Δέκα σχεδόν χρόνια πέρασαν την «αποφράδα» εκείνη νύχτα της 6ης Δεκεμβρίου 2008, οπότε η εν ψυχρώ δολοφονία ενός 15χρονου παιδιού από αστυνομικό στα Εξάρχεια συντάραξε τη χώρα κι έδωσε το έναυσμα μιας μαζικής εξέγερσης που έθαψε κάτω από τόνους οργής την ευδαιμονία μιας παραφουσκωμένης, κάλπικης ευμάρειας - την οριστική ταφόπλακα θα την έβαζε την επόμενη χρονιά το πρώτο μνημόνιο.

 

Είχανε δε ταρακουνήσει τόσο τους κρατούντες εκείνος ο ξεσηκωμός ώστε ορισμένοι να σκέφτονται σοβαρά το ενδεχόμενο επιβολής στρατιωτικού νόμου για πρώτη φορά μετά τη χούντα. Έκτοτε συνέβησαν συμπυκνωμένα τόσα και τέτοια καταιγιστικά γεγονότα και αλλαγές ώστε να μοιάζει αιώνας βαρύς κι ατέλειωτος η δεκαετία που μεσολάβησε στο μεταξύ. 

 

Ένας visual artist που ήταν παρών στα δεύτερα αυτά «Δεκεμβριανά» επιχειρεί να μεταφέρει κάτι το κλίμα τους στην Αντιστολή, μια φιλόδοξη καλλιτεχνική αναπαράσταση που χρησιμοποιεί σαν όχημα ώστε μεταφέρει μέσω αυτής τους δικούς του προβληματισμούς πάνω στην αξία της ιστορικής μνήμης, της συλλογικής δράσης και το φαινόμενο της βίας ενγένει.

 

Ζούμε σε περίεργη εποχή, οι πληροφορίες και οι εικόνες, φιλτραρισμένες ή μη, εισρέουν κατά χιλιάδες στην καθημερινότητά μας, εθίζοντάς μας στην απάθεια και τη λήθη. Είναι όμως σημαντικό να έχουμε γνώση της ιστορίας και των ξεχωριστών της στιγμών. Στιγμές που ο κόσμος από μονάδες μετατρέπεται σε σύνολο για να διαμαρτυρηθεί, να αμφισβητήσει, να διεκδικήσει, αποκτώντας έτσι την κυτταρική μνήμη ενός ενιαίου σώματος.


«Συμπαραστάτες» στην απόπειρά του αυτή είναι η Αγγελική Στελλάτου στη χορογραφία, η Ολυμπία Μυτιληναίου στη διεύθυνση φωτογραφίας, η Άννα Πάγκαλου στα φωνητικά, ο Νικόλας Τσαλίκης στο μουσικό κομμάτι και μαζί εξήντα χορευτές, επαγγελματίες κι ερασιτέχνες. Παρά τις πολλές πολιτικές και κοινωνικές της προεκτάσεις και συνδηλώσεις, είναι βέβαια μια καταρχήν εικαστική δουλειά που λειτουργεί περισσότερο σαν άσκηση μνήμης και αφορμή επαναστοχασμού.

 

Δεν είναι άλλωστε παρά το πρώτο μέρος ενός ευρύτερου πρότζεκτ που θα συμπεριλάβει τις δολοφονίες των Ιωάννη Καποδίστρια και Γρηγόρη Λαμπράκη σε ένα ενιαίο πρότζεκτ υπό τον τίτλο Syntagma. Πώς άραγε σχετίζονται τα παραπάνω συμβάντα, ποιες είναι οι καλλιτεχνικές και όχι μόνο αφορμές τους; Ας δούμε όμως τι λέει για όλα αυτά ο ίδιος ο δημιουργός καθώς και δύο ακόμη βασικοί συντελεστές του έργου:

 

Παντελής Μάκκας, visual artist

«Θυμάμαι σαν χτες τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου... Είχα μόλις επιστρέψει στην Αθήνα ύστερα από κάποια χρόνια σπουδών και εργασίας σε Ολλανδία-Γαλλία. Είχα σοκαριστεί αφενός από τ' ότι ένα όργανο της τάξης εκτέλεσε εν ψυχρώ ένα ανήλικο παιδί, αφετέρου από τη βία και τη μαζικότητα των ταραχών που ακολούθησαν. Δεν το είχα ξαναδεί ποτέ αυτό, δεν ήμουν κιόλας ποτέ "στρατευμένος" κάπου πολιτικά, έπιασα λοιπόν μια κάμερα, βγήκα στους δρόμους κι άρχισα να τραβάω.

