Ένας αφηγητής ξεκινά να περιγράφει την ιστορία της Πρόκνης και του Τηρέα. Περιβάλλεται από συντρόφους ερμηνευτές που παρεμβαίνουν με τη φωνή τους για να σχολιάσουν, να ενθέσουν μελωδία, να φτιάξουν εικόνες μέσω της κίνησής τους. Δύο από τα μέλη της ομάδας, η Ειρήνη Μακρή και ο Παύλος Παυλίδης, βρίσκονται απέναντί τους δίνοντας οδηγίες, περισσότερο συζητώντας με τη μορφή παραινέσεων, παρά επιβάλλοντας. Κάπου, σε κάποιο σημείο, δείχνουν να έχουν κολλήσει, σαν κάτι να μην τους βγαίνει. «Δώστε μου ένα λεπτό» φωνάζει ο Παύλος, δείχνοντας χαμένος. Το βρίσκουν από μόνοι τους, τα επόμενα λεπτά.


Παρακολουθώντας ένα σαραντάλεπτο από την πρόβα των C. for Circus για τις «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου, που ανοίγουν το Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260, πετυχαίνοντας συγκεκριμένα την τρίτη ιστορία σε σειρά από τις τέσσερις που έχουν επιλέξει να αναδείξουν από το κείμενο του 1ου μ.Χ. αιώνα του Ρωμαίου ποιητή, καταλαβαίνω ότι η πρότασή τους είναι πιστή στο ύφος που τους ανέδειξε: έντονη μουσικότητα, ήχοι μέσω της φωνής, ομαδική δουλειά, αυτοσχέδια κινησιολογία. Μετά το επιτυχημένο «Δαχτυλίδι της Μάνας», αυτό το σύγχρονο θεατρικό μπουλούκι που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη για να κατακτήσει την Αθήνα εδώ πλέει σε βαθιά νερά, αλλά δεν αλλάζει τίποτα από τη συνθήκη του – εκτός από το ευτυχές γεγονός ότι επιτέλους θα πληρωθούν όλοι οι συντελεστές, όπως μου λένε οι δύο σκηνοθέτες.

 

— Μπορείτε να μου εξηγήσετε τη δική σας προσέγγιση σε ένα τόσο παλιό και κλασικό κείμενο;

Παύλος Παυλίδης: Το κοινό που έχουν όλες οι ιστορίες είναι ότι ενώ διαδραματίζονται με ρεαλιστικό τρόπο, κάποια στιγμή λύνονται με μια μεταμόρφωση. Σταματάνε τα δρώντα πρόσωπα να υπακούνε στους φυσικούς κανόνες και μεταμορφώνονται. Στη συγκεκριμένη ιστορία, οι τρεις βασικοί ήρωες μεταμορφώνονται σε πουλιά.


Ειρήνη Μακρή: Και από ανάγκη και από επιλογή προσεγγίζουμε το κείμενο ομαδικά, εν είδει χορού. Ένας αφηγητής αναλαμβάνει ένα μεγάλο κομμάτι της αφήγησης και ο χορός, το ανσάμπλ, σχολιάζει, επεμβαίνει.


Παύλος Παυλίδης: Αυτό που συμβαίνει σε κάθε ιστορία είναι αρκετά βίαιο. Ο Οβίδιος το λύνει με τη μεταμόρφωση: αντί να πει ότι κάποιος πέθανε ή έπαθε κάτι, μεταμορφώνεται και όλα καλά. Εμάς αυτή η βία μας ενδιαφέρει. Το παιχνίδι που παίζουμε ουσιαστικά είναι ότι οι ηθοποιοί φτιάχνουν ένα σμήνος, αυτό που λέει η Ειρήνη «χορό», και μέσω αυτού του παιχνιδιού που ενέχει τη σκηνική βία, το σμήνος χαλάει, αποδιοργανώνεται. Αν ξεκινάνε όλοι μαζί, στο τέλος καταλήγει ο καθένας μόνος του. Αυτό προσπαθούμε να αποκωδικοποιήσουμε, βήμα-βήμα, ιστορία-ιστορία. Ανεξάρτητα λοιπόν από το τι συμβαίνει στην κάθε ιστορία, συνολικά στην παράσταση όλοι ξεκινάμε μαζί και καταλήγει ο καθένας μόνος του.

