Είναι πολύ ελπιδοφόρο όταν νέοι άνθρωποι στέκονται με τόλμη αλλά και σεβασμό απέναντι στο δυσθεώρητο. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με το «τέρας» και αποφασίζουν να το κοιτάξουν στα μάτια.

 

Όχι για να το οικειοποιηθούν επιπόλαια ή να το εξωραΐσουν αφελώς, αλλά για να ξεψαχνίσουν τις μυριάδες εκφάνσεις του, και να συνδεθούν μαζί του καλώντας μας να τους ακολουθήσουμε.


Κάπως έτσι φαντάζει στα μάτια μου η απόπειρα του Αλέκου Λούντζη να αναμετρηθεί με τα «Οράματα και θάματα» του Στρατηγού Μακρυγιάννη και να τα μετατρέψει σε λιμπρέτο για μια σύγχρονη όπερα, σε μουσική Δημήτρη Μαραγκόπουλου.

 

Ο Λούντζης δεν είχε κλείσει καν τα σαράντα (σήμερα είναι 41), όταν κλήθηκε να αναμετρηθεί με το «δεύτερο ιστορικό» του Μακρυγιάννη, ένα κείμενο οριακό, δυσνόητο, ντελιριακό, που ακόμη κι ο παθιασμένος μελετητής Γιάννης Βλαχογιάννης, ο άνθρωπος που έσωσε τα «Απομνημονεύματα» από τη λήθη, το κρατούσε κρυμμένο και το αποκαλούσε «έργο τρελού».


Ο Λούντζης βούτηξε στα βαθιά. Διάβασε με επιμονή το πρωτότυπο και με προσοχή όλα όσα έχουν γραφτεί για τον Μακρυγιάννη. Δεν προσπάθησε μόνο να βρει ένα μονοπάτι που θα τον οδηγούσε στο αλλόκοτο, χριστιανόπληκτο και μακρινό, σύμπαν του περίφημου εκφραστή της ελληνικής ψυχής.

 

Επεδίωξε να συνδεθεί προσωπικά με το έργο του, να εντοπίσει τους λόγους και τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε και έχει νόημα να στραφούμε εκ νέου στον Στρατηγό σήμερα, προκειμένου να κατανοήσουμε κρίσιμα κομμάτια του εαυτού μας.

 

Τα «Οράματα και θάματα» του Μακρυγιάννη είναι ένα από τα πιο δύσκαμπτα και δυσπρόσιτα κείμενα που έχω διαβάσει. Κάθε φορά που το έπιανα στα χέρια μου, δεν μπορούσα να αφομοιώσω πάνω από δέκα σελίδες. Αλλά επειδή είχα ένα πείσμα, είπα δεν θα το βάλω κάτω· θεωρούσα σημαντική την ευκαιρία που μου είχε δοθεί να γράψω για το λυρικό θέατρο. 

 

Ποιο είναι το ζωτικό ίχνος που απομένει στη γλώσσα, στη συνείδηση, στην καθημερινότητά μας από ένα κείμενο που γράφτηκε κάπου μεταξύ 1840 και 1850, όταν το νέο ελληνικό κράτος έκανε τα πρώτα αβέβαια βήματά του; Ένα κείμενο όπου ο συγγραφέας αποτύπωνε κάθε λεπτομέρεια του συνειδητού αλλά και του ενύπνιου βίου του, και μετά το έκρυβε σε τενεκέδες μέσα στη γη για να μην το βρουν;


Στο λιμπρέτο ο Μακρυγιάννης αναδύεται διπλός, όπως και η δράση εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα: εσωτερικό και εξωτερικό, ατομικό και συλλογικό, πραγματικό και μεταφυσικό.

 

Αφουγκράζεται όχι μόνο τα γραπτά του Μακρυγιάννη αλλά και τον απόηχό τους στο σήμερα. Επιχειρεί έναν διάλογο με τους νεκρούς, τους φανερούς και αφανείς ήρωες, τους μελετητές, τους ποιητές, όλους εκείνους που φρόντισαν ώστε η αγωνία και ο αγώνας του Μακρυγιάννη να διασωθεί και να νοηματοδοτηθεί στο πέρασμα του χρόνου.


Πολύ σύντομα θα έχουμε την ευκαιρία ν' απολαύσουμε το συνολικό αποτέλεσμα επί σκηνής. Η όπερα «Οράματα και θάματα Στρατηγού Μακρυγιάννη» παρουσιάζεται στις 5, 6 και 7 Απριλίου στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής. Τον ρόλο του Ιωάννη Μακρυγιάννη ερμηνεύει ο Ζαχαρίας Καρούνης.

  

— Πώς άρχισε η περιπέτεια των «Οραμάτων»; Πώς μπήκε σε λειτουργία ο μηχανισμός δημιουργίας αυτής της σύγχρονης όπερας;

Ο συνθέτης Δημήτρης Μαραγκόπουλος και η σκηνοθέτις Μαρία Γυπαράκη μου είπαν ότι αναζητούν κάποιον για να γράψει το λιμπρέτο για μια όπερα βασισμένη στο «Οράματα και θάματα» του Μακρυγιάννη. Απευθύνονταν σε ανθρώπους που θα ήθελαν να δώσουν δείγματα γραφής.

 

Εγώ τότε είχα διαβάσει μόνο τα «Απομνημονεύματα». Ήξερα ότι υπήρχε ένα «δεύτερο ιστορικό», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Μακρυγιάννης τα «Οράματα και θάματα», είχα διαβάσει μερικά άρθρα για την αμφιλεγόμενη αξία του αλλά είχα συγκρατήσει μόνο επιδερμικές και σκόρπιες πληροφορίες. Αγόρασα το βιβλίο κι άρχισα να το διαβάζω.