 

»Στην πορεία ένιωσα ότι το τραγικό αυτό γεγονός, αφού πυροδότησε ένα άγριο ξέσπασμα των νέων ανθρώπων ειδικά – πέρα από τη δίκαιη οργή, μοιάζανε να διαισθάνονταν ότι το "σάπιο" έδαφος που πατούσαν θα θρυμματιζόταν στην επερχόμενη μεγάλη κρίση, όπως και συνέβη με θύματα τους ίδιους καταρχήν – "χάθηκε", αλλοιώθηκε μέσα στη συλλογική μας μνήμη.

 

Ταυτόχρονα, εισήγαγε για τα καλά στη δημόσια σφαίρα τη βία σαν αυτοσκοπό, είτε πρόκειται για τη θεσμοποιημένη κρατική, είτε την ακροδεξιά ξενοφοβική, είτε την πολιτική βία που προκύπτει σαν αντίδραση είτε την "πεζοδρομιακή", τη χουλιγκανίστικη.

 

»Η παγκόσμια κρίση είχε ήδη δρομολογηθεί, το έβλεπαν ήδη όσοι κοίταζαν λίγο μακρύτερα, ανάμεσά τους κάποιοι καλλιτέχνες σε Ελλάδα και Ευρώπη. Η κοινωνική αναταραχή ήταν επομένως αναπόφευκτη, αν όμως δεν μεσολαβούσε η δολοφονία του 15χρονου μαθητή πιθανό να λάμβανε λιγότερο βίαιες προεκτάσεις».


»Όχι, δεν βλέπω κανένα "σκάνδαλο" στο να συγκρίνω την πολιτική, εντέλει, αυτή δολοφονία με τις δολοφονίες του Καποδίστρια και του Λαμπράκη. Δεν ήταν βέβαια οι μόνες, έχουμε δυστυχώς μεγάλη τέτοια παράδοση στην Ελλάδα.

 

Ο Παντελής Μάκκας με τη διευθύντρια φωτογραφίας Ολυμπία Μυτιληναίου.
Ο Παντελής Μάκκας με τη διευθύντρια φωτογραφίας Ολυμπία Μυτιληναίου.

 

»Τις ξεχώρισα όμως γιατί αφενός έγιναν σε δημόσιους χώρους, αφετέρου αποτέλεσαν ορόσημα καθώς συνδυάστηκαν με μεγάλες κι απότομες πολιτικοκοινωνικές αλλαγές: Μετά τον Καποδίστρια ξέσπασε εμφύλιος, ήρθανε οι Βαυαροί και η βασιλεία. Μετά τον Λαμπράκη, είχαμε τα Ιουλιανά και τη χούντα. Μετά τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, την κρίση και τα μνημόνια και, στην πορεία, ένα μικρό αριστερό κόμμα με επικεφαλής έναν συνονόματό του νέο πολιτικό να σχηματίζει την πρώτη αριστερή κυβέρνηση στη χώρα - ένα ιστορικό αναπάντεχο, άσχετα αν και πόσο δικαίωσε τις προσδοκίες».


»Βεβαίως και τέτοια συμβάντα οφείλουν να μένουν ζωντανά στη συλλογική μνήμη. Δεν μπορεί π.χ. ένας αρχηγός μεγάλου πολιτικού κόμματος να υποβαθμίζει τη σημασία της δολοφονίας του Λαμπράκη, όπως συνέβη πρόσφατα. Δεν μπαίνει κανένα θέμα προσκόλλησης στο παρελθόν, έχουμε όμως νομίζω υποχρέωση σαν πολίτες να μελετάμε και να στοχαζόμαστε πάνω σε αυτό, ατομικά και συλλογικά.

 

»Ζούμε σε περίεργη εποχή, οι πληροφορίες και οι εικόνες, φιλτραρισμένες ή μη, εισρέουν κατά χιλιάδες στην καθημερινότητά μας, εθίζοντάς μας στην απάθεια και τη λήθη.

 

Είναι όμως σημαντικό να έχουμε γνώση της ιστορίας και των ξεχωριστών της στιγμών. Στιγμές που ο κόσμος από μονάδες μετατρέπεται σε σύνολο για να διαμαρτυρηθεί, να αμφισβητήσει, να διεκδικήσει, αποκτώντας έτσι την κυτταρική μνήμη ενός ενιαίου σώματος. Είναι η ιδέα της απεξατομίκευσης που ανέφερε ο Φρόιντ στην Ψυχολογία των Μαζών: Το Εγώ υποχωρεί και η ατομική ταυτότητα διαχέεται στη συλλογική μέσα από ένα κοινό όραμα, ιδέα ή προσδοκία».

