Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Η Αλκυόνη Παπαδάκη, δημοφιλέστατη λογοτέχνης, αφηγείται τη μυθιστορηματική της ζωή

Η συγγραφέας που γεννήθηκε στο Νιοχωριό Χανίων και ζει στο Μαρούσι δεν έζησε ούτε απλά ούτε εύκολα...
M. HULOT
Με πόνο τα βλέπω τα πράγματα σήμερα, γιατί όταν βλέπεις τη δυστυχία γύρω σου δεν μπορείς να μην πονάς και δεν μπορείς να μην οργίζεσαι κιόλας. Αυτή είναι η εξέλιξη του ανθρώπου; Είναι εποχή απανθρωπισμού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Έχω γεννηθεί στην Κρήτη, σε ένα χωριό έξω από τα Χανιά, σε ένα κόκκινο σπίτι, αυτό που έδωσε τον τίτλο και στο πρώτο μου, αυτοβιογραφικό βιβλίο. Το σπίτι μας ήταν κέντρο διερχομένων, γιατί όποιος ήθελε βοήθεια ερχόταν εκεί. Από αυτό το σπίτι πέρασε όλη η Iστορία της Ελλάδας. Η παιδική μου ηλικία δεν ήταν καθόλου απλή και εύκολη. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος, η μάνα μου μέσα στα ρομάντζα και τον ρομαντισμό, ο παππούς και η γιαγιά μου δάσκαλοι επίσης – μεγάλωνα σε ένα περιβάλλον πολύ αυταρχικό. Μπορεί να μην ήμασταν πλούσιοι, αλλά δεν είχαμε και τη φτώχεια των υπολοίπων, γιατί ο πατέρας μου είχε τραυματιστεί στον πόλεμο της Αλβανίας και έπαιρνε κι έναν μισθό αξιωματικού. Επειδή καταλάβαινα ότι είχα πολλά πράγματα που δεν είχαν τα άλλα παιδιά, δεν ένιωθα καθόλου καλά. Πήγαινα στο σχολείο και επειδή η φιλενάδα μου ήτανε ξυπόλυτη, έκρυβα κι εγώ τα παπούτσια μου σε ένα δέντρο και πήγαινα κι εγώ ξυπόλυτη. Ή αισθανόμουν πάρα πολύ άσχημα επειδή εγώ είχα κούκλα αγορασμένη με κεφάλι κοκάλινο και όχι φτιαγμένη με πανιά, όπως τα άλλα κορίτσια, έτσι μια μέρα έβαλα το κεφάλι της κάτω από το πόδι μου και το συνέθλιψα.


• Ήθελα πάντα να είμαι στα σπίτια των άλλων ανθρώπων, όχι στο δικό μας. Νόμιζα ότι η χαρά είναι όπου γελάνε, γιατί το σπίτι μας δεν ήταν χαρούμενο. Είχαμε μεν οικονομική άνεση και μια κουλτούρα, αλλά δεν είχαμε χαρά, καθώς ο ένας αδερφός της μαμάς μου ήταν αντάρτης στο βουνό και εξαιτίας του περάσαμε τα πάνδεινα. Μπορεί ο πατέρας μου να ήταν ήρωας της Αλβανίας και να του έστελνε η πατρίδα παράσημα, αλλά μια μέρα ήρθε ένα φορτηγό και τους πήρε όλους, τη μαμά, τον μπαμπά, τον παππού και τη γιαγιά, και τους πήγαν στη φυλακή λόγω του θείου. Εγώ έμεινα τριών χρονών παιδί στην αυλή, λιπόθυμη, να με γλείφει ένας σκύλος. Τον θείο μου τον επικήρυξαν και τον αποκεφάλισαν.