 

Ο Μακρυγιάννης απευθύνεται στον θεό για προστασία, για καθοδήγηση, για εκδίκηση για δικαίωση, σχεδόν για τα πάντα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Ο Μακρυγιάννης απευθύνεται στον θεό για προστασία, για καθοδήγηση, για εκδίκηση για δικαίωση, σχεδόν για τα πάντα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


— Ποια ήταν η πρώτη αίσθησή σας από το βιβλίο;

Ένα από τα πιο δύσκαμπτα και δυσπρόσιτα κείμενα που έχω διαβάσει. Κάθε φορά που το έπιανα στα χέρια μου, δεν μπορούσα να αφομοιώσω πάνω από δέκα σελίδες. Αλλά επειδή είχα ένα πείσμα, είπα δεν θα το βάλω κάτω· θεωρούσα σημαντική την ευκαιρία που μου είχε δοθεί να γράψω για το λυρικό θέατρο.

 

Αυτό που μου έδωσε αρχικά κουράγιο και αργότερα ιδέες και μονοπάτι για να βαδίσω ήταν η δευτερογενής βιβλιογραφία, δηλαδή κάποια από τα πολυάριθμα κείμενα που έχουν γραφτεί για τον Μακρυγιάννη και το έργο του (πρωτίστως φυσικά για τα Απομνημονεύματα και δευτερευόντως για τα αμφιλεγόμενα Οράματα και θάματα).

 

Διάβασα πολλά και διαφορετικά κείμενα, τον Βλαχογιάννη, τον Γ. Θεοτοκά, τον Λορεντζάτο αλλά και τον Γιαννουλόπουλο μεταξύ αρκετών ακόμη· αν πρέπει, ωστόσο, να ξεχωρίσω δύο από τα πιο γοητευτικά και εν τέλει καθοριστικά για τη δική μου εργασία είναι η περίφημη εισαγωγή του Σπύρου Ασδραχά του 1957 [σ.σ. επιφανής ιστορικός και σχολιαστής των Απομνημονευμάτωντου Μακρυγιάννη] και ο Βίος του Στρατηγού Μακρυγιάννη του Νίκου Θεοτοκά [σ.σ. ιστορικός και καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο].

 

Κι ενώ τα «Απομνημονεύματα» είναι ένα πολύ περιγραφικό κείμενο, μια αυθεντική περιπέτεια αν θες, τα «Οράματα» είναι ένας εσωτερικός μονόλογος, σε σημεία εξαιρετικά παραληρηματικός· μιλά για έναν κόσμο που μου ήταν ξένος.

 

Αναζήτησα, λοιπόν, μία σύνδεση και ένα κίνητρο: για ποιον λόγο να γράψει κανείς ένα λιμπρέτο για τον Μακρυγιάννη σήμερα; Αισθανόμουν ότι αν δεν απαντούσα σε αυτό το ερώτημα, δεν θα μπορούσα να προχωρήσω.

 

— Βρήκατε τελικά αυτό που αναζητούσατε;

Ιδίως το βιβλίο του Νίκου Θεοτοκά ήταν και πηγή έμπνευσης και χάρτης για να μπορέσω να διαβάσω τα «Οράματα και θάματα».

 

Κάποια στιγμή, έπεσα πάνω σε μια φράση του Θεοτοκά που λέει ότι τα «Οράματα και θάματα» είναι σημαντικά, επειδή εκεί ακούμε να μιλούν «τα άφωνα υποκείμενα της Ιστορίας». Ε, αυτό μου φάνηκε συναρπαστικό και ως διατύπωση και ως κίνητρο. Ήταν η πρώτη σπίθα...


— Με ποια έννοια είναι ο Μακρυγιάννης «άφωνο υποκείμενο της Ιστορίας»; Δεν ήταν ένας επιφανής άνθρωπος της εποχής του;

Ο Μακρυγιάννης επιδεικνύει, ίσως, τη μεγαλύτερη κοινωνική ή ταξική, με μεταγενέστερους όρους, κινητικότητα στην εποχή του από οποιονδήποτε άλλον σύγχρονό του γνωρίζουμε.

 

Ξεκίνησε ως ένα ορφανό παιδί από ένα χωριό της Φωκίδας (τον πατέρα του τον είχαν δολοφονήσει, όταν ο Μακρυγιάννης ήταν ενός έτους) κι έφτασε, χάρη στις συγκυρίες και χάρη στη δυνατότητά του να τις διαχειρίζεται, να γίνει ένας αρκετά σημαντικός παίκτης στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

 

Παρά λοιπόν την ανέλιξη του, την απόκτηση δύναμης και πλούτου, με τη χρήση πιθανότατα και αθέμιτων μέσων, τουλάχιστον με τα δικά μας μέτρα, παραμένει παιδί της μεγάλης δεξαμενής των «άφωνων υποκειμένων της Ιστορίας» και κουβαλάει την κληρονομιά, τις δοξασίες και του τρόπους της μέχρι τέλους.

 

Για αυτό και ο Μακρυγιάννης, τουλάχιστον γλωσσικά, αλλά μέχρι ενός σημείου και συναισθηματικά, αρθρώνει σε λόγο τη φωνή της μεγάλης πλειοψηφία, του αναλώσιμου λαού των χρόνων κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την Επανάσταση. Και ας κατάφερε ο ίδιος να ξεφύγει από αυτή τη μοίρα.

 

Η σχετική φιλολογία το έχει διατυπώσει πειστικά και σχεδόν ομόφωνα σε αυτό το σημείο: Ο Μακρυγιάννης μας έδωσε ένα από τα πρώτα κείμενα με πάθος και ένταση στη γλώσσα που μιλούσαν οι πολλοί. Αυτή τη ζωντανή δημώδη γλώσσα, από την οποία δονείται όλο το κείμενο των «Απομνημονευμάτων» αλλά και τα μεταγενέστερα «Οράματα», πόσο μάλλον που ο Μακρυγιάννης κατά πάσα πιθανότητα χρησιμοποίησε σε σημεία κοινό υλικό παλιότερων σημειώσεών του για να συμπληρώσει τα πρώτα και να αναπτύξει τα δεύτερα.