 

»Κάποιοι περφόρμερ είναι επαγγελματίες, άλλοι ερασιτέχνες, ορισμένοι εξ αυτών φίλοι μου χωρίς καμια καλλιτεχνική εμπειρία. Άλλοι ζήσανε από κοντά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του '08, άλλοι όχι. Έκανα αυτό το «ανακάτεμα» ώστε να δημιουργήσω μια πραγματικότητα που δεν χορογραφείται με επαγγελματικά στάνταρ γιατί έτσι αφήνω χώρο στο απρόοπτο, το οποίο με ελκύει πολύ επειδή ανοίγει ενδιαφέροντες δρόμους.

 

Έκανα αυτό το «ανακάτεμα» ώστε να δημιουργήσω μια πραγματικότητα που δεν χορογραφείται με επαγγελματικά στάνταρ γιατί έτσι αφήνω χώρο στο απρόοπτο, το οποίο με ελκύει πολύ επειδή ανοίγει ενδιαφέροντες δρόμους.
Έκανα αυτό το «ανακάτεμα» ώστε να δημιουργήσω μια πραγματικότητα που δεν χορογραφείται με επαγγελματικά στάνταρ γιατί έτσι αφήνω χώρο στο απρόοπτο, το οποίο με ελκύει πολύ επειδή ανοίγει ενδιαφέροντες δρόμους.

 

»H Αντιστολή ως καλλιτεχνική εγκατάσταση παραπέμπει επίσης στις εικονικές αναπαραστάσεις (visual reenactment) που είναι αρκετά δημοφιλείς ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90. Πολλά νέα παιδιά παίζουν σε τέτοια παιχνίδια υποδυόμενα διάφορους ρόλους (role play), παρατηρώ μάλιστα ότι και στην Αθήνα έχουν γίνει πολύ μόδα τελευταία τα escape rooms. Έχει δηλαδή αξία και σαν φόρμα, σαν τρόπος δουλειάς.


»Η βία ήταν πάντα απούσα από την κοσμοθεωρία μου. Θεωρώ εντούτοις απαράδεκτο να υπάρχουν ακόμα πόλεμοι, είτε με όπλα είτε οικονομικοί, φτώχεια, προσφυγιά, εξαθλίωση, διακρίσεις μετά από τόσους αιώνες πολιτισμού. Αυτή είναι η πραγματική βία, πολύ χειρότερη από το αστυνομικό γκλομπ ή την πέτρα που σπάει ένα τζάμι.


»Πολύ σημαντικό θεωρώ το τεχνικό κομμάτι γιατί παραγωγές τέτοιας κλίμακας είναι σχεδόν αδιανόητες στην Ελλάδα λόγω έλλειψης μπάτζετ. Δύσκολα κιόλας επιβιώνει ένας visual artist εδώ, ούτε παιδεία σχετική υπάρχει, ούτε αναγνώριση, για να δώσει δε εξετάσεις στην ΑΣΚΤ πρέπει πρώτα να μάθει να δουλεύει πινέλο και κάρβουνο!».

 

Είναι η ιδέα της απεξατομίκευσης που ανέφερε ο Φρόιντ στην Ψυχολογία των Μαζών: Το Εγώ υποχωρεί και η ατομική ταυτότητα διαχέεται στη συλλογική μέσα από ένα κοινό όραμα, ιδέα ή προσδοκία.
Είναι η ιδέα της απεξατομίκευσης που ανέφερε ο Φρόιντ στην Ψυχολογία των Μαζών: Το Εγώ υποχωρεί και η ατομική ταυτότητα διαχέεται στη συλλογική μέσα από ένα κοινό όραμα, ιδέα ή προσδοκία.


Αγγελική Στελλάτου, χορογράφος


«Φυσικά και θυμάμαι τις μέρες εκείνες, τόσο ο φόνος όσο και τα γεγονότα που ακολούθησαν συντάραξαν, νομίζω, κάθε ευαίσθητο άνθρωπο. Ακόμα πιο συνταρακτικό όμως βρίσκω το πόσο εύκολα ξεχνάμε τέτοια γεγονότα.