• Από κει και πέρα η ζωή ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Η μαμά μου, επειδή ήταν πολύ ευαίσθητη, έπαθε νευρικό κλονισμό στη φυλακή και δεν συνήλθε ποτέ, ο πατέρας μου έτρεχε και δεν έφτανε να τα καλύψει όλα, η γιαγιά, επειδή ήταν πάρα πολύ δυναμική γυναίκα με καταγωγή από τη Σμύρνη, φρόντιζε για τα πάντα, αλλά δεν είχε καιρό να δείξει τρυφερότητα – είχε χάσει άλλο ένα παιδί στην Αλβανία, 25 χρονών. Καταλαβαίνεις ότι ήταν ένα σπίτι με πολύ πόνο κι εγώ ήθελα να φύγω. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που ένιωσα σαν παιδί, να φύγω. Τα μεσημέρια που κοιμόταν η γιαγιά έφευγα κι έμπαινα στα σπίτια των άλλων, γιατί νόμιζα ότι εκεί ήταν η ευτυχία, δεν καταλάβαινα τη φτώχεια.

 

Δεν μου αρέσει να δηλώνω συγγραφέας, ο καθένας γράφει ένα βιβλίο ή ένα βιβλίο με ποιήματα και δηλώνει συγγραφέας και ποιητής. Εμένα η λέξη «συγγραφέας» πάντα μου ήταν βαριά. Είμαι λογοτέχνης, κάνω λογοτεχνία. Δεν κάνουν πολλοί λογοτεχνία σήμερα με την πραγματική έννοια της λέξης, όχι της αφήγησης.


• Δεν γινόταν να φύγω στο Δημοτικό, αλλά στο Γυμνάσιο, όταν ήταν να μετακομίσει όλη η οικογένεια στα Χανιά για να πάω στη Γαλλική Σχολή, εγώ επέμενα να μπω εσωτερική για να μπορέσω να φύγω. Και τα κατάφερα. Όλα τα παιδιά μετρούσαν τις μέρες μέχρι να γυρίσουν στο σπίτι κι εγώ, όταν ήταν η ώρα να επιστρέψω, πάθαινα κατάθλιψη. Μόλις τέλειωσα το σχολείο, έκανα τη μεγάλη φυγή για την Αθήνα. Ο σκοπός, σύμφωνα με τα όνειρα του μπαμπά μου, ήταν να σπουδάσω φιλολογία, επειδή έγραφα καλές εκθέσεις. Εγώ, όμως, δεν ήθελα να πάω στο πανεπιστήμιο, έκανα ό,τι ήταν αντίθετο προς κάθε κατεστημένο. Ήθελα να γίνω δημοσιογράφος. Κι επειδή ο πατέρας μου δεν με έστελνε μόνο για να γίνω δημοσιογράφος, είπα «θα δώσω εξετάσεις στην Πάντειο». Έδωσα και πέρασα, αλλά στη σχολή δεν ξαναπάτησα, πήγα στη μοναδική σχολή δημοσιογραφίας που υπήρχε τότε και παράλληλα έγραφα το Κόκκινο Σπίτι.


• Η αλήθεια είναι ότι η σχολή δημοσιογραφίας δεν μου πολυάρεσε, γιατί εγώ ήθελα άλλα πράγματα, ήθελα δρόμο, και με όλο το θράσος της νεότητας έκατσα κι έγραψα ένα γράμμα στον Λαμπράκη, που ήταν τότε ανώτερος και από τον πρωθυπουργό. Φαίνεται ότι συγκινήθηκε, γιατί, παραδόξως, μου απάντησε «πάρε αυτό το γράμμα που σου στέλνω και πήγαινε στον Νίκο Κακαουνάκη» –ήταν τότε υπεύθυνος στην ομάδα των μαθητευόμενων στα «Νέα»– «και θα σε πάρει αμέσως». Του την πήγα και προσελήφθην ως μαθητευόμενος μάγος. Κάτι δεν μου πήγαινε καλά εκεί, αλλά μόλις ολοκλήρωσα το Κόκκινο Σπίτι το πήγα στην «Αυγή», έγραψε μια περίφημη κριτική ο Βουρνάς, ένας αξιόλογος κριτικός, και μου είπαν «δεν έχεις δουλειά εκεί, έλα εδώ». Έτσι, βρήκα αυτό που ήθελα χωρίς ταλαιπωρίες.


