☛ Με αφορμή τον θάνατο της Κικής Δημουλά, ο Νικόλας Σεβαστάκης έγραψε για το πώς η ποίηση ανέκαθεν αποτελούσε μια αριστοκρατική υπόθεση και ένα πάθος δημοκρατικό. «Η ποίηση κρατούσε και ακόμα και τώρα κρατάει έναν πυρήνα αδιαπέραστο και ερμητικό. Δεν είναι αυτονόητη η σχέση της με τη δημοκρατία, πολύ περισσότερο με τη λαϊκότητα. Τώρα, με αφορμή τον θάνατο της Κικής Δημουλά, ποιήτριας των φθαρτών πραγμάτων της προσωπικής ζωής, μπορούμε να σκεφτούμε άλλη μια φορά τη σχέση της ποίησης με τη δημοκρατία. Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε τη δημοκρατία ως πολιτική μορφή ή πολίτευμα. Όμως, αν μια ποίηση όπως της Δημουλά μπορεί να χαρακτηριστεί δημοκρατική, είναι με μια πολύ διαφορετική σημασία: είναι δημοκρατική γιατί φέρνει στην επιφάνεια απλά πράγματα, εξισώνοντάς τα με τα πιο ακριβά και πολύτιμα» σημείωσε ο συντάκτης.

 

»Από τα σχόλια που συγκέντρωσε το κείμενο, ξεχώρισε αυτό του χρήστη τυχαίος περαστικός: «Η ποίηση δεν καταφέρνει να έρθει σε επαφή με τις μάζες, δηλαδή με ένα πιο λαϊκό κοινό, γιατί το ίδιο το κοινό δεν το επιθυμεί. Η ποίηση σού ζητά να συμπορεύεται μαζί σου, να είναι μέρος της καθημερινότητάς σου, να σου δίνει μια ανάσα ελπίδας και αισιοδοξίας από τα καθημερινά προβλήματα ή να βρίσκεις μέσα σε αυτήν έναν τρόπο ταύτισης. Γιατί η ποίηση εξέφρασε –και φυσικά συνεχίζει να εκφράζει– πολλές φορές τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Η ποίηση δεν ζητά από τους υποψήφιους αναγνώστες να έχουν λυμένα προβλήματα, να είναι πλούσιοι και να περιφέρονται μέσα σε τεράστια σπίτια και ολάνθιστους κήπους, ώστε να γίνει "κατανοητή" σε αυτούς ή μέρος της καθημερινότητάς τους. Η ποίηση είναι για όλους. Δεν κάνει διακρίσεις. Θα μου επιτρέψετε να πω, όμως, ότι φταίει και ο τρόπος που διδάσκεται στα σχολεία.

 

» Σε παλιότερη συνέντευξη που είχε δώσει η κ. Δημουλά είχε πει ότι το γεγονός πως η ποίησή της έχει μπει σε σχολικά αναγνωστικά είναι μια αφορμή για να την αντιπαθήσουν πολλά παιδιά, τα οποία μάλιστα την πλησιάζουν και της ζητούν βοήθεια στην ανάλυση των ποιημάτων της, ώστε να ανταποκριθούν στα σχολικά τους καθήκοντα. Αυτό το "τι θέλει να πει ο ποιητής;" είναι βραχνάς για πολλούς μαθητές, γιατί περιβάλλεται από μια πίεση για τον καλό βαθμό. Οπότε, πώς να αγαπήσουν τα παιδιά την ποίηση; Ακόμα και στις εμπορικές ταινίες, οι ποιητές παρουσιάζονται ως "εκκεντρικοί" και "σαλεμένοι". Οι ποιητές, όμως, σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό. Μεγάλο μέρος των ποιητών μας αυτό που κάνουν είναι να μετουσιώνουν τον πόνο και τις έγνοιες των ανθρώπων σε στίχους, για να τους διαβάζουμε και να γλυκαίνει η ψυχή μας, να ευφραίνεται η καρδιά μας. Υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι, δυστυχώς, μένουν προσκολλημένοι σε ένα είδος. Διαβάζουν, ας πούμε, μόνο μυθιστορήματα και όχι ποίηση, ή το αντίθετο, ενώ είναι πολύ όμορφο να μπορείς να ανακαλύπτεις την ομορφιά σε κάθε είδος τέχνης και σε κάθε μορφή του γραπτού λόγου».


☛ Ένα παλιότερο δημοσίευμα της Κορίνας Φαρμακόρη για τις περιπτώσεις δύο ανθρώπων, του ραδιοφωνικού παραγωγού Δημήτρη Φωτκατζίκη και της Εύης (ιδιωτική υπάλληλος), που υποφέρουν από κρίσεις πανικού ήρθε και πάλι στην επιφάνεια, αποδεικνύοντας ότι αυτό το πρόβλημα εξακολουθεί να απασχολεί αρκετό κόσμο. Στη συνέχεια, η Αγριομολόχα μοιράστηκε με τους αναγνώστες της LiFO τη δική της, προσωπική ιστορία με τις κρίσεις πανικού, λέγοντας τα εξής: «Είναι ύπουλο πράγμα ο πανικός. Έρχεται σιγά-σιγά και περνάει καιρός μέχρι να πάθεις την κρισάρα. Τουλάχιστον έτσι συνέβη στη δική μου περίπτωση και μου έκανε "δωράκι" και μια κατάθλιψη. Εγώ την έπαθα το 2006, όταν ήμουν φοιτήτρια, και δεν είχα το άλλοθι της οικονομικής κρίσης. Τότε ήταν ένα θέμα-ταμπού. Πήγα νωρίς σε ψυχίατρο γιατί δεν με αναγνώριζα, αλλά και έπειτα από παρότρυνση των δικών μου. Γράφω κυρίως για να πω ότι όσο "ανοιχτόμυαλος" και "προοδευτικός" και να είσαι, εκείνη την ώρα που κάθεσαι στην αίθουσα αναμονής και βλέπεις το ταμπελάκι με τη λέξη "ψυχίατρος" σου περνάει από το μυαλό ότι μάλλον είσαι τρελός. Ευτυχώς, αυτή η ιδέα φεύγει αμέσως με το που θα μιλήσεις με τον γιατρό και θα σου εξηγήσει τι σου συμβαίνει. Επίσης, μη διστάσετε να αλλάξετε ψυχολόγο ή ψυχίατρο όσες φορές κι αν χρειαστεί. Εγώ, σε διάστημα πέντε χρόνων, άλλαξα τρεις ψυχιάτρους και τρεις ψυχολόγους. Έγραψα την εμπειρία μου ως παράδειγμα για να αλλάζετε ειδικούς μέχρι να βρείτε τον κατάλληλο για εσάς. Και κάτι τελευταίο: όποιος δεν έχει περάσει κρίση πανικού, δεν ξέρει πώς είναι κι αυτό ισχύει και για την ίδια μας την οικογένεια, όσο κοντά μας κι αν βρίσκεται εκείνες τις ώρες. Το θετικό είναι ότι όταν μάθεις να τις διαχειρίζεσαι, με βοήθεια πάντα, αραιώνουν οι επισκέψεις και με τον καιρό σταματάνε»

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.