 

— Το πρωτότυπο δεν έχει καμία πλοκή. Πώς λοιπόν μετατρέπει κανείς ένα παραληρηματικό κείμενο σε παραστάσιμο έργο ή λιμπρέτο με μια σχετική συνοχή;

Η ιδέα στο λιμπρέτο είναι ότι συνυπάρχουν δύο παράλληλες ιστορίες. Η πρώτη αφορά τη ζωή του Μακρυγιάννη την εποχή που γράφει τα «Οράματα και θάματα».

 

Η δεύτερη είναι σαν να παρακολουθεί τον εαυτό μας στον καθρέφτη ενώ τον διαβάζουμε. Αφορά δηλαδή τη δική μας πρόσληψη τα τελευταία εκατό και πλέον χρόνια από την έκδοση αρχικά των «Απομνημονευμάτων»: τι φανταζόμαστε εμείς για τον Μακρυγιάννη, εμείς που έχουμε διαβάσει τον Βλαχογιάννη, τον Παλαμά, τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Σεφέρη, τον Λίνο Πολίτη, τον Ασδραχά, τον Αλέξη Πολίτη, τον Νίκο Θεοτοκά κ.ά,.

 

Στην όπερα δεν επιχειρούμε μια βιογραφία του Μακρυγιάννη, ούτε πάμε επ' ουδενί να ερμηνεύσουμε ή να αξιολογήσουμε την ιστοριογραφία, η οποία ασχολήθηκε εκτενώς μαζί του.

 

Στόχος μας ήταν να φτιάξουμε μια ιστορία που να μας αφορά σήμερα, εν έτει 2019. Ποια είναι αυτή; Για να αλλάξουμε τελείως μουσικό πεδίο από την όπερα μας, μοιάζει ίσως με μια παραλλαγή μεταξύ του «heroes, just for one day» του Μπάουι και του «No more heroes any more» των Stranglers: Μια παλιά αλλά νέα μυθοπλασία για το κίνητρο να κατασκευάζουμε ήρωες με πρώτη ύλη τον εαυτό μας ή πάντως στα μέτρα μας και για την σημασία της χειρονομίας της καταβαράθρωσης· τι μένει μετά από εκείνους και από εμάς που πρώτα τους φτιάξαμε και μετά τους γκρεμίσαμε;

 

Ή αλλιώς πώς φτιάχνεις μια ιστορία για ένα πρόσωπο που έτυχε ευρύτατης μυθοποίησης και βρέθηκε στον πυρήνα της πολεμικής για την ιστορική (α)συνέχεια του δικού μας κόσμου, και μάλιστα με βασική αναφορά ένα αλλόκοτο κείμενο, τα «Οράματα», το οποίο δεν έχει διαβάσει σχεδόν κανείς στο πρωτότυπο, ενώ αρκετοί έχουν διαβάσει κάποια από τις διαφορετικές ερμηνείες για αυτό.

 

Ο Μακρυγιάννης άφησε μια προσωπική μαρτυρία η οποία έγινε με έναν τρόπο ο μύθος πασπαρτού του νεοελληνικού κράτους. Το λιμπρέτο προσπαθεί να ιχνογραφήσει μέσα από τα «Οράματα» και τα λόγια του, πώς άνοιξαν αυτά τα τόσο διαφορετικά πρίσματα πρόσληψης του έργου και της προσωπικότητάς του.

 

O Ζαχαρίας Κουρούνης στο ρόλο του Μακρυγιάννη. Φωτο: Δ. Σακαλάκης
O Ζαχαρίας Κουρούνης στο ρόλο του Μακρυγιάννη. Φωτο: Δ. Σακαλάκης

 

— Με την έννοια ότι τον έχουν οικειοποιηθεί όλες οι πλευρές;

Ναι, και τον έχουν οικειοποιηθεί πλευρές οι οποίες δεν συναντήθηκαν ποτέ ούτε κοινωνικά, ούτε πολιτικά, ούτε πολιτισμικά σε κανένα πεδίο. Υπάρχουν μεγάλες και πιο καθοριστικές προσωπικότητες του 19ου αιώνα όπως π.χ. ο Καποδίστριας που ενώ γράφτηκαν και ειπώθηκαν πάρα πολλά για αυτές, από συνεπής και μεθοδική ιστοριογραφία μέχρι ακραιφνώς μυθοποιητικές αφηγήσεις, κάποια ακροατήρια δεν τα άγγιξαν καθόλου ή έστω δεν τα ενέπνευσαν ποτέ.

 

Όλοι όμως μπόρεσαν και έραψαν έναν Μακρυγιάννη στα μέτρα τους: από τη γενιά του '30 και τον Σεφέρη, με επίκεντρο το ζήτημα της επαφής με τη λαϊκή παράδοση και τη δημοτική γλώσσα αλλά και την ανύψωση του πατριωτικού αισθήματος εν μέσω της κατοχής, από την ελληνική αριστερά σε πολλές εκδοχές της (π.χ. οι προσωπογραφίες του Μακρυγιάννη να δεσπόζουν ως πλακάτ στα Ιουλιανά) μέχρι την ακροδεξιά και τις διάφορες εθνικιστικές ή νεορθόδοξες αφηγήσεις που παραπέμπουν στη «μοναδικότητα της ελληνικής φυλής».

 

Άμα αναζητήσει κανείς τον Μακρυγιάννη σήμερα στο Ίντερνετ, πρώτα εμφανίζονται διάφορα ακροδεξιά σάιτ, που προτάσσουν αποσπάσματα από τα γραπτά του ως σύνθημα ή «απόδειξη» της διαχρονικής υπεροχής του ελληνισμού.

 

Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης ήταν τόσο πληθωρική, αντιφατική και εκρηκτική προσωπικότητα που δίνει λαβές να ανοίξει κανείς την πόρτα με όποιο χέρι επιθυμεί. Αυτός ο πολυσυλλεκτικός μαγνήτης του μύθου, το πασπαρτού που αναφέραμε παραπάνω, μου φαίνεται ένα στοιχείο εξαιρετικά ενδιαφέρον και σύγχρονο.