 

Όντως γινόμαστε πάρα πολύ ανεκτικοί στη βία, έχουμε συνηθίσει τα πάντα. Για μένα αυτή η κλιμάκωση είναι το αντίθετο του κρεσέντου. Η ανοχή περιγράφεται με μεγαλύτερη αδράνεια. Αρχίζεις να αδρανείς σε σχέση με το τι συμβαίνει.

 

— Παρουσιάζετε λοιπόν μια διαδικασία αποδόμησης;

Ε.Μ.: Και με μία ταυτόχρονη πορεία ανθεκτικότητας του σμήνους στη βία, που παρατηρούμε γενικότερα. Το πόσο εύκολα συνηθίζουμε σε αυτά τα πράγματα. Οπότε αυτή η αποσύνθεση που βλέπουμε έρχεται πάντα σε ένα σημείο λίγο μετά από την προηγούμενη ιστορία. Το προηγούμενο σκαλάκι το ξεπεράσαμε, για να δούμε το επόμενο. Υπάρχει ένα «μη περαιτέρω» για τον ένα που αναγκάζεται να μεταμορφωθεί.

 

— Άρα υπάρχει μια κλιμάκωση σε αυτό που θα δούμε; Δεν είναι τέσσερις ιστορίες ασύνδετες μεταξύ τους;

Π.Π.: Μπορεί αυτή η κλιμάκωση να μην έχει την εικόνα κρεσέντου.

 

Ε.Μ.: Και η επιλογή των ιστοριών με τη σειρά που είναι τοποθετημένες έχει γίνει με αυτό τον γνώμονα.

 

Π.Π.: Όντως γινόμαστε πάρα πολύ ανεκτικοί στη βία, έχουμε συνηθίσει τα πάντα. Για μένα αυτή η κλιμάκωση είναι το αντίθετο του κρεσέντου. Η ανοχή περιγράφεται με μεγαλύτερη αδράνεια. Αρχίζεις να αδρανείς σε σχέση με το τι συμβαίνει.

 

— Γιατί επιλέξατε αυτό το κείμενο για να παρουσιάσετε στο Φεστιβάλ Αθηνών, μετά το «Δαχτυλίδι»;

Ε.Μ.: Δεν επιλέγουμε τα κείμενα για πολύ συγκεκριμένο λόγο. Ο καθένας φέρνει την πρότασή του στο τραπέζι, τα διαβάζουμε όλοι μαζί και ό,τι μας κάνει εκείνη τη στιγμή. Μετά ψάχνουμε το γιατί.

 

— Το έχετε βρει το γιατί σε αυτήν τη φάση;

Π.Π.: Ναι, και σχετίζεται πάρα πολύ με το σήμερα. Όλες οι ιστορίες που ο Οβίδιος λύνει τόσο ποιητικά και όμορφα, μπορείς να τις φανταστείς σε σημερινή αναλογία. Για εμάς, ας πούμε, η προηγούμενη ιστορία από αυτήν που είδες, η Καλλιστώ, συνδέεται απόλυτα με την υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Ο Βαγγέλης όμως δεν μεταμορφώθηκε ποτέ. Είναι ένα παιδί που πέθανε. Τελεία. Αυτή τη βία προσπαθούμε να φέρουμε ως αντιστάθμισμα σε αυτό που κάνει ο Οβίδιος.