• Στην «Αυγή» δούλεψα ως ρεπόρτερ και στα 20 μου έκανα το μεγάλο μου όνειρο πραγματικότητα. Ως δημοσιογράφος έκανα αυτό που ήθελα: μου άρεσε πολύ να είμαι στο πεζοδρόμιο με τους άλλους ανθρώπους, να παίρνω συνεντεύξεις, μου άρεσε η «αλητεία», με την καλή έννοια. Από εκείνα τα χρόνια έμαθα πολλά πράγματα, η ψυχή μου πλούτυνε, με κόστος πάντα, γιατί όλα αυτά δεν γίνονται δωρεάν, δεν σ' τα παρέχει η ζωή. Ωστόσο, ήμουν πολύ ευτυχισμένη που βρισκόμουν στην εφημερίδα κι έμεινα εκεί μέχρι που έγινε δικτατορία. Μετά έφυγα για λίγο στο Παρίσι, χωρίς να με κυνηγάει κανείς. Έγραφα ρεπορτάζ κοινωνικά, αλλά δεν ήμουν μέλος του κόμματος. Μόνο και μόνο που έγραφα στην «Αυγή», όμως, είχα έναν φάκελο τεράστιο και όταν γύρισα να ετοιμάσω τα χαρτιά μου για να μπω στο πανεπιστήμιο εκεί, δεν μου έδωσαν διαβατήριο. Έτσι, δεν κατάφερα να επιστρέψω στο Παρίσι.


• Από τη δημοσιογραφία έμαθα πολλά πράγματα. Καταρχάς, έζησα καταστάσεις που δεν θα μπορούσα να ζήσω αλλιώς, γιατί δεν είχα τη δυνατότητα. Με έστελναν πάντα σε ρεπορτάζ που ήταν δύσκολα, που είχαν ανθρώπινο πόνο, σε εργατικά ατυχήματα, σε κόσμο που τον έβγαζαν από το σπίτι του, και όλα αυτά τα ζούσα, ποτέ δεν τα προσπέρασα. Επίσης, έμαθα κάτι πολύ σημαντικό, ότι πρέπει να επικεντρώνεσαι στην ουσία και να μη φλυαρείς. Θα μπορούσα να συνεχίσω τη δημοσιογραφία στη Μεταπολίτευση, θα μπορούσα να πάω όπου ήθελα, αλλά είχα ήδη αρχίσει να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία. Είχα και την οικογένεια και δεν μπορούσα να φεύγω και να μην ξέρω τι ώρα θα γυρίσω, κάτι που μου άρεσε πολύ στη δημοσιογραφία. Δεν θα μπορούσα να την κάνω όπως ήθελα.

 

Επαναστατικό σήμερα είναι να μη γίνεσαι πιόνι αυτής της κατάστασης που είναι γύρω σου. Να προσπαθείς να αντιστέκεσαι όσο μπορείς. Να κρατάς μέσα σου μερικές αξίες ανθρώπινες. Να μη μολύνεις τον δρόμο σου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Επαναστατικό σήμερα είναι να μη γίνεσαι πιόνι αυτής της κατάστασης που είναι γύρω σου. Να προσπαθείς να αντιστέκεσαι όσο μπορείς. Να κρατάς μέσα σου μερικές αξίες ανθρώπινες. Να μη μολύνεις τον δρόμο σου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Το άλλο μου μεγάλο όνειρο ήταν να κάνω οικογένεια. Ήταν το απωθημένο μου, γιατί δεν έζησα την ατμόσφαιρα της οικογένειας που έζησαν τα άλλα παιδιά. Και την οικογένεια, όμως, την έκανα ανατρεπτικά, όπως το ήθελα εγώ. Επειδή εγώ είχα εξιδανικεύσει την εργατική τάξη, νόμιζα ότι εκεί είναι η ευτυχία. Γνώρισα ένα παλικάρι της εργατικής τάξης, το παντρεύτηκα και μετά έστειλα στον πατέρα μου ένα τηλεγράφημα «εγώ παντρεύτηκα». Το πρώτο ρεπορτάζ που με έστειλαν να κάνω στην εφημερίδα ήταν στα βρεφοκομεία και αυτό με χάραξε, έδωσα όρκο στον εαυτό μου ότι εγώ δεν υπάρχει λόγος να γεννήσω ένα παιδί, θα μεγαλώσω ένα παιδί του κόσμου. Κι αυτό έκανα. Όλη μου η ζωή ήταν μια ανατροπή, την οποία την πλήρωνα κατά καιρούς. Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος με τεράστια υπομονή και όταν τον έβγαζα από τα ρούχα του, γιατί μόνο εγώ μπορούσα να το κάνω αυτό, το μόνο που έλεγε είναι «πού βαδίζομεν, βρε;». Αυτό ήταν η έκρηξη του θυμού του. Η δε μαμά μου, επειδή είχε τύψεις που δεν ήταν κοντά μου όταν ήμουν παιδί, δεν έφερνε αντίρρηση σε ό,τι έκανα.