 

Από τον Μακρυγιάννη «πάντα ὀρθὸ ὡς τὸ τέλος: ἄνθρωπο στὸ ὕψος τοῦ ἀνθρώπου» του Σεφέρη μέχρι τον ιδεότυπο λαϊκού αγωνιστή που πασχίζει για την ελευθερία και την αποκατάσταση όσων αγωνίστηκαν και είδαν τις προσδοκίες τους να διαψεύδονται ή να προδίδονται από τους πολιτικούς και τον ανάξιο Βασιλέα, αφήγηση που εύλογα συγκίνησε τον κόσμο του ΕΑΜ, η απόσταση μοιάζει αγεφύρωτη.

 

Και όμως όλα αυτά είναι επιμέρους μυθοποιήσεις και ιδεολογικές χρήσεις του ίδιου υλικού, οι οποίες, όσο ακραίες και ακροβατικές κι αν είναι, βρίσκουν ή κατασκευάζουν ορισμένα ερείσματα σε αποσπάσματα των γραπτών του.

 

Γι' αυτό και το βιβλίο του Θεοτοκά μού φάνηκε τόσο καθοριστικό για την εργασία μου, γιατί είναι μία εξαιρετικά οργανωμένη και μεθοδική ιστορική μελέτη, η οποία αναδεικνύει ακριβώς ότι ο Μακρυγιάννης ήταν πολλά πράγματα. Δεν ήταν μόνο ένα.


— Και πώς επηρέασε αυτή η πολυσήμαντη θέαση της προσωπικότητας του Μακρυγιάννη το λιμπρέτο σας;

Ενώ στην όπερα συνήθως επιλέγει κανείς μία πλευρά του ήρωα και την υπερτονίζει ή τη μεταπλάθει για να χτίσει έναν ανθεκτικό και εθιστικό μύθο, τύπου Ζίγκφριντ, η δική μας εργασία ήταν από την αρχή κάπως αντίστροφη.

 

Εμείς είχαμε στα χέρια μας έναν χαρακτήρα πολλαπλά και αντιφατικά μυθοποιημένο, εν μέρει και από τα δικά του γραπτά, και προσπαθήσαμε να φωτίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πτυχές του χωρίς να μπούμε σε καμία διαδικασία αποτίμησης – επιχειρήσαμε δηλαδή μία, προφανώς μερική και υποκειμενική, χαρτογράφηση του παράξενου κόσμου των «Οραμάτων» του του Μακρυγιάννη με αναφορές και οδηγό την κριτική ιστοριογραφία και όχι άλλη μία μυθοπλαστική ανασκευή του. Να δούμε και να ακούσουμε τον κόσμο αυτό από όσο το δυνατόν περισσότερες πλευρές χωρίς να τον κρίνουμε ή να τον εργαλειοποιήσουμε.

 

Αυτό συζητήθηκε πολύ μεταξύ μας εξαρχής και προφανώς είχαμε υπόψη μας ότι παρά τις προθέσεις μας, και όση απόσταση και αν διατηρούσαμε, ένα νέο έργο θα είχε ούτως ή άλλως και κάποιες αποχρώσεις ερμηνείας.

 

Ο Δημήτρης Μαραγκόπουλος είχε τότε την καταλυτική ιδέα για έναν Χορό. Στην πορεία καταλήξαμε ότι, αφού θα προσπαθήσουμε, κατά το δυνατόν, να ενώσουμε τα κομμάτια του Μακρυγιάννη που έχουν «σπάσει» οι διάφορες ερμηνείες του εικοστού αιώνα, θα βάλουμε τον Χορό αυτό διχασμένο και «διπλό», έτσι ώστε να υπάρχει φωνή και αντιφώνηση, θέση και αντίθεση μεταξύ των μελών του.

 

Όταν ο Χορός Α', στη δεύτερη σκηνή, λέει «η αμαρτωλή προσευχή ενός πιστού», ο Χορός Β' αντιδρά λέγοντας: «η τελική στρατηγική του στρατηγού». Και μετά όλοι μαζί: «Και τα δυο / Και τα δυο».

 

Αν η νέα σύνθεση, και τώρα μιλάω αποκλειστικά για το λιμπρέτο, έπρεπε να πυκνωθεί σε τρεις αράδες θα ήταν αυτή η απάντηση πως «Ο Μακρυγιάννης είναι και τα δυο» σε όλα τα ερωτήματα που τίθενται στο έργο.

 

— Πολύ ενδιαφέρον. Πώς βίωνε αυτό το διττό της ύπαρξής του;

Από τη μία υπάρχει ένας Μακρυγιάννης που αντλεί θεολογική νομιμοποίηση για όλες του τις πράξεις: έχει «ανοιχτή γραμμή»με έναν θεό πολύ παρόντα που τον χρησιμοποιεί για να κάνει τα όπλα να εκπυρσοκροτήσουν, για να κρίνει μάχες και διενέξεις, για να τον προστατεύει από οικογενειακές τραγωδίες κ.ά. Όποτε χρειάζεται τον ανεβάζει στο βάθρο του και όποτε θέλει τον κατεβάζει στην αυλή του σπιτιού του.

 

Από την άλλη, υπάρχει ο Μακρυγιάννης που είναι ένας υπολογίσιμος συντελεστής σ' ένα καινούργιο κράτος το οποίο δομείται. Συμμετέχει στη συνωμοσία της 3ης Σεπτεμβρίου, εκλέγεται στο Δημοτικό Συμβούλιο, συμμετέχει με πάθος στα κοινά αλλά ταυτόχρονα στο σπίτι του προσεύχεται δεκαπέντε ώρες τη μέρα στη «σπηλιά» των προσευχών του. Και οι δύο ιδιότητες, και οι δύο κόσμοι του, συνυπάρχουν και συχνά συγκρούονται στα γραπτά του.

