• Κατέβηκα στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη το 1991, έχοντας ήδη ολοκληρώσει έναν κύκλο. Στην αρχή ένιωθα «επαρχιώτης στην Ομόνοια», όπως έλεγε το τραγούδι του Σαββόπουλου, αλλά η δουλειά με βοήθησε να διευρύνω τον κύκλο των γνωριμιών μου και να προσαρμοστώ. Τότε όλα μου φάνταζαν καινούργια και μαγικά, είχαν την απαραίτητη έκπληξη που αναζητούσα σε μια μεγάλη πόλη. Έμεινα στο Χαλάνδρι, κατόπιν στο Ψυχικό και σήμερα μένω στην πλατεία Μαβίλη. Αγαπώ την έξοδο στη θάλασσα που έχει η Αθήνα, τους περιπάτους πολύ νωρίς το πρωί στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, τις αποδράσεις στο Λαύριο. Νιώθω πιο άνετα στο κέντρο, γιατί εδώ έχω πιο άμεση επαφή με τους γείτονες, τον φούρναρη και τον μπακάλη. Λόγω της δουλειάς που κάνω έχω ανάγκη την ασφάλεια της μικρής κλίμακας και την άμεση συνάφεια με τον κόσμο, το να περπατώ και να ανταλλάσσω καλημέρες. Η τηλεόραση μπορεί εύκολα να σε τυλίξει και να νομίζεις ότι ο κόσμος είναι αυτό που συμβαίνει στη γυαλιστερή επιφάνεια, ενώ δεν είναι παρά μια απειροελάχιστη ψηφίδα. Γι’ αυτό κι αναζητώ πάντα εναγωνίως την επαφή με την πραγματικότητα – οι μυρωδιές, οι επαφές και οι θερμοκρασίες, όλα βρίσκονται πάντα εκεί έξω.

 

  • Μεγάλωσα σε ένα μικροαστικό περιβάλλον από ανθρώπους χωρίς πτυχία, αλλά με ανοχή στο διαφορετικό και με απίστευτη καλοσύνη. Πάντα οι γονείς μου προσέρχονταν στις καταστάσεις με θετικό πνεύμα, χωρίς φθόνο, και σέβονταν τις διαφορετικές μου επιλογές –το πέρασμα από τα Νομικά στη δημοσιογραφία. Δεν με πίεσαν ποτέ, ούτε καν στο θέμα της οικογένειας, ζητώντας μου κάθε φορά να αξιολογώ εγώ τις αποφάσεις μου και να κρίνω γιατί κάτι που έκανα ήταν λάθος ή σωστό. Το βασικότερο, όμως, που μου έμαθαν ήταν η ευγένεια και ο σεβασμός στη στιγμή: ακόμα κι αν δεν είχαμε χρήματα και το φαγητό ήταν φτωχικό, πάντα υπήρχε τραπεζομάντιλο στο τραπέζι. Αυτά είναι που δεν ξεχνάς ποτέ ως τα πολύτιμα μικρά που σε συντροφεύουν μέχρι να κλείσεις τα μάτια σου και στο τέλος αποδεικνύονται οι πιο σημαντικές συνιστώσες της ζωής σου.

 