• Το πρώτο ταξίδι που έκανα μόλις ήρθα στην Αθήνα ήταν στη Βουλγαρία, με ένα γκρουπ, επειδή ήθελα να πάω να δω τι γίνεται εκεί. Έστειλα τηλεγράφημα στον πατέρα μου και του είπα «θέλω να πάω στη Βουλγαρία» κι αυτός μου απάντησε «δεν έχεις καμιά δουλειά εκεί». Έτσι, πήγα σε έναν θείο μου που ήταν πλούσιος και είχε πολύ καλή σχέση με τον πατέρα μου και του είπα: «Θείε, δεν προφταίνει να μου στείλει ο πατέρας μου τα λεφτά για το ταξίδι που θέλω να πάω, θα μου τα δώσετε εσείς και θα σας τα στείλει αμέσως». Έτσι κι έγινε, έφυγα κι έστειλα πάλι τηλεγράφημα «είμαι στη Βουλγαρία». Δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μ' εμένα. Μετά έκανα κι άλλα ταξίδια πραξικοπηματικά. Με πραξικόπημα πήρα και αυτοκίνητο στα 19 μου, του έστειλα πάλι τηλεγράφημα «έλα να πληρώσεις το αυτοκίνητο».

 

• Εκτός από αυτόν τον αδερφό που σκότωσαν, η μαμά μου είχε κι έναν άλλον, ο οποίος ήταν ποιητής. Αυτός ο άνθρωπος, μέσα σε όλον αυτόν τον χαμό που υπήρχε στο σπίτι, ερχόταν κάθε Σαββατοκύριακο να δει τους γονείς μου κι έπαιρνε εμένα, πολύ μικρό παιδάκι τότε, και πηγαίναμε βόλτα στον λόφο του χωριού και μου διάβαζε ποιήματα, δικά του και άλλων. Αυτός μου έμαθε να βλέπω τα όμορφα πράγματα, τα λουλούδια, τα δέντρα, άνοιξε έναν κόσμο μέσα μου κι αυτό το ταλέντο που υπήρχε μπόρεσε να βγει πιο εύκολα. Και αμέσως μόλις έμαθα να γράφω, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να γράψω κάτι που θυμόμουν από τον θείο μου, από αυτά που μου διάβαζε. Έτσι άρχισε η ιστορία του γραψίματος. Στο Γυμνάσιο έγραφα διηγήματα στις εφημερίδες τις τοπικές. Διάβαζα, φυσικά, πάντα πολύ, Έλληνες, Ρώσους συγγραφείς, κι αγαπούσα πάντα πολύ τον Καζαντζάκη. Πρέπει να είμαι και ο μόνος άνθρωπος που έχει φάει ξύλο για τον Καζαντζάκη. Διάβαζα τα βιβλία του στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου κι επειδή δεν το επέτρεπαν οι καλόγριες, τον διάβαζα τα βράδια κάτω από την κουβέρτα, με φακό. Μια βραδιά, στον θάλαμο που κοιμόμασταν οκτώ κοπέλες και μία καλόγρια, σηκώθηκε η καλόγρια για να πάει στην τουαλέτα και με είδε να διαβάζω με τον φακό. Ήρθε, τράβηξε τα σκεπάσματα και άρχισε να με βαράει.