Ε.Μ.: Ή αυτή την απουσία της ποίησης στο σήμερα. Στο τέλος της ιστορίας που είδες καταλήγουν όλοι σφαγμένοι μεταξύ τους. Μπαίνει ο βιασμός, η παιδοκτονία, είναι μια σπλάτερ τραγωδία και στο τέλος μεταμορφώνονται όλοι σε πουλιά. Έχεις δέκα σελίδες που αναρωτιέσαι πού μπορεί να το φτάσει κι εκείνος το λύνει έτσι. Ο Παναγιώτης (Γαβρέλας) πριν από δυο χρόνια μελετούσε το κείμενο στη σχολή και το πήρα τυχαία στις διακοπές. Λέγαμε «Αλήθεια τώρα; Πουλιά;».

 

Ξεκινήσαμε ως παρέα, όχι όμως με γνώμονα να φτιάξουμε μια θεατρική ομάδα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Ξεκινήσαμε ως παρέα, όχι όμως με γνώμονα να φτιάξουμε μια θεατρική ομάδα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO

 

— Σε ποιο σημείο της δικής σας ζωής νιώσατε ότι μεταμορφώνεστε;

Π.Π.: Εγώ πολύ καθαρά πριν από δέκα χρόνια που αρρώστησε ο πατέρας μου. Ήταν μια στιγμή που με άλλαξε, με έφερε προ των ευθυνών μου, έπρεπε να γίνω ενήλικας, (κατάλαβα) ότι δεν είμαι γιος μόνο και ότι μπορεί να σταματήσω κάποια στιγμή να είμαι γιος, ότι γίνομαι πολύ ραγδαία άντρας – «άντρας» δεν το λέω σε σχέση με το φύλο, αλλά σε σχέση με τις ευθύνες μου απέναντι στον εαυτό μου. Αυτό συνδυάστηκε με την απόφαση να παρατήσω την προηγούμενη σχολή μου για να ασχοληθώ με το θέατρο. Και σίγουρα ένα άλλο σημείο ήταν όταν μετακόμισα στην Αθήνα, τελείωσα τη σχολή θεάτρου και βρέθηκα να είμαι άνεργος ηθοποιός. Μετά τον πρώτο ενάμιση χρόνο, που όλα ήταν αβέβαια, όταν πήρα την απόφαση ότι θα επιμείνω, βίωσα μια τεράστια διαφορά. Αυτή συνέπεσε και με την επιλογή να σκηνοθετήσω το «Δαχτυλίδι».


Ε.Μ.: Ραγδαία μεταμόρφωση στ' αλήθεια δεν ξέρω, δεν μπορώ να παρατηρήσω αν μου έχει συμβεί. Μπορώ να θυμηθώ πολλές στιγμές στη ζωή μου που συνέβη μια μετατόπιση. Εμένα με μεταμορφώνει ο έρωτας, πολύ ξεκάθαρα, αλλά συνειδητοποίησα πρόσφατα, στη διάρκεια των προβών, ότι ο πόνος με μεταμορφώνει πιο ουσιαστικά. Ο πόνος σε σκληραίνει αναπόφευκτα. Ενδεχομένως τώρα να βρίσκομαι σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης και να μην μπορώ να μιλήσω γι' αυτή. Κάπως εισέρχεται ένα σχήμα που ελπίζω να μην είναι μασίφ, αλλά πιο εύπλαστο. Η ενηλικίωση είναι ούτως ή άλλως μια μεταμόρφωση.

 

— Σε ποια φάση μεταμόρφωσης πιστεύετε ότι βρίσκεται η Ελλάδα αυτήν τη στιγμή;

Π.Π.: Στην πρώτη πρόβα που κάναμε, ένα μέλος της ομάδας, η Μαρία (Κοτίνη) μας παρουσίασε την πεταλούδα και άρχισε να μιλάει γι' αυτή. Μας έλεγε ότι η μεταμόρφωση είναι μια διαδικασία την οποία πρέπει να αφήσεις να συμβεί. Την παθαίνεις, δεν είναι ενεργητική. Έχω την αίσθηση ότι εδώ και εννιά χρόνια που συμβαίνουν αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα, δεν αφήνουμε να συμβεί η μεταμόρφωση. Ο φασισμός που έχει τόσο ραγδαία αναπτυχθεί –ή τουλάχιστον που τόσο εύκολα μπορούν οι άνθρωποι να το πούνε– είναι το σύμπτωμα αυτού, ότι δεν μπορείς να αποδεχθείς πως τόσο καιρό έχεις κάνει πολλές μαλακίες και τώρα πρέπει να κάνεις κάτι άλλο. Αυτήν τη στιγμή είμαστε σε ένα στάδιο παραμόρφωσης, όχι μεταμόρφωσης.


