβολισμός είναι τόσο ισχυρός, που πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε όχι με πολεμική, αλλά να τον βάλουμε στο πολιτικό context, χωρίς να νιώσουμε ότι παραβιάζεται το συναίσθημα των ανθρώπων. Κάποια πράγματα έχουν ένα φορτίο που απαιτεί τον σεβασμό μας. Στρέφοντας πάλι τον καθρέφτη σ' εμάς, θα δούμε πώς εμείς, αντιστρόφως, μπορούμε να σεβαστούμε το ιερό του άλλου.

 

— Για μένα είναι επίσης σημαντικό να μη δυναμιτίζονται όλες οι προσπάθειες των νεότερων γενεών για μια φιλική γειτνίαση.

Υποδαυλίζονται προσπάθειες πολλών χρόνων για μια επαναπροσέγγιση. Για εμάς τους Κύπριους αυτό σημαίνει πολλά, γιατί όλοι έχουμε έναν παππού και μια γιαγιά που πρόλαβαν Τούρκους και Έλληνες, μουσουλμάνους και χριστιανούς, να ζουν μαζί και τα κοινά τους να είναι πιο πολλά από τις διαφορές τους. Όταν ο παππούς μου πήγε στην Αμμόχωστο με τους γονείς μου, στο λιμάνι όπου δούλευε συνάντησε έναν Τούρκο λιμενεργάτη. Ογδονταπεντάρηδες και οι δύο, κοιτάχτηκαν, αναγνωρίστηκαν με όρους σχεδόν αρχαίας τραγωδίας, αγκαλιάστηκαν και έκλαψαν για την Κύπρο που έχασαν. Η Κύπρος είναι μια πατρίδα που παντρεύει πανέμορφα την Ανατολή και τη Δύση. Αυτό το πάντρεμα την κάνει το διαμάντι που είναι στη Μεσόγειο και τα οικονομικά συμφέροντα το λέρωσαν, φέρνοντας τον ζόφο. Ακόμα και τώρα που ανεβαίνουν οι τόνοι, πρέπει να το υπερασπιστούμε.

 

— Το τρίτο πρότζεκτ ποιο είναι;

Το πιο μακρινό μας έργο, που γράφω πάλι για το Ιλίσια-Βολανάκης, είναι πιο χαρακτηριστικό της πλατφόρμας μας. Ονομάζεται «Μακριά από παιδιά» και θα το σκηνοθετήσει ο Γιώργος Παλούμπης. Ο τίτλος αναφέρεται στην προειδοποίηση που αναγράφεται στα εντομοκτόνα, τα φυτοφάρμακα κ.λπ. Ολοκληρώνει την ενασχόλησή μας με το θέμα «οικογένεια» στην Ελλάδα σε αυτό που αντιλαμβάνομαι ως τριλογία, μετά τον «Χαρτοπόλεμο» και τα «170 Τετραγωνικά». Θα επιχειρήσουμε να φύγουμε από το περιβάλλον των παιδιών που τους παιδεύουν οι αμαρτίες των γονέων τους και να ενηλικιωθούμε στους γονείς που θέλουμε εμείς να γίνουμε.

 

Ο χαρακτήρας που γράφω για μένα έχω πολύ ανάγκη να βγει στη σκηνή και να πει αυτά τα πράγματα. Δεν μου μοιάζει πολύ, αλλά είναι μια πτυχή του εαυτού μου, που, όσο και να την αρνούμαι, είναι εκεί. Κάποια ταπεινά ένστικτα τα βλέπουμε στους άλλους επειδή τα έχουμε κι εμείς μέσα μας και μου είναι σχεδόν επώδυνη η γέννα αυτού του ρόλου, αλλά όταν συμβαίνει αυτό, νιώθω ότι κάτι καλό προκύπτει.

 

Κάποια ταπεινά ένστικτα τα βλέπουμε στους άλλους επειδή τα έχουμε κι εμείς μέσα μας και μου είναι σχεδόν επώδυνη η γέννα αυτού του ρόλου, αλλά όταν συμβαίνει αυτό, νιώθω ότι κάτι καλό προκύπτει. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Κάποια ταπεινά ένστικτα τα βλέπουμε στους άλλους επειδή τα έχουμε κι εμείς μέσα μας και μου είναι σχεδόν επώδυνη η γέννα αυτού του ρόλου, αλλά όταν συμβαίνει αυτό, νιώθω ότι κάτι καλό προκύπτει. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Γιατί η δική σας καλλιτεχνική γενιά έχει τέτοιο κόλλημα με την οικογένεια, τις παθογένειές της, τον ρεαλισμό – που είναι τεράστια τάση στο ελληνικό θέατρο τα τελευταία χρόνια. Γιατί έχουμε στραφεί προς τα κει;