 

• Το γράψιμο είναι ψυχοφθόρο, αλλά είναι μια ανάγκη που δεν μπορείς να καλύψεις διαφορετικά. Δεν έγραψα ποτέ ημερολόγιο. Όλες οι κοπέλες στη σχολή στην οποία ήμουν εσωτερική είχαν ημερολόγιο. Εγώ, όταν μου ερχόταν να γράψω κάτι, το έγραφα και το έδινα στη διπλανή μου. Ήθελα επικοινωνία, δεν ήθελα κάτι για μένα. Εξαρτάται πάντα από το πώς το βλέπεις το γράψιμο: αν γράφεις κάτι σαν ημερολόγιο, σου κάνει καλό, εκτονώνεσαι, αν όμως γράφεις γιατί θέλεις να μπεις μέσα στην ψυχή σου και στην ψυχή των άλλων, δεν είναι εύκολο πράγμα. Κάθε φορά που τελειώνω ένα βιβλίο, λέω «τελειώσαμε τώρα με το γράψιμο». Μου αρέσει να κάνω ένα σωρό άλλα πράγματα που είναι ανώδυνα. Μετά, άμα περάσει λίγος καιρός, αυτό το υλικό που έχω μαζέψει μέσα μου θέλω να το στείλω κάπου και ξαναπέφτω στο λούκι. Είναι δύσκολο να πρέπει να μπεις στην ψυχή του άλλου κι εγώ, αν δεν είχα περάσει όλον αυτόν τον ταραχώδη βίο, δεν θα μπορούσα να καταλάβω πάρα πολύ τους άλλους. Λέω καμιά φορά, αν κέρδισα κάτι στη ζωή μου, είναι ότι μπορώ να καταλαβαίνω τον συνάνθρωπό μου. Αυτό είναι το μόνο μου όφελος, κανένα άλλο, τα υπόλοιπα τα πλήρωσα πολύ ακριβά. Όταν είσαι πολύ κοντά στον άνθρωπο, αυτή η σχέση πολύ συχνά σε πληγώνει, σε τραυματίζει. Τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα σκέφτεσαι. Κι όταν θες να πας αντίθετα στο ρεύμα, αυτό έχει επίσης ένα κόστος. Οι ανατροπές αυτές δεν βγαίνουν πάντα σε καλό. Όταν περνάς, όμως, από το ταμείο της ζωής σου, ε, να μη ζητάς τα ρέστα από τον ταμία.


• Είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, αλλά είναι απέραντη δυστυχία αυτό που ζούμε. Πού πάμε, αυτός είναι ο πολιτισμός; Ούτε τα άγρια ζώα δεν έχουν τέτοια ένστικτα. Με πόνο τα βλέπω τα πράγματα σήμερα, γιατί όταν βλέπεις τη δυστυχία γύρω σου δεν μπορείς να μην πονάς και δεν μπορείς να μην οργίζεσαι κιόλας. Αυτή είναι η εξέλιξη του ανθρώπου; Είναι εποχή απανθρωπισμού. Έχουμε ξεφύγει πάρα πολύ από το ζητούμενο, που είναι να είμαστε κοντά στον άνθρωπο. Συχνά αισθάνομαι και λίγο ένοχη, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω, να βγω μόνη μου στον δρόμο και να φωνάζω; Είναι απελπισία, μετά από τόσους αγώνες, μετά από τόσες θυσίες, να καταλήγεις πάλι σε αυτή την απανθρωπιά. Την τελευταία φορά που ήρθε ο θείος μου στο σπίτι σκαστός από το βουνό, λίγο πριν σκοτωθεί, ήξερε ότι θα πεθάνει και δεν χαιρέτησε κανέναν. Όλοι κλαίγανε. Πήρε εμένα στα χέρια του, με σήκωσε ψηλά και μου είπε, «γεια χαρά, παιδί, εσύ θα ζήσεις σε έναν κόσμο καλύτερο». Ήταν ωραία ευχή, αλλά δεν τον βλέπω τον καλύτερο κόσμο που μου ευχήθηκε.