Ε.Μ.: Που ούτως ή άλλως, για μένα υπάρχει μέσα στη μεταμόρφωση, αν το δω σε πιο γενικό πλαίσιο. Δεν μπορώ να τοποθετηθώ πολιτικά αυτήν τη στιγμή, μόνο ως πολίτης και μέσα από τον μικρόκοσμο του θεάτρου. Είμαστε σχεδόν ή στο εν τρίτο ή στη μέση μιας διαδικασίας αναδιαμόρφωσης, μιας ζύμωσης που μπορεί να ενέχει την παραμόρφωση. Αν θεωρήσουμε ότι το σύμπαν έχει μια φυσική ροή προς την ισορροπία, μπορεί να συντελεστεί μια μεταμόρφωση.

 

— Η ομάδα σας κλείνει 11 χρόνια ζωής. Πώς λειτουργείτε αναφορικά με τη σκηνοθεσία των παραστάσεων; Εσείς οι δύο έχετε σαφή σκηνοθετικό ρόλο εδώ, αλλά δέχεστε μεγάλο input από όλη την ομάδα, ακόμα και κατά τη διάρκεια της πρόβας.

Ε.Μ.: Είμαστε 11 άτομα. Ξεκινήσαμε ως παρέα, όχι όμως με γνώμονα να φτιάξουμε μια θεατρική ομάδα. Ενωθήκαμε ως παρέα με κοινό πεδίο το θέατρο, χωρίς να ξέρουμε ότι θέλουμε να το ακολουθήσουμε επαγγελματικά. Στην αρχή, τα πρώτα τρία χρόνια, είχαμε σκηνοθέτη στη Θεσσαλονίκη, πριν ακόμα κατέβουμε στην Αθήνα για να μπούμε σε σχολές. Αυτός ήταν η αφορμή που συστάθηκε η ομάδα. Μετά αποφασίσαμε ότι θέλουμε να συνεχίσουμε μόνοι μας. Στην επόμενη φάση δουλειάς συσκηνοθετούσαμε, δηλαδή ήταν ομαδική η σκηνοθεσία.

 

— Πώς βγαίνει άκρη με αυτό;

Ε.Μ.: Με πολύ κόπο και χρόνο, αλλά με μεγάλη μου ευχαρίστηση σου λέω ότι έχει λειτουργήσει.

 

Και από ανάγκη και από επιλογή προσεγγίζουμε το κείμενο ομαδικά, εν είδει χορού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO
Και από ανάγκη και από επιλογή προσεγγίζουμε το κείμενο ομαδικά, εν είδει χορού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LiFO

 

— Τι σας προσφέρει η ομάδα σε προσωπικό και καλλιτεχνικό επίπεδο; Πόσο πιθανό είναι κάποια στιγμή να θέλετε να σολάρετε;

Ε.Μ.: Και τώρα σολάρουμε. Δεν είναι μονογαμική η σχέση. Όλοι ασχολούμαστε λίγα χρόνια με το θέατρο και ο καθένας έχει ανάγκη να δουλέψει με άλλους ανθρώπους και να μάθει πράγματα και να βιοποριστεί, κακά τα ψέματα, γιατί από την ομάδα δεν βιοποριζόμασταν μέχρι αυτήν τη συμμετοχή μας στο φεστιβάλ. Είναι η πρώτη φορά που είμαστε όλοι εδώ, σε μία παράσταση, συντονισμένοι, χωρίς να έχουμε διπλές πρόβες και να πρέπει να ορίσουμε τα ωράρια. Είμαστε αφοσιωμένοι σε ένα πράγμα.


