Βγαίνεις από το θέατρο Cartel, μετά την παράσταση και νομίζεις ότι είσαι σε μια τεράστια σκηνή. Κάποιες παρέες κάθονται με ναργιλέδες δίπλα στην σχεδόν έρημη τη νύχτα οδό Αγίας Άννης, παραπέρα κοντά στο πεζοδρόμιο «εκτίθενται» παλιά σαλόνια, σα σκηνικό από ταινία του Θ. Αγγελόπουλου. Πιο εκεί ένα φορτηγάκι ενός πλανόδιου ρομά, με την πραμάτεια του. Μα και η παράσταση «Ανθρωποι και Ποντίκια» ξεκινάει με ένα διάλογο που γίνεται στο πλάι του δρόμου (οδός Μικέλη) απόπου περνάνε πού και πού νταλίκες και χαιρετάνε τους δύο ηθοποιούς. Το Cartel είναι κάπου μεταξύ Βοτανικού και Ελαιώνα, ανάμεσα σε μάντρες ανακύκλωσης, μεταφορικές εταιρείες, εγκαταλειμένα κτήρια και τυφλούς χωματόδρομους.  

 

Το «Άνθρωποι και Ποντίκια» αναφέρθηκε σε κάποιες λίστες  ως η πιο δημοφιλής παράσταση της χρονιάς. Παίχτηκε σε μια σκηνή που φτιάχτηκε με φροντίδα σε μια παλιά αποθήκη και ένα μηχανουργείο.

 

Η ομάδα του Cartel είναι η φωτεινή πλευρά μιας θεατρικής Αθήνας που την τελευταία σεζόν έζησε τον αριθμό-ρεκόρ των 1.500 παραστάσεων (περισσότερα εδώ).  Οι πιο πολλές παιδιά της ανάγκης, με έλλειμμα μέσων. Μα μέσα σε αυτή την έκρηξη ξεχώρισαν περί τις 6-7 που δεν τις δημιουργησαν σταρ της τηλεόρασης ή ισχυροί επιχειρηματίες, μα ομάδες που είχαν μια λάμψη δημιουργικότητας. Έγιναν γνωστές, όχι τόσο από τα μίντια, όσο από τους θεατές που το διάδωσαν από στόμα σε στόμα, με αποτέλεσμα να είναι sold out. 

 

Η ομάδα του Cartel είναι η φωτεινή πλευρά μιας θεατρικής Αθήνας που την τελευταία σεζόν έζησε τον αριθμό-ρεκόρ των 1.500 παραστάσεων. Οι πιο πολλές παιδιά της ανάγκης, με έλλειμμα μέσων. Μα μέσα σε αυτή την έκρηξη ξεχώρισαν 6-7 που δεν τις δημιουργησαν σταρ της τηλεόρασης ή ισχυροί επιχειρηματίες, μα ομάδες που είχαν μια λάμψη δημιουργικότητας.

 

«Φθάσαμε εδώ μετά από διαδρομή έξι ολόκληρων χρόνων» λέει ο Βασίλης Μπισμπίκης, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής της παράστασης, που ξεκίνησε το εγχείρημα με άλλους δύο συνεργάτες. «Ψάχναμε χώρο έξω από την Αθήνα και καταλήξαμε σε μια φθηνή αποθήκη γιατί δεν είχαμε φράγκο. Τα περισσότερα στοιχεία του χώρου είναι χειροποίητα ή αντικείμενα που βρήκαμε σε ανακυκλώσεις και ρακοσυλλέκτες στη γύρω περιοχή. Τα κοστούμια είναι από εργάτες ανακύκλωσης. Είμαστε από την αρχή κολλεκτίβα, το ξεκινήσαμε τρεις και έχουμε γίνει 13». 

 

Μια κολεχτίβα που δεν χρησιμοποιεί ως άλλοθι την ένδεια μέσων για να ξεπετάξει κάποιο μέρος του έργου ή τη συνολική εμπειρία. «Κάνουμε 4-5 μήνες πρόβες, είναι για εμάς αδιανόητο να ανεβάσουμε θεατρικό μόνο με ένα μήνα προετοιμασία» λέει ο Β. Μπισμπίκης. «Σεβόμαστε τον συγγραφέα του κάθε έργου, αλλά το ξαναγράφουμε». Αυτό το βλέπεις στο «Άνθρωποι και Ποντίκια» όπου έχει γίνει προσαρμογή του κλασσικού έργου του Στάινμπεκ ώστε να έχει επαφή με τη σημερινή, δική μας πραγματικότητα.  