 

• Τη ζωή την αλλάζω μόνη μου κάθε μέρα. Το μυστικό είναι ότι μπορώ να χαίρομαι με ασήμαντα πράγματα. Κι επειδή μου αρέσει πολύ να ασχολούμαι με το σπίτι, με τον κήπο μου, με τα λουλούδια μου, βρίσκω πάντα κάτι που είναι ασήμαντο και χαίρομαι τη μέρα μου, δεν ξυπνώ με τη μούρη στο πάτωμα. Ποτέ, ό,τι και να έχει συμβεί. Λέω «καλημέρα» και από κει και πέρα βλέπουμε τι θα γίνει. Έχω μια μανία με τις πεταλούδες και τα αγγελάκια και απ' όποια σπίτια έχω περάσει αφήνω τοίχους και ντουλάπια γεμάτα πεταλούδες. Μου αρέσει να στολίζω τον χώρο, εκεί που είμαι να είναι ωραία, όχι ακριβά, να έχει μια ομορφιά. «Την ομορφιά της ημέρας», που λέει και η εγγονή μου. Όχι μόνο στολίδι, κάθε μέρα πρέπει να κάνεις και κάτι όμορφο. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Γιαγιά, έκανα σήμερα την ομορφιά της ημέρας, έκλαιγε ένα κοριτσάκι και πήγα και του σκούπισα τα ματάκια...».


• Με ενοχλούν αφάνταστα η υποκρισία και η αλαζονεία. Το ψέμα μπορώ να το δικαιολογήσω, την αλαζονεία με τίποτα όμως. Ο πατέρας μου έλεγε «από αυτό το παιδί μου μπορώ να τα περιμένω όλα, όλα όμως, εκτός από το να καβαλήσει κάποτε το καλάμι». Με εκνευρίζει η φλυαρία, γενικώς και ειδικώς στο γράψιμο, που διαβάζεις σελίδες και σελίδες που δεν έχουν να σου πουν τίποτα.


• Πιστεύω στην τύχη, ότι όλα είναι κατά κάποιον τρόπο καθορισμένα, αλλά είναι στο χέρι σου να τα διαχειριστείς. Τυχαίνει να βλέπω όνειρα τα οποία μου λένε κάτι ή έχω διαίσθηση ότι κάτι θα μου συμβεί, αυτά δεν είναι τυχαία.


• Δεν μου αρέσει να δηλώνω συγγραφέας, ο καθένας γράφει ένα βιβλίο ή ένα βιβλίο με ποιήματα και δηλώνει συγγραφέας και ποιητής. Εμένα η λέξη «συγγραφέας» πάντα μου ήταν βαριά. Είμαι λογοτέχνης, κάνω λογοτεχνία. Δεν κάνουν πολλοί λογοτεχνία σήμερα με την πραγματική έννοια της λέξης, όχι της αφήγησης. Μου άρεσε πολύ που σε μια παρουσίαση βιβλίου που είχα πάει ήταν κι ένας νεαρός οικοδόμος, ο οποίος είχε διαβάσει όλα μου τα βιβλία, και μόλις με είδε μου είπε «γεια σου, μαστόρισσα!». Αυτό μου άρεσε πάρα πολύ, ήταν το ωραιότερο που θα μπορούσε να μου πει κανείς.


• Επαναστατικό σήμερα είναι να μη γίνεσαι πιόνι αυτής της κατάστασης που είναι γύρω σου. Να προσπαθείς να αντιστέκεσαι όσο μπορείς. Να κρατάς μέσα σου μερικές αξίες ανθρώπινες. Να μη μολύνεις τον δρόμο σου.