 

Ο Μακρυγιάννης ήταν αρκετά ρηξικέλευθος για την εποχή και κυρίως για την παράδοση από την οποία προερχόταν. Είχε από νωρίς πάρει αποστάσεις από την αρματολική παράδοση, πίστευε στη συγκρότηση των νέων θεσμών και είχε απροϋπόθετο σεβασμό στην εκάστοτε εξουσία, γεγονός που τον ευνόησε ώστε να πάρει πόστα στις μετεπαναστατικές διοικήσεις σε σύγκριση με πολύ σημαντικότερους οπλαρχηγούς του Αγώνα.

 

Μπορούμε λίγο απλουστευτικά να πούμε ότι συμμετείχε με μεγαλύτερη ζέση στο καινούργιο από οποιονδήποτε συνοδοιπόρο του. Ωστόσο, υπήρχαν και πολλοί τρόποι του παλιού κόσμου που λειτουργούσαν άσβεστοι εντός του και δημιουργούσαν διαρκώς διχασμούς, οι οποίοι πρέπει να ήταν αρκετά επώδυνοι και ενίοτε σπαρακτικοί και για τον ίδιο.


— Ποια άλλα πρόσωπα επιλέξατε για να πλάσετε το σύμπαν του Μακρυγιάννη επί σκηνής;

Ο Δημήτρης Μαραγκόπουλος είχε επίσης την ιδέα για να αξιοποιήσουμε τον Βαπτιστή και την Ονειροκρίτρια ως βασικούς χαρακτήρες του έργου. Η Ονειροκρίτρια είναι ένα πρόσωπο διττό –αναφέρεται στα «Οράματα και θάματα»–, κατά το ήμισυ πλάσμα της φαντασίας του Μακρυγιάννη και κατά το άλλο ήμισυ μια λαϊκή γυναίκα που ερχόταν στο σπίτι και του εξηγούσε τα όνειρά του.

 

Στην όπερα επιλέξαμε να αναδείξουμε αυτή τη διπλή και μεταβατική ιδιότητα της Ονειροκρίτριας, ταπεινή γυναίκα του περιγύρου του αλλά και «ταχυδρόμος του Θεού», και να της δώσουμε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που διαγράφουν τον αστερισμό της πίστης του Μακρυγιάννη, από το δέος και την εντολή μέχρι την παρέμβαση στα πιο καθημερινά πράγματα όπως είναι για παράδειγμα η υπόγεια αντιπαλότητα της Ονειροκρίτριας με τη σύζυγο του Μακρυγιάννη.

 

Αντίστοιχα ρευστός και φασματικός είναι και ο χαρακτήρας του Ιωάννη του Βαπτιστή. Ενώ ο Μακρυγιάννης είχε πάντα γύρω του ένα δίκτυο ανθρώπων που τον ακολουθούσαν, είτε έμμισθων είτε δυσαρεστημένων στρατιωτικών και νοικοκυραίων, άλλαξε τόσες φορές στρατόπεδο –κυβερνητικό, αντικυβερνητικό, εκτελεστικό, πολιτικό στο δημοτικό συμβούλιο, φιλοβασιλικό, συνταγματικό κ.ο.κ.– ή προτεραιότητες που είχε ανάγκη έναν σταθερό συνοδοιπόρο ή και φύλακα άγγελο.

 

Αυτή, λοιπόν, την ανάγκη μεταφυσικής προστασίας αλλά και άμεσης συντροφικότητας κάλυψε η οραματική φιγούρα του Βαπτιστή. Βρίσκοντας, λοιπόν, εξαιρετική την αρχική έμπνευση του Μαραγκόπουλου ξεκίνησα να ξεψαχνίζω αυτά τα δύο πρόσωπα, εντός του βιβλίου αλλά και πέραν αυτού, για ένα διάστημα να κοιμάμαι και να ξυπνάω μαζί τους μέχρι να μου φανούν επαρκώς πειστικά και αυτόνομα στην πλοκή.

 

Αυτή η επιλογή των δύο, ας πούμε, φαντασμάτων, σε συνδυασμό με τον διαρκώς παρόντα «διπλό» Χορό συγκρότησαν το πρώτο πλέγμα χαρακτήρων του λιμπρέτο.

 

Ο Μακρυγιάννης είναι ένας άνθρωπος που φαίνεται να έχει συνείδηση ότι γράφει για την Ιστορία. Κι αυτό είναι πολύ εντυπωσιακό, ότι δηλαδή υπάρχει μια τέτοια στρατηγική σε ένα κείμενο που μοιάζει γραμμένο αυτόματα.


— Ποια η σχέση των «Απομνημονευμάτων» με τα «Οράματα και θάματα»;

Τα Απομνημονεύματα είναι με η απόπειρα άρθρωσης δημόσιου λόγου, να πει τα «συμβάντα» την κατ' εκείνον αληθινή Ιστορία μέσα από την ιστορία του.

 

Τα Οράματα και θάματα είναι μια πολύ πιο ιδιωτική καταγραφή, μοιάζει ανοριοθέτητη, γυμνή, σε σημεία σπαρακτική και σε άλλα αλαφροΐσκιωτη, ένα κείμενο όπου ο Μακρυγιάννης δεν διστάζει πουθενά και δεν υπολογίζει τίποτα, ίσως ακριβώς γιατί μέσα στα οράματά του θεωρεί ότι διαβάζει και λεκτικοποιεί σημάδια από τον θεό. Ακούγεται ιδανική πρώτη ύλη για μία όπερα, και αν αποδειχθεί τέτοια θα το οφείλουμε στην αρχική έμπνευση του Μαραγκόπουλου.

 

Ωστόσο η διαδικασία για να δημιουργηθεί από αυτό το δυσανάγνωστο και σε σημεία χαοτικό κείμενο ένα λιμπρέτο δεν ήταν ούτε προφανής ούτε εύκολη.

 

Ένα πράγμα που έκανε κλικ σε εμένα, ήταν ότι μέσα στο παραλήρημα θρησκοληψίας και τρομερής ψυχικής έντασης, ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιούσε μερικές πολύ μοντέρνες τεχνικές. Μία από αυτές ήταν ότι σε κάποια αποσπάσματα, σαν παρενθέσεις στον χειμαρρώδη λόγο του, απευθύνεται άμεσα στον αναγνώστη.