Έχουμε μάλλον την ανάγκη να εξερευνήσουμε το θέμα της οικογένειας με όρους σκληρότητας, γιατί θέλουμε να εκφράσουμε τη σκληρότητα που βιώσαμε. Θα μου πεις, οι άλλες γενιές δεν είχαν φωνή να το εκφράσουν αυτό; Ίσως η δική μας να έχει ανάγκη να διατυπώσει σκηνικά αυτές τις αλήθειες πιο έντονα, επειδή της είναι πιο δύσκολο να απαγκιστρωθεί από τον πυρήνα της οικογένειάς της, όσο παθογενής κι αν είναι αυτός, όσο αρρωστημένο και κλειστό το κύκλωμα, γιατί απλούστατα δεν ισχύει πια η νόρμα που λέει ότι στα 25 μου έχω φύγει από το σπίτι, έχω παντρευτεί και η γυναίκα μου κυοφορεί δίδυμα. Έχουμε απομακρυνθεί πολύ από αυτό το πρότυπο. Μέχρι τα 35 μας, τη γόνιμη ηλικία που γράφουμε, παίζουμε, σκηνοθετούμε, μας απασχολεί ακόμα αυτό το πράγμα. Πολλοί μένουμε ακόμα με τους γονείς μας, δεν έχουμε ανοίξει ακόμα τον νέο πυρήνα που πάντα εξυγιαίνει και εξισορροπεί. Μένουμε κάπως καθηλωμένοι.

 

Εμείς, βέβαια, ως ομάδα, προσπαθούμε να κάνουμε κάτι πιο μεικτό, γιατί οι δικές μου καταβολές δεν είναι ο ρεαλισμός αλλά το μουσικό θέατρο. Μου αρέσει η κωμωδία πολύ, χαρακτηρίζω τον εαυτό μου κατά βάση κωμικό ηθοποιό, μου αρέσουν πάντα οι θεατρικές ραφές που φαίνονται, δεν κρύβονται, γι' αυτό επιχειρούμε έναν συνδυασμό του σκληρού ρεαλισμού με ένα στοιχείο που ξεμπροστιάζει τις καταβολές του. Η κεντρική σκηνή των έργων μας είναι κατά βάση κωμική. Όχι ένα δράμα με στιγμές χιούμορ αλλά μια κωμική καρδιά με δραματικά άκρα.

 

— Με τη σύζυγό σου ζείτε μαζί, συνεργάζεστε, έχετε δημιουργήσει τη θεατρική σας εταιρεία, έγραψες ρόλο πάνω της. Πώς λειτουργούν αυτά στον ψυχισμό και την καθημερινότητά σου;

Είναι πολύ δύσκολο να κλείσεις την πόρτα στη δουλειά. Οι βοήθειες που παίρνω από τη Βάλια και η κριτική σε καθημερινή βάση με κάνουν να γίνομαι συνεχώς καλύτερος. Οφείλω να ομολογήσω ότι ειδικά στα «170 Τετραγωνικά», ακριβώς επειδή η πηγή έμπνευσης ήταν η γυναίκα μου, ήταν αρκετά δύσκολη η συνεργασία. Ήμουν τόσο απαιτητικός απέναντί της, χαρά στο κουράγιο της και την υπομονή της και μπράβο της που με ανέχτηκε. Δεν έχω στριμώξει ποτέ κάποιον πάνω στη δουλειά, αλλά παραδέχομαι ότι εκείνη τη στρίμωξα. Έπαιζε ξύλο κάθε βράδυ επί σκηνής με τους δαίμονές της, ήταν επί σκηνής συνάδελφός της ο σύζυγός της, που ήταν και ο συγγραφέας του έργου. Δύσκολο task, μπράβο της που άντεξε τις ανασφάλειές μου.

 

— Κάνατε switch off στην καραντίνα, ρίξατε τους τόνους;

Ήταν το μόνο χρήσιμο, απομακρυνθήκαμε για δυόμισι μήνες από τη δουλειά. Όση τριβή κι αν έχει το να δουλεύεις με τον σύντροφό σου, στο τέλος της ημέρας το χαίρεσαι γιατί χτίζεις κάτι με τον άνθρωπο με τον οποίο μοιράζεσαι το πλάνο της ζωής σου.

 

— Μεγάλωσες στην Κύπρο, προτού αποφασίσεις να σπουδάσεις στο ΕΚΠΑ και στο Εθνικό Θέατρο και να ζήσεις στην Αθήνα. Έχεις θεατρικές μνήμες από τα παιδικά και εφηβικά σου χρόνια;

Ο πατέρας μου είναι ηθοποιός στον ΘΟΚ πάνω από 25 χρόνια. Φέτος παίζει τον Δικαιόπολι στην καλοκαιρινή παραγωγή του ΘΟΚ, τους «Αχαρνής». Τέτοιους ρόλους, παραστάσεις και μνήμες έχω άπειρες από τον πατέρα μου. Ο ΘΟΚ έχει ιστορία, σπουδαίους ηθοποιούς και παραστάσεις που έχει κατεβάσει στην Επίδαυρο. Έπαιξα στον ΘΟΚ σε 6-7 παραστάσεις ως παιδάκι και λόγω του πατέρα μου αλλά και επειδή είχα επαφή με την Ελλάδα από πολύ μικρός και μπορούσα να μιλήσω την κοινή δημοτική, χωρίς το κυπριακό accent, που ήταν σημαντικό αβαντάζ για ένα παιδάκι. Από πολύ μικρή ηλικία είχα εμπεδώσει, χάρη στον πατέρα μου, το ότι αυτά τα κείμενα πρέπει να παίζονται έτσι, ένας ηθοποιός πρέπει να απομακρύνεται από την ντοπιολαλιά του και να την επαναφέρει όποτε χρειάζεται.