Π.Π.: Για μένα είναι θαυμάσιο όταν καταλαβαίνω εκ των υστέρων ότι σε κάθε εγχείρημα έχουμε όλοι συμμετάσχει πολύ δημιουργικά στην κατασκευή αυτού που φτιάξαμε. Έχουμε απαιτήσεις ο ένας από τον άλλο και υπάρχουν στιγμές που ξεπερνάμε τον εαυτό μας. Είμαστε σαν οικογένεια, με τα καλά και τα κακά που έχει αυτό το πράγμα και σε αναγκάζει να βάλεις τα δυνατά σου.


Ε.Μ.: Εμένα μου προσφέρει το μαζί, ότι πορεύομαι σε αυτό τον κόσμο χέρι-χέρι με άλλους δέκα ανθρώπους, όσο κλισέ και ρομαντικό κι αν ακούγεται. Νιώθω πολύ μεγάλη τύχη που έτυχε να βρεθώ εκείνη τη στιγμή κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους και να θέλουμε το ίδιο πράγμα.

 

— Θεατρικές ομάδες υπάρχουν πολλές στη θεατρική Αθήνα, αλλά τόσο πολυπληθής και συμπαγής μπορεί να είστε η μόνη. Ακόμα δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς μπορεί να λειτουργήσει με 11 άτομα.

Ε.Μ.: Ούτε εμείς μπορούμε να το καταλάβουμε.

 

Π.Π.: Αυτό που συμβαίνει στις πρόβες είναι ρομαντικό. Έχουμε δημιουργήσει έναν μικρόκοσμο στον οποίο ακούγεσαι όντως. Εμείς έχουμε μεγάλη αντοχή γιατί μάλλον θέλαμε να βρούμε πώς λειτουργεί αυτή η κοινότητα. Όταν κατεβήκαμε από τη Θεσσαλονίκη, σκέψου, λέγαμε ότι θα ζήσουμε σε ένα κοινόβιο όλοι μαζί, ότι αν κάνουμε παιδιά θα τα μεγαλώσουμε όλοι μαζί. Συνέχεια προς αυτό τον ρομαντισμό στοχεύουμε, αλλά σε πολύ πιο επαγγελματικά πλαίσια πλέον.

 

Εμένα μου προσφέρει το μαζί, ότι πορεύομαι σε αυτό τον κόσμο χέρι-χέρι με άλλους δέκα ανθρώπους, όσο κλισέ και ρομαντικό κι αν ακούγεται. Νιώθω πολύ μεγάλη τύχη που έτυχε να βρεθώ εκείνη τη στιγμή κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους και να θέλουμε το ίδιο πράγμα.

 

— Ποια είναι το θεατρικό στίγμα που σας χαρακτηρίζει πιο έντονα; Η μουσικότητα;

Ε.Μ.: Η μουσική παίζει έναν ρόλο στον χώρο του καθενός. Ήταν ίσως η πρώτη γλώσσα με την οποία συνομιλήσαμε μεταξύ μας πάνω και εκτός σκηνής.

 

— Όλοι έχετε μουσικές γνώσεις;

Ε.Μ.: Άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο, αλλά είναι το κοινό πεδίο της ομάδας. Πάντα παίζαμε μουσική, με κουβάδες και κρουστά, με κιθάρες, με τις φωνές, καθώς, όπως είδες, όλοι έχουν κάτι να προσθέσουν και ο καθένας ξέρει τον χώρο που του αναλογεί και πότε πρέπει να βγει μπροστά.


Π.Π.: Αυτό νομίζω είναι το πιο ισχυρό στοιχείο μας, ότι υπάρχει αυτή η οικειότητα που φέρνει δυσκολίες στη διαδικασία αλλά αποτυπώνεται εντέλει στη σκηνή.