  • Μερικές φορές νιώθω ότι με φοβίζει η εικόνα και ότι τη μισώ γιατί είναι πολύ λίγη σε σχέση με αυτό που συμβαίνει πραγματικά – και πολύ ψεύτικη. Με τα χρόνια έμαθα, ωστόσο, να τη χρησιμοποιώ με τρόπο διαφορετικό, ανιχνεύοντας άλλους τρόπους αφήγησης, βρίσκοντας παράδοξες ισορροπίες ανάμεσα στο πραγματικό συμβάν και σε αυτό που βγαίνει στον αέρα, κάτι που κατάφερα να το κάνω χάρη στη λογοτεχνία. Αυτή είναι που σου επιτρέπει να αφήνεις ανοιχτό το ενδεχόμενο, να μετασχηματίζεις χωρίς να διαβάλλεις την πραγματικότητα και να αποφεύγεις τα κλισέ. Παρότι η τηλεόραση έχει άλλους κώδικες, στον βαθμό που απαιτεί να είσαι δωρικός, να αποφεύγεις τα επίθετα και να είσαι έντιμα υποκειμενικός –γιατί αντικειμενικός δεν είσαι ποτέ–, η μυθοπλασία σε βοηθάει να βρίσκεις τις πολλαπλές όψεις των πραγμάτων. Δημιουργούσε ανέκαθεν μέσα μου ένα πολύ ωραίο ίζημα, ώστε όσες φορές κι αν σκέφτηκα αν ματαιοπονώ –τι νόημα έχουν όλα αυτά τα διαβάσματα;– τελικά κατάλαβα ότι μόνο αυτή δημιουργεί έναν όμορφο και πολύχρωμο κόσμο.

 

Έχω εμμονή με τη ζωγραφική και, κυρίως, με τον Ρόθκο. Για καιρό δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μου αρέσει, αλλά όταν διάβασα ότι ζούσε στις μεσοδυτικές πολιτείες, ότι ξυπνούσε τα βράδια και χάζευε τα μισοφωτισμένα χωράφια, τότε μπόρεσα να δω τον κόσμο με τα δικά του μάτια.
Έχω εμμονή με τη ζωγραφική και, κυρίως, με τον Ρόθκο. Για καιρό δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μου αρέσει, αλλά όταν διάβασα ότι ζούσε στις μεσοδυτικές πολιτείες, ότι ξυπνούσε τα βράδια και χάζευε τα μισοφωτισμένα χωράφια, τότε μπόρεσα να δω τον κόσμο με τα δικά του μάτια.

 

  • Η αγωνία μου πάντα είναι μήπως συμβαίνει κάτι και δεν το αντιλαμβάνομαι σωστά. Μετά την ιστορία της υγείας μου κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι να ξέρεις απολύτως τι συμβαίνει πραγματικά. Σε αυτήν τη συνειδητοποίηση βοήθησαν, βέβαια, και τα χρόνια της ψυχανάλυσης. Προτιμώ να ξέρω ακριβώς πώς έχουν τα πράγματα και κατόπιν να σκεφτώ πόση δόση αλήθειας αντέχω και τι μπορώ να διαχειριστώ ώστε να πάω παρακάτω. Η ψυχανάλυση με έκανε να συμφιλιωθώ με την εσωτερική φωνή που ζητούσε διαρκώς όλο και περισσότερα, χωρίς να μπορεί να είναι ποτέ ευχαριστημένη, όπως με έκανε να μπορώ να ζω με ό,τι με πονάει. Κυρίως, όμως, με βοήθησε να καταλαβαίνω τους ανθρώπους και να παίρνω από αυτούς τις θετικές τους πλευρές, ακόμα και στις χειρότερες συνθήκες. Είναι πολύ βασικό να μπορείς να δίνεις ευκαιρίες στους ανθρώπους γιατί όλοι είμαστε ατελείς-κι αυτό που είναι σημαντικό για μένα μπορεί να είναι ασήμαντο για τον άλλο. Ωστόσο, κι ο άλλος πρέπει να μπορεί να κάνει κάτι τις ευκαιρίες αυτές, γιατί διαφορετικά σημαίνει ότι χάνεται η εκτίμηση και ο σεβασμός. Κι αυτές είναι διαπιστώσεις που δεν αλλάζουν με τα χρόνια, κι ας μιλάνε κάποιοι για την πρόοδο της τεχνολογίας και την πολυδιάστατη πραγματικότητα. Το πιο ουσιαστικό πράγμα είναι ο άνθρωπος και το πιο σύνθετο οι ανθρώπινες σχέσεις –ίσως γι’ αυτό να αγαπώ τόσο την Αναγέννηση.