 

— Να κλείσουμε με τα τηλεοπτικά σου πλάνα;

Οι καιροί χαλεποί και το θέατρο ασταθέστατο. Έτσι, θα είμαι σε μια νέα κωμική σειρά της ΕΡΤ, το «Χαιρέτα μου τον πλάτανο», σε σκηνοθεσία Ανδρέα Μορφονιού. Ξεκινά τον Οκτώβριο, με πολλά επεισόδια και πολλούς χαρακτήρες: Πέτρος Φιλιππίδης, Τάσος Κωστής, Αλέξανδρος Μπουρδούμης και πολλοί ακόμα σημαντικοί ηθοποιοί. Είναι η πρώτη τηλεοπτική μου εμπειρία. Στην τηλεόραση βιώνω το ακριβώς αντίθετο απ' ό,τι στα έργα που κάνω με την εταιρεία μου, όπου κρατάω τα πάντα, τα προσέχω όλα. Στην τηλεόραση μαθαίνεις καλά τα λόγια σου, αφήνεσαι στη στιγμή, προσπαθείς να φτιάξεις έναν χαρακτήρα, να επικοινωνήσεις με όρους απίστευτης ταχύτητας και χωρίς να έχεις κάποιον έλεγχο του τι βλέπει ο φακός. Μου είναι πρωτόγνωρο, οπότε είναι πολύ καλό που το κάνω με ανθρώπους που έχουν τόση εμπειρία, ώστε να νιώσω απόλυτη ασφάλεια και να παραδοθώ.

 

 

170 τετραγωνικά (MOONWALK) - Το τρέιλερ της παράστασης

 

170 τετραγωνικά (MOONWALK)

Θέατρο Ιλίσια - Βολανάκης (Παπαδιαμαντοπούλου 4, Ιλίσια, 210 7223010)

Από τις 24 Οκτωβρίου για 3η χρονιά

Κάθε Σάββατο στις 18:00, Κυριακή στις 21:00, Δευτέρα στις 20:00 και Τρίτη στις 21:00

Συντελεστές

Συγγραφέας: Γιωργής Τσουρής

Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης

Δραματουργική επεξεργασία: Γιώργος Παλούμπης – Βάλια Παπακωνσταντίνου

Μουσική – Video εγκατάσταση: Γιωργής Τσουρής

Βοηθός σκηνοθέτης: Γιωργής Τσουρής

Σκηνικά: Κωνσταντίνα Μαρδίκη – Έλλη Παπαδάκη

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Φωτισμοί: Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου

Σχεδιασμός μακιγιάζ: Άρτεμις Βαλτάτζη

Φωτογραφίες: Ανδρέας Παπακωνσταντίνου

Παραγωγή: Θέασις Δράσεις Πολιτισμού ΕΠΕ

Ηθοποιοί: Αμαλία Αρσένη, Βάλια Παπακωνσταντίνου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Ελένη Τσιμπρικίδου, Γιωργής Τσουρής

 

Μαθήματα Πολέμου ΙΙΙ: Αθηναίων Δράματα

Επεισόδια από τα Ελληνικά του Ξενοφώντα

Μια δραματουργική σύνθεση του Γιάννη Λιγνάδη βασισμένη σε κείμενα του Ξενοφώντα και του Θουκυδίδη

Κήπος του Μεγάρου

29 & 30/9, 20:30

Συντελεστές

Μετάφραση - επιμέλεια κειμένου: Γιάννης Λιγνάδης

Σκηνοθεσία: Γιωργής Τσουρής

Μουσική: Σταύρος Λάντσιας

Σκηνικά: Θάλεια Μέλισσα

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Φωτισμοί: Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

video: Μιχάλης Κλουκίνας

Ιστορική σύμβουλος; Ανδρονίκη Μακρή

Βοηθός σκηνοθέτη: Κλείτος Κωμοδίκης

Διανομή (αλφαβητικά): Βασίλης Αθανασόπουλος, Αλίκη Αλεξανδράκη, Πάρης Αλεξανδρόπουλος, Μάνος Βαβαδάκης, Αντώνης Γιαννακός, Νάντια Κατσούρα, Στάθης Κόικας, Δημήτρης Λιγνάδης, Νεφέλη Μαϊστράλη, Βασίλης Παπαδημητρίου, Κατερίνα Πατσιάνη

Μουσικός επί σκηνής: Σταύρος Λάντσιας