 

Ο Μακρυγιάννης προϋποθέτει, λοιπόν, και εδώ ακροατήριο, το νουθετεί, το μαλώνει, και προσπαθεί να το κερδίσει μέχρι το τέλος. Είναι ένας άνθρωπος που φαίνεται να έχει συνείδηση ότι γράφει για την Ιστορία. Κι αυτό είναι πολύ εντυπωσιακό, ότι δηλαδή υπάρχει μια τέτοια στρατηγική σε ένα κείμενο που μοιάζει γραμμένο αυτόματα.

 

Χρησιμοποιεί, ενίοτε, με δεξιοτεχνία τεχνάσματα του προφορικού λόγου, λέει π.χ. κάποια στιγμή στα Οράματα –με δικά μου λόγια όπως το θυμάμαι– «Αποκαλύφθηκε η αλήθεια του θεού σε ποιον; Σε μένα, που τι είμαι, ένας ταπεινός ασήμαντος άνθρωπος».

 

Και, όμως, ο Μακρυγιάννης κάθε άλλο παρά ασήμαντο θεωρούσε τον εαυτό του. Η στρατηγική της αυτοϋπονόμευσης ως μέσο δικαίωσης, η ταπείνωση έναντι της μεγαλομανίας, είναι όλα επιλογές που δεν μπορεί να είναι τυχαίες.

 

— Ήταν μεγαλομανής; Έβλεπε τον εαυτό του να κάθεται δίπλα στον θρόνο του θεού...

Και αν ήταν πρέπει να το κρίνουμε μέσα στο πλαίσιο της εποχής του, η οποία ήταν κατά κάποιο τρόπο εποχή μεγαλομανίας. Εγώ τα τελευταία δύο χρόνια γράφω απλώς ένα λιμπρέτο, κι επειδή μου φαίνεται το πιο σημαντικό εγχείρημα γραφής μέχρι σήμερα, έχω μετά βεβαιότητας αφήσει να ριζώσουν κάποιες εμμονές, έχω παραμερίσει άλλες, έχω σ' έναν βαθμό αλλάξει τρόπους εργασίας και σκέψης.

 

Εκείνοι έφτιαχναν ένα καινούργιο κράτος από την αρχή. Ήταν μάλλον αναπόδραστα περίοδος μεγάλων χειρονομιών. Παράλληλα, ο Μακρυγιάννης ήταν ένα παιδί που ξεκίνησε ορφανό από το χωριό του και έφτασε να χειρίζεται πόρους και στρατό, να έχει άμεση σχέση με την κεντρική εξουσία, να έχει κτήματα γύρω από την Ακρόπολη και να παντρευτεί την Κατίγκω Σκουζέ – οι Σκουζέ ήταν μια πολύ ισχυρή οικογένεια εμπόρων, η οποία ανήκε στη δεύτερη τάξη οικογενειών του νεοσύστατου κράτους.

 

Προφανώς και ήταν πολύ φιλόδοξος όπως και ιδιαίτερα ικανός στο να επιτυγχάνει τους στόχους του. Ωστόσο, η άμεση και παθιασμένη απεύθυνση προς τον θεό, η πυρετική πίστη του και ο τρόπος άσκησής της ήταν νομίζω πολύ αυθεντικά στοιχεία του, ήταν μάλλον οι πιο βαθιές ρίζες του παλαιού κόσμου που δεν μπόρεσε να βγάλει ποτέ από μέσα του.

 

Όταν ζοριζόταν πολύ, όταν αισθανόταν ένα κομμάτι αδικίας στο πετσί του ή ανημπόριας να περάσει το δικό του, η τελική και μοναδική καταφυγή του ήταν ο θεός.

 

Ο Μακρυγιάννης ήταν αρκετά ρηξικέλευθος για την εποχή και κυρίως για την παράδοση από την οποία προερχόταν. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Ο Μακρυγιάννης ήταν αρκετά ρηξικέλευθος για την εποχή και κυρίως για την παράδοση από την οποία προερχόταν. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


— Πώς σας επηρέασε η περίφημη διάλεξη του Σεφέρη για τον Μακρυγιάννη;

Την είχα διαβάσει πριν 10 χρόνια και ήταν ένα από τα πρώτα κείμενα που έψαξα στα αναγκαστικά διαλείμματα της ανάγνωσης των Οραμάτων και θαμάτων.

 

Υπάρχει πια μια εδραιωμένη αντίληψη ότι η διάλεξη αυτή, που δόθηκε ως γνωστόν στην Αλεξάνδρεια το 1943, είναι ένας συνειδητός διθύραμβος, σε καμία περίπτωση ανειλικρινής αλλά ίσως κάπως προγραμματικός. Ότι, δηλαδή, ο Σεφέρης επιχειρεί μέσα από ένα κείμενο πολύ αξιόλογο και σημαντικό, τα «Απομνημονεύματα», να φτιάξει έναν κανόνα· με τη μαεστρία, τη γνώση και τη διπλωματία του φροντίζει να εστιάσει στα σημεία που τον ενδιαφέρουν για να ενισχύσει το επιχείρημά του και παραθέτει τα ανάλογα αποσπάσματα.

 

Είναι όμως εξίσου και ο δικός του σαγηνευτικός και ανεξίτηλος λόγος που χαρίζει στο κείμενο τη γοητεία του και που άλλαξε σε ένα βαθμό και τη δική μου περιπέτεια με τον Μακρυγιάννη.

 

Ήταν η πρώτη φορά που συγκινήθηκα τόσο με την ιστορία και τη μαρτυρία του Μακρυγιάννη «ανακατεμένη» πια και με τα λόγια και το συναίσθημα του Σεφέρη.

 

Διάβασα το κείμενο κατευθείαν 3 φορές χωρίς να κρατήσω ούτε μισή σημείωση. Είχα πλέον στη δεξαμενή και μια σπουδαία και κυρίως πολύ πειστική λογοτεχνική συμμαχία. Είχα κυρίως μια ανοιχτή γέφυρα συγκίνησης με τον Μακρυγιάννη και τον κόσμο του.

