Αφορμή για τη γνωριμία και τη συνέντευξη με τον γλυκύτατο κ. Γιώργο Λελεκτσόγλου στάθηκε η παρουσία του στην εκδήλωση κύρους «Μεγάλα Κόκκινα Κρασιά» στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Επάγγελμα, caviste και négociant. Θεωρητικά, αυτό σημαίνει ότι είναι ιδιοκτήτης κάβας, χονδρέμπορος και παραγωγός κρασιού, αγοράζοντας σταφύλια από τρίτους. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ περισσότερα ‒μάλλον δεν υπάρχει ανάλογο επάγγελμα στην ελληνική επικράτεια‒ και όλα στηρίζονται στην υψηλή γνώση του αντικειμένου.


Η ζωή του θα μπορούσε κάλλιστα να είναι σενάριο ταινίας, μια περιπέτεια με στοιχεία μαύρης κωμωδίας. Από τη Μονόβρυση Σερρών για σπουδές στη Ρουμανία του Τσαουσέσκου και από κει αυτοσκοπός το Λονδίνο, για μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Όμως η ζωή δεν τα φέρνει πάντα πρίμα και βρέθηκε στη Λυών, ασκόπως περιφερόμενος. Η μεσογειακή ευρηματικότητα και το πείσμα του δημιούργησαν συνθήκες παραμονής στην περιοχή, παράλληλα γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του Βερονίκ, που είχε σχέση με τη διάσημη οινική περιοχή του Ροδανού, και η συνέχεια λίγο-πολύ προβλέψιμη στο σενάριο που λέγαμε.


Ρίζωσαν για τα καλά στο Tain-l'Hermitage, γνώρισε τους εμβληματικούς οινοπαραγωγούς της περιοχής, άνοιξε την κάβα του, φτιάχνει τα δικά του κρασιά κι έχει πολλά ενδιαφέροντα να μας πει γύρω από την οινική κουλτούρα.

 

Τα τελευταία χρόνια βλέπω ότι έχουν έρθει στο προσκήνιο νέα παιδιά που κάνουν αξιόλογη δουλειά με ελληνικές ποικιλίες. Πιστεύω ότι είναι λάθος να πουλάς ποικιλία, όπως κάνουν οι βιομηχανίες κρασιού στην Αμερική, που λένε «κάνουμε Chardonnay σαν το Montrachet, αλλά πιο φθηνό». Κάτι τέτοιο οι Γάλλοι το ονομάζουν «κλοπή ταυτότητας» (l'usurpation d'identité).

 

— Στην ευρύτερη περιοχή όπου ζείτε υπάρχει μεγάλος πλούτος ποικιλιών αμπέλου. Σε ποιες ποικιλίες έχετε αδυναμία;

Στην περιοχή μου, το Hermitage, η ποικιλία είναι το Syrah. Όμως το ενδιαφέρον είναι ότι κάτω από τη Valence (στην αριστερή όχθη του Ροδανού) το κλίμα αλλάζει από ηπειρωτικό σε μεσογειακό και κει τρεις είναι οι κυρίαρχες ποικιλίες: Grenache, Mourvèdre και Carignan. Κατά τη γνώμη μου, ο βασιλιάς είναι το Grenache! Είναι το απόλυτο σταφύλι για αριστοκρατικό κρασί. Το Mourvèdre το συναντάμε στο παραλιακό μέτωπο και πρέπει να βλέπει πάντα θάλασσα, γιατί «φοβάται» το κρύο. Στο ρωμαϊκό Languedoc υπάρχει το Carignan, μια ενδιαφέρουσα ποικιλία που προέρχεται από παλιά κλήματα 80-100 ετών και έχει εξαιρετικά χαμηλές στρεμματικές αποδόσεις. Μια άλλη ποικιλία περιορισμένης παραγωγής που έχει ενδιαφέρον είναι το εκρηκτικά αρωματικό Cinsaut. Η ποικιλία αυτή υπάρχει και στη Μακεδονία, από τους Γάλλους μηχανικούς που έφτιαχναν τις σιδηροδρομικές γραμμές. Συνήθως την ονομάζουν «Γαλλικό». Σε ό,τι αφορά το Syrah, που αρχικά σας ανέφερα, χρειάζεται μια διευκρίνιση, διότι γίνονται μεγάλα σφάλματα με αυτή την ποικιλία. Αρκετοί νομίζουν ότι πρόκειται για ποικιλία του Νότου ή, αλλιώς, θερμών κλιμάτων. Είναι λάθος αυτή η άποψη. Το φυσικό περιβάλλον του Syrah είναι από τη Vienne (νοτιοανατολική Γαλλία) έως το Hermitage και σε έδαφος γρανίτη. Ό,τι μύθο και να «πλέκουν» γύρω από την προέλευση της ποικιλίας, το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για διασταύρωση.