 

Πώς αποφεύγουν το χάος της συλλογικής δουλειάς; «Μέσα στην κρίση γεννήθηκε η ανάγκη για έκφραση. Σε μια εποχή που δεν υπήρχε ευρώ καταφύγαμε στις ιδέες. Μας οδήγησε και το ανυπόφορο της ζωής, που λέει ο Δ. Δημητριάδης.  Τη δεκαετία του ’90 οι ηθοποιοί έφθασαν τους 20.000, τώρα έχει δουλειά μόνο το 3%. Υπάρχουν και άλλες ομάδες που ξεκίνησαν έτσι, στη συνέχεια ήλθαν αποτελέσματα. Μας οδήγησε η ανάγκη, μετά βρήκαμε τη δύναμη να κάνουμε κάτι παραπάνω από το να παλεύουμε για τα στοιχειώδη. Η δυσκολία, το πάθος, το κάψιμο κάτι γεννάει». 

 

«Η πρώτη αναγνώριση της δουλειάς μας σε ένα ευρύτερο κοινό ήλθε πέρυσι με την παράσταση "Αρης" (Βελουχιώτης). Φέτος η καλή πορεία συνεχίστηκε με το "Ανθρωποι και Ποντίκια".  Το ελληνικό θέατρο έχει ορισμένες πλευρές που μπορείς να πεις ότι είναι σε καλή φάση.  Δεν πήγε χαμένη η παρακαταθήκη του Λευτέρη Βογιατζή, ούτε τα εγχειρήματα από ομάδες όπως του Αμόρε, του Εμπρός. Η κατάσταση που βιώνουμε επιτρέπει και πειράματα, είναι χρήσιμο το μπέρδεμα, θα βγάλει και στοιχεία δημιουργίας». 

 

Πέρα από την ιστορία του ίδιου του Cartel, η παράσταση «Άνθρωποι και Ποντίκια» αφήνει το δικό της ξεχωριστό, αποτύπωμα. Το έργο του Στάινμπεκ έχει μεταφερθεί στη σημερινή Αθήνα: ένα λούμπεν περιβάλλον, άτομα καμένα, αλλά και ικανά για το καλύτερο.  Η αντίφαση της ανθρώπινης φύσης, όχι στη σκηνή μια κάποιας ελληνικής-βαλκάνιας ελίτ (όπως στο εξαιρετικό «Στέλλα Κοιμήσου» του Οικονομίδη), αλλά με υλικό τα απομεινάρια του σκληρού περιθωρίου. Δεν είναι υπόκοσμος ή εγκληματίες, ζουν από σκληρή δουλειά, όταν την βρουν.

 

Άτομα που δεν τα πιάνουν τα ραντάρ των μίντια, της ακαδημαϊκής έρευνας, των στατιστικών, των Αρχών παρά μόνον αν διαταράξουν την πλαστή πραγματικότητα με κάποια χοντρή παρανομία ή εμποδίσουν ένα πλάνο πολεοδομικού φτιασιδώματος.

 

 Άφραγκες, χρεοκοπημένες ή «επικίνδυνες» υπάρξεις από αυτές που εμείς οι υπόλοιποι τα ξέρουμε μόνο ως χυλό μέσα από κοινωνιολογικές αναλύσεις,  μα δεν τα συναντάμε ποτέ κι ας μένουν 10’ μακριά μας. Η κρίση πύκνωσε τις τάξεις τους μα κρύβονται ακόμα καλά κάτω από την άλλη πλευρά της Αθήνας, της λάμψης, των βραχυχρόνιων μισθώσεων, της προεκλογικών εξαγγελιών και των επιδομάτων φιλανθρωπίας. 

 

ΥΓ. Η υπόθεση των απόκληρων, των left behind, δεν είναι μόνο της εποχής του Στάινμπεκ ή της Αθήνας. Ένας πρώην χρηματιστής και νυν φωτογράφος-συγγραφέας έβγαλε πρόσφατα ένα βιβλίο, που δείχνει πόσο σκληρή είναι αυτή η πλευρά και σε προηγμένες χώρες όπως οι ΗΠΑ (και η ΕΕ).