 

— Πόσο σημαντική είναι για τους C. for Circus η συμμετοχή τους στο Φεστιβάλ Αθηνών;

Π.Π.: Ως φυσική συνέχεια το βλέπω. Δεν ήταν η πρώτη φορά που κατεβάσαμε πρόταση και πλέον ήρθε σε ένα σημείο που για μένα δεν ήταν big thing. Αντιμετωπίζω ως μεγάλο το οποιοδήποτε εγχείρημα, δεν αλλάζει κάτι. Μας χαροποιεί πάρα πολύ ότι οι συνθήκες είναι διαφορετικές, ότι είμαστε σε έναν χώρο προβών που πληρώνεται, πληρώνονται όλοι αυτοί οι συνεργάτες που τόσα χρόνια συμμετείχαν με πολύ χαμηλό μισθό.

 

Ε.Μ.: Και πληρωνόμαστε κι εμείς. Πάντα πληρώναμε τους συνεργάτες, αλλά εμείς δεν ήταν δεδομένο ότι θα πληρωθούμε.

 

Π.Π.: Αυτή τη διαφορετική συνθήκη μας προσφέρει το φεστιβάλ.

 

— Κι ένα μεγαλύτερο ή διαφορετικό κοινό, ενδεχομένως.

Ε.Μ.: Ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη ως παρέα, κάναμε ερασιτεχνικά θέατρο σε ένα υπόγειο και παίζαμε μουσική με τους κουβάδες και μας έλεγαν γονείς και φίλοι «άντε, πότε θα τελειώνετε με αυτό, τι γίνεται με αυτή τη φαρσοκωμωδία;» κι εμείς είμασταν ακόμα εκεί, και την επόμενη χρονιά, και βγαίναμε στον δρόμο και μοιράζαμε flyers. Ξαφνικά έρχεται κάποιος να σου πει «ρε συ, ωραίο είναι αυτό που κάνεις» ή «ok, για να κάτσω να τους δω». Ξεκινάς από κάτι που φτιάχνεις μόνος σου στο σπίτι και σου λέει κάποιος «είναι ωραίο, έχεις ένα βήμα μεγαλύτερο, για να δούμε τι έχεις να πεις».

 

Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης. © Ελίνα Γιουνανλή
Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης. © Ελίνα Γιουνανλή

 

Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης. © Ελίνα Γιουνανλή
Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης. © Ελίνα Γιουνανλή

 

Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης. © Ελίνα Γιουνανλή
Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης. © Ελίνα Γιουνανλή

 

Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης. © Ελίνα Γιουνανλή
Φωτογραφία από τις πρόβες της παράστασης. © Ελίνα Γιουνανλή

 

Info

C. for Circus - Μεταμορφώσεις του Οβίδιου

Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

Πειραιώς 260 (Ε)

30/5 - 2/6, 21:00

Διάρκεια 80'

 

Σκηνοθεσία: Ειρήνη Μακρή, Παύλος Παυλίδης

Δραματουργική επεξεργασία: Ελίνα Μαντίδη

Μουσική: C. for Circus

Μουσική επιμέλεια: Βαλέρια Δημητριάδου

Βοηθός σκηνοθέτρια: Κατερίνα Αδαμάρα

Σχεδιασμός φωτισμών: Σεσίλια Τσελεπίδη

Επιμέλεια κίνησης: Δρόσος Σκότης

Σκηνικά - Κοστούμια: Τζίνα Ηλιοπούλου, Λίνα Σταυροπούλου

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Παναγιώτης Γαβρέλας, Βαλέρια Δημητριάδου, Δημήτρης Κίτσος, Μαρία-Ελισάβετ Κοτίνη, Χρύσα Κοτταράκου, Ειρήνη Μακρή, Νικόλας Παπαδομιχελάκης, Παύλος Παυλίδης, Νατάσα Ρουστάνη, Αθηνά Σακαλή, Σπύρος Χατζηαγγελάκης