 

Γιώργος Λελέκτσογλου. Επάγγελμα, caviste και négociant. Φωτο: Hilke Maunder
Γιώργος Λελέκτσογλου. Επάγγελμα, caviste και négociant. Φωτο: Hilke Maunder

 

— Είστε λάτρης των μονοποιλιακών ή των πολυποιλιακών κρασιών;

Για μένα, ένα μεγάλο κρασί είναι μονοποικιλιακό. Αφορά ένα αμπέλι, μια ποικιλία, έναν παραγωγό, μια συγκεκριμένη σοδειά. Αυτό, άλλωστε, είναι το νόημα της δουλειάς μου, να εγγυώμαι την αυθεντικότητα του κρασιού που πουλάω ή, πιο απλά, ότι αυτό το κρασί βγήκε από αυτό το αμπέλι, από αυτή την ποικιλία, εκείνη τη χρονιά. Αρέσει ή όχι, αυτό είναι το κρασί και τέρμα. Θυμάμαι, όταν ξεκινούσα, ανακάλυπτα και αγόραζα για την κάβα κρασιά που έκανα αγώνα για να πουλήσω και συνήθως έμεναν για χρόνια απούλητα. Αργότερα ήρθαν οι υψηλές βαθμολογήσεις, πρωτίστως του Robert Parker, και όλοι έψαχναν αυτά τα κρασιά. Το '90-'91 είχα αγοράσει χιλιάδες φιάλες του Chapoutier και όταν δημοσιεύτηκαν οι βαθμολογίες το φαξ πήρε φωτιά από τις παραγγελίες.

 

— Πώς βλέπετε τον ανταγωνισμό μεταξύ Παλαιού και Νέου Κόσμου όσον αφορά το κρασί;

Ο Νέος Κόσμος μπορεί να ανταγωνιστεί τον Παλαιό μόνο στα φθηνά κρασιά και όταν λέω φθηνά εννοώ αυτά που πωλούνται 5-6 ευρώ στα ράφια των σούπερ-μάρκετ. Σε αυτή την κατηγορία κερδίζουν η φθηνή γη και τα φθηνά μεροκάματα, δηλαδή αυτά που προέρχονται από τις νέες οινοπαραγωγικές χώρες. Για να καταλάβετε τη διαφορά, στη Γαλλία, όταν ξεκίνησα, στο Clos de l'Ermitage το εκτάριο στοίχιζε 10.000 γαλλικά φράγκα, ενώ τώρα στοιχίζει 200.000 ευρώ. Ακόμα και οι ξένοι εργάτες που έρχονται να δουλέψουν στη Γαλλία την περίοδο του τρύγου, μια και οι Γάλλοι έχουν από καιρό εκλείψει, στοιχίζουν. Πρόκειται για καταρτισμένους εργάτες γης που προέρχονται συνήθως από τον Ισημερινό, τη Βολιβία και το Περού, αμείβονται ικανοποιητικά (με γαλλικό μισθό και ασφάλιση) και ο εργοδότης έχει για μήνες την υποχρέωση να τους παρέχει τροφή και στέγη. Όλα αυτά στοιχίζουν.

 

— Ποια εικόνα έχετε για το ελληνικό κρασί;

Το ελληνικό κρασί το παρακολουθώ τα τελευταία 25 χρόνια και θεωρώ ότι τη δεκαετία του '90 οι περισσότεροι παραγωγοί ήταν εκτός θέματος. Παρουσίαζαν Cabernet Sauvignon, Merlot κ.λπ. από παρακαπνισμένα βαρέλια για να εντυπωσιάσουν. Έγινε συνήθεια η απομίμηση γαλλικών κρασιών και το κοινό είχε ακολουθήσει. Ήταν η εποχή που οι ελληνικές ετικέτες έφεραν την ένδειξη «Chateau», όταν στη Γαλλία, για να χαρακτηριστεί έτσι ένα κρασί, πρέπει τουλάχιστον να έχει ιστορία από τον 15ο αι. Αντίθετα με ό,τι επικρατούσε, είχα γνωρίσει κάποιους ανθρώπους που έκαναν αξιόλογη δουλειά με γηγενείς ποικιλίες: τον Χρήστο Αϊδαρίνη στη Γουμένισσα, τον Γιάννη Οικονόμου στη Σητεία κι έναν παπά στη Νάξο που έκανε χωρικές οινοποιήσεις. Τα τελευταία χρόνια βλέπω ότι έχουν έρθει στο προσκήνιο νέα παιδιά που κάνουν αξιόλογη δουλειά με ελληνικές ποικιλίες. Πιστεύω ότι είναι λάθος να πουλάς ποικιλία, όπως κάνουν οι βιομηχανίες κρασιού στην Αμερική, που λένε «κάνουμε Chardonnay σαν το Montrachet, αλλά πιο φθηνό». Κάτι τέτοιο οι Γάλλοι το ονομάζουν «κλοπή ταυτότητας» (l'usurpation d'identité).