• Η ζωή με έχει μάθει να είμαι κοντά στους ανθρώπους, να αντέχω. Δεν με έχει μάθει να μην πληγώνομαι, αλλά με έχει μάθει να ξεπερνώ γρήγορα τα παθήματα, με έχει μάθει να την αγαπώ, βασικά. Πολλές φορές που είμαι στις μαύρες μου βλέπω την τριανταφυλλιά που έχω έξω από το παράθυρο, η οποία συνεχώς έχει τριαντάφυλλα. Τη βλέπω που ανθίζει και ξεραίνεται και ξανανθίζει και λέω κι εγώ έτσι θα κάνω. Από απλά πράγματα μπορείς να παίρνεις μαθήματα. Ήμουν πάντα στην άκρη του βράχου, αλλά σκοπός είναι να μη φουντάρεις. Στην άκρη του βράχου πάντα ανθίζουν και κυκλάμινα, ανθίζουν και άγρια λουλούδια, βρες κάτι και από κει και μύρισέ το να σου θυμίσει πόσο όμορφη είναι η ζωή. 

 

Ιnfo

Τα βιβλία της Αλκυόνης Παπαδάκη Στην άκρη του βράχου και Το χαμόγελο του δράκου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Διόπτρα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO και δουλεύει σε αυτήν από το πρώτο φύλλο της

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γιατί η «Σεροτονίνη» του Μισέλ Ουελμπέκ ήταν ένα από τα πιο διαβασμένα βιβλία του φετινού καλοκαιριού
Ο κυνικός και δαιμόνιος Γάλλος συγγραφέας επιστρέφει με το πιο υπαρξιακό βιβλίο του –έναν κρυφό ύμνο στον ρομαντισμό–, καταγγέλλοντας τον σύγχρονο πολιτισμό και τα αδιέξοδά του.
Τα δέκα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον εμφύλιο πόλεμο
70 χρόνια από τη λήξη της σύγκρουσης που σφράγισε τη σύγχρονη πολιτική ιστορία – Μιλά στη LiFO ο υπεύθυνος των ιστορικών αρχείων του Μουσείου Μπενάκη, Τάσος Σακελλαρόπουλος
«Κλοτσιά ή φιλί;»: Ένα καλοκαιρινό διήγημα της Λένας Διβάνη για τη LIFO
Oι Έλληνες συγγραφείς γράφουν πρωτότυπες ιστορίες για τους αναγνώστες μας