 

— Πόσο διαφορετικό είναι το κομμάτι της θρησκείας και του θεού στ' «Απομημονεύματα» σε σχέση με τα «Οράματα»;

Στα «Απομνημονεύματα» υπάρχει μια ιστοριογραφική πατίνα, είναι γραμμένα, όπως γράφει πάλι Ν. Θεοτοκάς «στη λογική μια ιστορίας που όφειλε ν' ακολουθεί τους κανόνες του επίσημου δημόσιου λόγου». Και στα «Απομνημονεύματα», φυσικά, υπάρχουν θεοτικές εξηγήσεις και μεταφυσικές εκτροπές αλλά γίνονται κατά κανόνα in extremis.

 

Ο θεός αναζητείται και παρεμβαίνει όταν τα ανθρώπινα δεν βγαίνουν με τίποτα, όταν οι όροι είναι απελπιστικοί και χρειάζεται η θεία Χάρις για να τους αλλάξει.

 

Στα «Οράματα και θάματα», από τη άλλη βρισκόμαστε εξαρχής σε άμεση επικοινωνία, σε διαρκή επίκληση αλλά και σποραδική ένταση με το θείο, σε μια διαδικασία επώδυνης αλλά αφοσιωμένης διαπραγμάτευσης.

 

Ο Μακρυγιάννης απευθύνεται στον θεό για προστασία, για καθοδήγηση, για εκδίκηση για δικαίωση, σχεδόν για τα πάντα. Χαρακτηριστικό είναι η εκτενής «αμαρτωλή, απλή και αγράμματη προσευχή» του, ένα συγκλονιστικό απόσπασμα λατρευτικού λόγου, όπου ο Μακρυγιάννης απευθύνεται στον θεό και ταυτόχρονα κάνει παρατηρήσεις στα παιδιά του «υμνείτε και δοξολογείτε τον θεό», όπου θυμώνει και εκτρέπεται σε ένα δριμύ πολιτικό «κατηγορώ» των αντιπάλων του, όπου αργότερα σαν να το συνειδητοποιεί και μαζεύεται απολογούμενος για την ασέβειά του.

 

Το λιμπρέτο της όπερας ξεκινάει με την Προσευχή αυτή, ενώ αργότερα υπάρχει μια αναπαράσταση της πολιορκίας της Ακρόπολης και ένα σχετικό απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα καθώς και μία Σκηνή αφιερωμένη στη δίκη του Μακρυγιάννη με υλικό από τα αρχεία της διαδικασίας.

 

— Σε τι σωματική και ψυχολογική κατάσταση βρίσκεται ο Μακρυγιάννης των «Οραμάτων»;

Σίγουρα επιβαρυμένη και κατά περιόδους οριακή. Τα Οράματα και θάματα είναι ένα έργο απολογισμού αλλά και απόγνωσης του απομονωμένου και παροπλισμένου Μακρυγιάννη. Είχε σοβαρά τραύματα, είχε πιθανότατα επιληπτικές κρίσεις, γερνούσε, έβλεπε ανθρώπους να περνάνε μέσα από πόρτες.

 

Παρόλα αυτά διατηρεί ακόμη μεγάλη ορμή μέσα του. Τσακώνεται με τη γυναίκα του, θρηνεί το χαμένο του παιδί, επικαλείται και επικοινωνεί με τους οραματικούς συνοδούς του, την Ονειροκρίτρια και τον Βαπτιστή, θεμελιώνει την έχθρα και καταριέται με λεπτομέρεια τους αντιπάλους του, δεν φοβάται ούτε θεό ούτε διάολο. Γιατί ο διάολος είναι δουλειά του Θεού και με τον θεό έχει ο ίδιος άμεση επικοινωνία.

 

Υπό αυτές τις συνθήκες, γράφει και ενίοτε ασυνάρτητα ή αν θέλετε τρελά, αλλά γράφει και με τρομερή δύναμη και αυτοπεποίθηση. Υπάρχει ένα κείμενο της ίδιας εποχής, το 1852 πριν τη μεταγωγή του στη φυλακή του Μεντρεσέ, με τίτλο «Επίκλησις προς τον θεόν» όπου ο Μακρυγιάννης απευθύνεται στον θεό με θυμό.

 

Ο Μακρυγιάννης πιστεύει σε έναν θεό που νοιάζεται, εποπτεύει και παρεμβαίνει και είναι βέβαιος ότι μετά τις δοκιμασίες στο τέλος θα επέλθει μια μορφή δικαιοσύνης ή δικαίωσης. Η κλιμάκωση του λόγου του και κυρίως η ταλάντωση του ύφους του από τη δέηση στο περιγραφικό άμεσο παράπονο, σαν να μιλάμε εμείς οι δύο τώρα για κάτι που μας απασχολεί, είναι συγκλονιστική.


— Αισθανθήκατε το άχθος της ιστορικής αλήθειας, ενώ γράφατε το λιμπρέτο; Πόσα περιθώρια δημιουργικής ελευθερίας είχατε αντιμέτωπος με ένα ιστορικό πρόσωπο;

Ξεκινάω από το δεύτερο. Χάρη στην άριστη σχέση και τη σχεδόν καθημερινή επαφή μου τα τελευταία δύο χρόνια μου με τον Δημήτρη Μαραγκόπουλο είχα την πιο πολύτιμη μορφή ελευθερίας σε μια συλλογική προσπάθεια, αυτή της ισότιμης συνεργασίας με αμοιβαία εμπιστοσύνη και σαφή καταμερισμό.

 

Με τον Δημήτρη και με τη Μαρία Γυπαράκη συζητήσαμε επανειλημμένα για την πλοκή, όταν έφτασα σε ένα πλήρες σχεδιάγραμμα, κουβεντιάζαμε με λεπτομέρεια κάθε σκηνή αφότου γραφόταν και ακούγαμε μαζί τη μουσική της όταν την τελείωνε ο Δημήτρης.