 

Με τον γιο του Charlie στην κάβα τους Compagnie de l’Hermitage. Φωτο: Hilke Maunder
Με τον γιο του Charlie στην κάβα τους Compagnie de l’Hermitage. Φωτο: Hilke Maunder

 

— Σε ό,τι αφορά την παγκόσμια τάση προς τα natural wines τι άποψη έχετε;

Τέλη της δεκαετίας του '80 οι πρώτοι που κάναμε natural wines ήμασταν μια παρέα αποτελούμενη από τον Marcel Richaud, τον Marcel Lapierre, εμένα και κάποιους φίλους από τον τοπικό συνεταιρισμό κρασιού. Όλα ξεκίνησαν από την ανάγκη μας να δοκιμάσουμε κρασιά από σταφύλι και μόνο. Βλέπαμε τα καταστήματα που πουλούσαν εξοπλισμό κάβας και θύμιζαν σούπερ-μάρκετ, με σκευάσματα ενζύμων, τανινών κ.λπ. Κάναμε κρασιά natural, χωρίς καμία προσθήκη ‒ τα αποκαλούμενα και «χωρίς θειώδη» (sans sulfites). Άλλες φορές τα πετυχαίναμε, άλλες όχι. Θυμάμαι ότι είχαμε κάνει ένα φανταστικό Côtes du Rhône, όμως συχνά είχαμε μεγάλα προβλήματα στο αποτέλεσμα. Συνήθως πρόκειται για φτωχά σε αρώματα κρασιά που προέρχονται από την οινοποίηση και όχι από το terroir ή τη σοδειά. Επιπλέον, αυτού του είδους τα κρασιά απαιτούν καθαριότητα χειρουργείου και απομονωμένο χώρο στο οινοποιείο. Ιδιαίτερα όταν πρέπει να ταξιδέψουν, η συντήρησή τους ενέχει μεγάλο ρίσκο. Κατά την άποψή μου, επεμβαίνεις ελάχιστα, όπου και όταν είναι απαραίτητο, και απαιτείται μικρή ποσότητα θειωδών κατά την εμφιάλωση. Πίνουμε κρασί για την απόλαυση και όχι για υγειονομικούς λόγους.

 

— Απ' όσα κρασιά έχετε δοκιμάσει στη ζωή σας, ποια έρχονται αυθόρμητα στο μυαλό σας ως τα πιο σημαντικά;

Όταν δοκίμασα ένα Hermitage Jean Luis Chave εσοδείας πριν από το 1830 άλλαξε η εικόνα που είχα για τα παλιά κρασιά. Έλεγα ότι όταν τελειώνουν οι τανίνες τελειώνει και το κρασί, όμως 170 χρόνια μετά αυτό το κρασί ήταν φανταστικό, ιδιαίτερα όταν έβλεπες μπροστά σου το αμπέλι με το χαρακτηριστικό γρανιτένιο έδαφος. Ένα άλλο κρασί που μου έχει μείνει είναι το Château Rayas 1978. Θυμάμαι ότι το δοκίμασα μαζί με ντόπιους οινοπαραγωγούς και ο Gérard Chave μου είπε: «Έλληνα, αυτό το κρασί που δοκιμάζεις είναι όνειρο για έναν παραγωγό να καταφέρει να το φτιάξει». Το Château Léoville-Las Cases 1986 το εκτιμούσα πάντα, μια και είχα κάνει τρύγο εκείνη τη χρονιά στο κτήμα, αλλά η αλήθεια είναι πως όταν το ξαναδοκίμασα μαζί μ' έναν φίλο, δίπλα σ' ένα Romanée-Saint-Vivant του Romanée Conti, έπαθα σοκ, μου φάνηκε αδύναμο κρασί. Όμως μιλάμε για σπουδαία κρασιά κι αισθάνομαι την ανάγκη να σας πω το εξής: τα καλύτερα κρασιά εξαρτώνται από την παρέα, τον τόπο και τον χρόνο που τα πίνουμε, παρά από την ποιότητά τους με τη στενή σημασία της λέξης «ποιότητα». Το κρασί, για να είναι καλό, πρέπει να προσαρμοστεί στην ποιότητα της παρέας.

 

Μετά τη συνέντευξη, πήγαμε στον χώρο όπου ο γιος του, Charlie, παρουσίαζε ‒και μπορούσε να δοκιμάσει κανείς‒ τα προτεινόμενα κρασιά του, συνολικά 9 ετικέτες. Τα δοκίμασα όλα, όπως και αρκετά ελληνικά και εισαγόμενα κρασιά που βρίσκονταν σε άλλα stands. Όλα ήταν άξια προσοχής, όμως, πριν φύγω, επέστεψα στον Charlie και ζήτησα ξανά Côte-Rôtie La Brocarde 2016 George Lelektsoglou και, για να πέσει με φινετσάτη ένταση η αυλαία, Hermitage Magnum 2016 Domaine Jean Louis Chave.


Oh la la!