 

Ναι, γίνονται ακόμα κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου πορείες στη μνήμη του από ανθρώπους που ήταν ιδεολογικά πιο κοντά του, όμως στη συλλογική μνήμη έχει ήδη φθίνει, έχει γίνει μια εικόνα θολή, σχεδόν πολυκαιρισμένη κι αυτό δεν είναι κάτι παράλογο – είναι τέτοιος σήμερα ο βομβαρδισμός πληροφοριών που δεχόμαστε ώστε δύσκολα μένει χώρος για το σημαντικό».

 

»Όχι, δεν με προβλημάτισε ιδιαίτερα η χορογραφία κι ας μην είχα να κάνω μόνο με επαγγελματίες. Δεν ήταν άλλωστε ιδιαίτερα απαιτητική σωματικά και κινητικά, ήθελε παρ' όλ' αυτά ιδιαίτερη προσοχή, συγκέντρωση και διαθεσιμότητα που ευτυχώς μας τα προσέφεραν πλούσια οι χορευτές μας! Ούτε και το μέσο έχει σημασία, αν πρόκειται για θέατρο, σινεμά, ή visual art όπως στην περίπτωση αυτή.

 

»Σημασία έχει η καλή επικοινωνία, η καλή συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών συντελεστών ενός πρότζεκτ κι αυτό νομίζω επιτεύχθηκε απόλυτα. Κοίτα, δεν ξέρω να σου πω τι μπορεί να αποκομίσει κανείς από αυτό που θα δει τώρα σε μια καλλιτεχνική του εκδοχή σχετικά με εκείνο που συνέβη τότε. Πιστεύω όμως ότι θα του δώσει ικανές αφορμές όχι μόνο να σκεφτεί αλλά κυρίως να συναισθανθεί, να νιώσει, με την καρδιά του καταρχήν».

 

H Αντιστολή ως καλλιτεχνική εγκατάσταση παραπέμπει επίσης στις εικονικές αναπαραστάσεις (visual reenactment) που είναι αρκετά δημοφιλείς ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90.
H Αντιστολή ως καλλιτεχνική εγκατάσταση παραπέμπει επίσης στις εικονικές αναπαραστάσεις (visual reenactment) που είναι αρκετά δημοφιλείς ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90.

 

Ολυμπία Μυτιληναίου, διευθύντρια φωτογραφίας


«Συζητήσαμε και δουλέψαμε πολύ με τον Παντελή πάνω στην αποτύπωση όλης αυτής της συμπυκνωμένης έντασης και του συλλογικού θυμού σε αργή κίνηση ώστε να ιδωθεί έξω από την οπτική της καθημερινότητας.

 

Με εξίταρε εξαρχής η απόπειρα μεταφοράς σε καλλιτεχνική εγκατάσταση ενός δραματικού ιστορικού γεγονότος και του αντίκτυπού του, η προσπάθεια εμβάθυνσης σε αυτά μέσα από ένα γεγονός εικαστικό: 400 καρέ το δευτερόλεπτο είναι ένα νούμερο εξωπραγματικό όταν στην κανονική ζωή βλέπουμε 25. Εστιάζεις στη λεπτομέρεια σε απίστευτο βαθμό, σαν σε μικροσκόπιο».

 

»Σίγουρα με είχε αγγίξει η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου που συνδέθηκε κιόλας εκ των υστέρων με το τέλος μιας ολόκληρης εποχής και τον ερχομό μιας άλλης με πολύ αγριότερες διαθέσεις, όπως γρήγορα θα αντιλαμβανόμασταν. Η δική μου προσέγγιση, ωστόσο, δεν ήταν φύσης πολιτικής ή κοινωνιολογικής, ούτε έχω λόγο σε αυτό.

 

Επιχείρησα απλώς να αναπαραστήσω πιστά το όραμα του καλλιτέχνη ο οποίος έφερε σε πέρας μια δουλειά πραγματικά εξαιρετική – ακόμα κι εγώ που δούλεψα μέσα σε αυτό το πρότζεκτ, εντυπωσιάστηκα βλέποντας την Αντιστολή ολοκληρωμένη! Η ίδια η visual art είναι μια μορφή τέχνης ιδιαίτερη, σου ανοίγει νέους καλλιτεχνικούς ορίζοντες είτε είσαι πίσω από την κάμερα, είτε απέναντί της».

 

Ιnfo:

Αντιστολή, 10-29/6 καθημερινά 20:00 – 24:00, Πειραιώς 260 κτίριο Α2