 

Προφανώς είχα απόλυτη ελευθερία και ευθύνη στη γραφή καθαυτή, στην επιλογή και τη μετρική προσαρμογή των αποσπασμάτων από τον Μακρυγιάννη, στη γραφή των πρωτότυπων στίχων ή την επιλογή των λίγων διακειμενικών αναφορών.


Τώρα στην ερώτηση αν είχα αγωνία απόδοσης ιστορικής πιστότητας ή πόσο μάλλον αλήθειας, η απάντηση είναι απλή και είναι όχι. Δεν είχα καμία τέτοια φιλοδοξία ή αυταπάτη και άρα δεν κουβαλούσα το βάρος τους που θα ήταν ούτως ή άλλως τελείως παραλυτικό.

 

Έχω μεγάλο σεβασμό στους ιστορικούς και είμαι ερασιτεχνικά μεν αλλά αφοσιωμένα αναγνώστης ιστορικών βιβλίων που με αφορούν. Ως εκ τούτου, στο συγκεκριμένο εγχείρημα με απασχολούσε πολύ να αποκτήσω μία εικόνα της σχετικής βιβλιογραφίας και να καταλάβω τα επιχειρήματα και τις διαφορετικές ερμηνείες, αλλά επ' ουδενί να τα να τα αναπαραγάγω ή να τα αξιολογήσω.

 

Η δευτερογενής βιβλιογραφία, όπως είπα και παραπάνω, ήταν καθοριστική στο να έχω μπροστά μου έναν χάρτη και σε κάποια σημεία να βρω ένα μονοπάτι πρόσβασης στο μακρυγιαννικό σύμπαν. Η μετέπειτα διαδρομή, όμως, ήταν αποκλειστικά δική μου ευθύνη και η πρόθεσή της αμιγώς καλλιτεχνική και όχι ιστοριογραφική.

 

Επειδή, όμως, όσες φορές και αν πω τη φράση «αποκλειστικά καλλιτεχνική», όλοι ξέρουμε ότι με κείμενο αναφοράς ένα έργο του Μακρυγιάννη η έγνοια δεν φεύγει ποτέ, σε αυτό το βάσανο, από τις πιο αγχώδεις μέχρι τις πιο δημιουργικές εκδοχές του, το βλέμμα, οι γνώσεις, οι επισημάνσεις και το τελικό νεύμα του Νίκου Θεοτοκά ήταν για μένα ανεκτίμητης σημασίας.


— Υπάρχουν αναλογίες ανάμεσα στην εποχή του Μακρυγιάννη και τη δική μας;

Αναλογίες, αν έχει κανείς διάθεση, μπορεί να ανακαλύψει ή να προσπεράσει παντού. Ωστόσο για να μην υπεκφύγω τώρα στο τέλος, σε κάποια στοιχεία της τελευταία δεκαετίας της κρίσης, στον σκληρό βίο, στην πόλωση, στην απογοήτευση και κυρίως στην επικρεμάμενη απειλή ενός μοιραίου γεγονότος μπορεί κανείς να βρει τουλάχιστον κάποιες ομοιότητες με τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια του 19ου αιώνα.

 

Κυρίως, δηλαδή, μπορούμε να σκεφτούμε το συναίσθημα των πολιτών σε ένα κράτος που κινδυνεύει να σβήσει οικονομικά ως κοντινό με το αντίστοιχο συναίσθημα σε ένα κράτος που διαρκώς τρεμοσβήνει για να ανάψει, όπως συνέβαινε εκείνη την εποχή.


— Υπάρχει προοπτική έκδοσης του λιμπρέτου σε βιβλίο;

Ναι και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτό. Το λιμπρέτο της όπερας Οράματα και θάματα στρατηγού Μακρυγιάννη εκδόθηκε μόλις πριν μια εβδομάδα από τις εκδόσεις Κίχλη και κυκλοφορεί από τις 20 Μαρτίου στα βιβλιοπωλεία, ενώ θα διατίθεται και τις ημέρες της παράστασης στα ταμεία της ΕΛΣ.

 

Η έκδοση πέρα από το λιμπρέτο περιέχει ένα κείμενο του Νίκου Θεοτοκά για τον Μακρυγιάννη και το πλαίσιο της εποχής του, ένα κείμενο του Δημήτρη Μαραγκόπουλου για τις αναφορές της μουσικής σύνθεσης της όπερας και τις κρυμμένες μουσικές στα Οράματα και Θάματα, ένα κείμενο της Μαρίας Γυπαράκη για το πώς μπορεί και πόσο μπορεί να σκηνοθετηθεί η Ιστορία και ένα κείμενο του υποφαινομένου για την αφετηρία και τους βασικούς σταθμούς της γραφής ενός σύγχρονου λιμπρέτο για τον Μακρυγιάννη.

 

Info

Οράματα και θάματα στρατηγού Μακρυγιάννη

Δημήτρης Μαραγκόπουλος

Πρώτη παρουσίαση / Παραγγελία της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ

Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

5, 6, 7/4, 20.30

 

Λιμπρέτο: Αλέκος Λούντζης, βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Ιωάννη Μακρυγιάννη

Μουσική διεύθυνση: Μάρκελλος Χρυσικόπουλος

Σκηνοθεσία: Μαρία Γυπαράκη

Σκηνικά - Κοστούμια: Γιώργος Βαφιάς

Χορογραφία: Αγνή Παπαδέλη

Φωτισμοί: Δημήτρης Κουτάς

Διεύθυνση χορωδίας: Σταύρος Μπερής

Μουσική προετοιμασία: Νίκος Λαάρης, Μαρία Νεοφυτίδου, Σπύρος Σουλαδάκης

Ερμηνεύουν: Ζαχαρίας Καρούνης, Ιωάννα Φόρτη, Μυρτώ Μποκολίνη, Γιώργος Παπαδημητρίου, Νίκος Κοτενίδης, Ελένη Μπαρκαγιάννη, Aντώνης Δήμου, Χρήστος Κεχρής

Συμμετέχει η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων και οκταμελές μουσικό σύνολο