 

  • Έχω εμμονή με τη ζωγραφική και, κυρίως, με τον Ρόθκο. Για καιρό δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μου αρέσει, αλλά όταν διάβασα ότι ζούσε στις μεσοδυτικές πολιτείες, ότι ξυπνούσε τα βράδια και χάζευε τα μισοφωτισμένα χωράφια, τότε μπόρεσα να δω τον κόσμο με τα δικά του μάτια. Άρχισα να λατρεύω αυτές τις απέριττες επιφάνειες που είναι τόσο απλές αλλά με τόσες εντάσεις – ακριβώς όπως εγώ. Είχαν αυτή την εσωτερικότητα που με χαρακτηρίζει και παραπέμπουν στον εσωστρεφή κόσμο που έπλασα μόνη μου από παιδί. Πάντα με θυμάμαι να κάθομαι σιωπηλή σε μια γωνία και να μιλάω στον εαυτό μου. Έλεγα ψέματα στη μητέρα μου ότι πηγαίνω βόλτα με τις φίλες μου κι επιδιδόμουν σε ατελείωτους μοναχικούς περιπάτους – αυτό κάνω ακόμη και σήμερα. Είναι οντολογική κατάσταση, όπως λέω, για μένα η εσωστρέφεια και η αποχή μου από τον ανθρώπινο θόρυβο. Παλιά με φόβιζε, τώρα είναι κάτι που δεν θέλω να το πολεμήσω.

 

  • Οι εσωτερικοί μου μονόλογοι με έκαναν να συνθέτω στο μυαλό μου φανταστικούς ήρωες με διαφορετικά υλικά: κάποια κομμάτια τα αντλούσα από ιστορικές προσωπικότητες, άλλα από ήρωες της λογοτεχνίας. Ποτέ, όμως, δεν έμενα σε ένα επίπεδο ανθρωπίνων σχέσεων – ίσως γι’ αυτό με γοήτευαν πάντα οι «λοξοί». Αυτοί που βλέπουν τον κόσμο αλλιώς, αλλά αξίζουν αυτήν τη λοξή ματιά ακριβώς γιατί δεν είναι απλώς επαναστάτες ή πηγαίνουν μονάχα κόντρα αλλά γιατί η δημιουργική τους ιδιαιτερότητα αναδεικνύεται μέσα από το έργο τους. Εν ολίγοις, πάντα μου άρεσαν οι καλλιτέχνες, οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες και οι άνθρωποι της τέχνης. Πολλές φορές ταυτιζόμουν με τη Μαντάμ Μποβαρί, άλλοτε με τις ηρωίδες του Τσέχοφ – πάντα όμως με κάποια ηρωίδα που σήμερα θα έλεγες κλασική. Γενικώς, είμαι παιδί του 19ου αιώνα και με γοητεύει απίστευτα ο ανεμοστρόβιλος της τέχνης που παρέσυρε την Ευρώπη τότε.

 

  • Η τέχνη δεν κάνει τίποτε άλλο από το να σου επιβάλλει έναν διαρκή τρόπο αναζήτησης και υπέρβασης – σου δείχνει το δικό σου όπλο απέναντι στο άγχος του θανάτου. Μόνο όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τον φόβο του θανάτου καταλαβαίνεις και χωράς όλους τους ανθρώπους και κατακτάς μια τεράστια ψυχική διεύρυνση. Επειδή, όμως, ο καθένας από εμάς συνηθίζει να αναλώνεται σε μικροπρέπειες και να ετεροκαθορίζεται, πιστεύοντας ότι η κόλαση είναι μόνο οι άλλοι, δεν ψάχνει μέσα του, ούτε κοιτάει την ουσία. Το πιο σημαντικό είναι να χαράζεις μόνος σου τη δική σου πορεία, να βρίσκεις ποιος είσαι και τι θέλεις. Είναι σημαντικό να λες στον εαυτό σου, όταν βρίσκεσαι με την πλάτη στον τοίχο και βλέπεις μόνο μαύρο «απόλαυσέ το και εκμεταλλεύσου το». Μόνο εσύ, άλλωστε, μπορείς να το κάνεις και κανένας άλλος αντί για σένα.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Απρίλιο του 2014