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Mad Clip: «Δεν προσπαθώ να γίνω είδωλο, ήρθα να πω τη δική μου ιστορία»
Ράπερ. Γεννήθηκε στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, ζει στη Γλυφάδα. Ζει την εκδίκηση του ραπ στην Ελλάδα, που «μπήκε ακόμα και εκεί που το κορόιδευαν».
Η Νάνα Μούσχουρη αφηγείται τη ζωή της στη LIFO
Τραγουδίστρια. Γεννήθηκε στα Χανιά, μεγάλωσε στην Αθήνα, μένει μεταξύ Γενεύης και Αθήνας. Ο Μπομπ Ντίλαν είχε δηλώσει στο «Rolling Stone» ότι αυτή και η Ουμ Καλσούμ είναι οι αγαπημένες του τραγουδίστριες
Βάσω Καμαράτου: «Μιλάτε, γιατί χανόμαστε»
Ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Τρούμπα, ζει στο Πεδίον του Άρεως. Ο πρώτος της αυτοσχεδιασμός ήταν κρίση πανικού.
Η Άλκη Ζέη αφηγείται τη ζωή της στη LIFO
Συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Κυψέλη, ζει στους Αμπελόκηπους. Απορεί πώς, με τόσους βρικόλακες, τα παιδιά διαβάζουν ακόμα τα βιβλία της.
Η Τζένη Μαστοράκη αφηγείται τη ζωή της στη LIFO
Ποιήτρια, μεταφράστρια, γεννήθηκε στου Ζωγράφου και μένει στην Κυψέλη. Της λείπουν περισσότερες αδέσποτες γάτες από τη γειτονιά της.
Λούλα Αναγνωστάκη: «Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας»
Σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις της, η κορυφαία θεατρική συγγραφέας της Ελλάδας, που πέθανε σαν σήμερα, μίλησε με πρωτοφανή ειλικρίνεια και απλότητα.
O Charles Howard αφηγείται τη ζωή του στη LiFO
Μελετητής του ρεμπέτικου, ζωγράφος. Γεννήθηκε στο Λονδίνο, ζει επτά μήνες στην Κηφισιά και πέντε μήνες στην Κωνσταντινούπολη. Πιστεύει ότι στη ζωή είμαστε όλοι μουσαφίρηδες.
Ο Δημήτρης Σκαρμούτσος αφηγείται τη ζωή του στη LiFO
Σεφ. Μεγάλωσε στα νότια προάστια, ζει στο Κολωνάκι. Έχει ταξιδέψει στη Σαμόα, τις Παρθένους Νήσους και το Ντακάρ.
Όταν ο Μένης Κουμανταρέας είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LiFO
Συγγραφέας. Γεννήθηκε στην πλατεία Βικτωρίας.
Βασίλης Κεκάτος: «Είναι ολοφάνερο ότι μας έχουν στο φτύσιμο»
Ο ορμητικός σκηνοθέτης που βραβεύτηκε στις Κάννες μιλά για τη μεθυστική του εμπειρία στις Κάννες, τη μικροψυχία όσων είπαν ότι εκμεταλλεύτηκε τα queer θέματα, το γεγονός ότι δεν έχει φράγκο στα 28 του χρόνια και ότι γράφει το υπουργείο Πολιτισμού στ΄ αρχ... του!
Η Χαρούλα Λαμπράκη αφηγείται τη ζωή της στη LIFO
Λαϊκή τραγουδίστρια. Γεννήθηκε στο Κακόβατο, ένα ψαροχώρι στη Ζαχάρω της Ηλείας, και μένει στην Καλλιθέα. Ο Βασίλης Τσιτσάνης τη φώναζε «νινί».
Ο Παναγιώτης Πανταζής (Pan Pan) κατάφερε να «πληρώνει τους λογαριασμούς του» από τα κόμικς που σχεδιάζει
Comic artist, illustrator, μουσικός. Γεννήθηκε και ζει στο Πολύγωνο. Μικρός ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής.
Όταν ο Δημήτρης Μητροπάνος είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LIFO
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα. Ζει στο Παλαιό Ψυχικό. Είναι μεγάλος πια για να γυρνάει στα σκυλάδικα μέχρι τις 9 το πρωί.
Ο Γιάννης Αγγελάκας αφηγείται τη ζωή του στη LIFO
Μουσικός. Γεννήθηκε στη Νεάπολη κι εξακολουθεί να ζει στη Θεσσαλονίκη. Αντέχει τον Καζαντζίδη μόνο τις Κυριακές και διακατέχεται από το σύνδρομο του χαμένου φτωχοπαραδείσου.
Η Sugahspank αφηγείται τη ζωή της στη LIFO
Μουσικός, τραγουδίστρια. Γεννήθηκε και ζει στον Πειραιά. Χωρίς τη βοήθεια από τους μέντορές της θα τραγουδούσε ακόμα στο μπάνιο της με μια βούρτα αντί για μικρόφωνο.
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
avatar ElliP 12.9.2019 | 22:33
Ωραίο άρθρο. Είχα την τύχη να τη γνωρίσω σε μια έκθεση πριν χρόνια. Μια ενδιαφέρουσα γυναίκα με πάθος και καλοσύνη. Φυσικά το ταλέντο της φαίνεται απ' το γράψιμό της, δεν χρειάζεται σχολιασμό.

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή