Απελπιστικά θνητό το νόημα.
Δεν νομίζω ότι εκτός από τη ζωή πεθαίνει τίποτε άλλο τόσο απόλυτα.

— Κική Δημουλά

 

Παρότι ο Πλάτωνας, ο πιο επιφανής ολιγαρχικός της Ιστορίας, δεν την εμπιστευόταν, η ποίηση ήταν εξαρχής μια υπόθεση αριστοκρατική. Ακόμα και στους μοντέρνους καιρούς, παρά τις τεράστιες αλλαγές στη μορφή και στα ενδιαφέροντά της, η ποίηση για τον κοινό νου στάθηκε κατά κανόνα κάπου ψηλά, σαν να αφορούσε το πνεύμα των λίγων και εκλεκτών. Δεν ήταν για τα σύνολα αλλά γι' αυτούς που μπορούσαν να «ακούσουν το μέλος», όπως έλεγε ο Χάιντεγκερ.

 

Φυσικά, ο παραπάνω κανόνας είχε πολλές, λαμπρές εξαιρέσεις, την ποίηση που συνδέθηκε με τις μεγάλες Επαναστάσεις, τον πόλεμο και τα εθνικά ανδραγαθήματα. Μια ποίηση που πήρε επάνω της τη δόξα του έθνους ή, αργότερα, τα πάθη του φτωχού λαού και των αδύναμων. Η εθνική-αστική και η σοσιαλιστική ιδεολογία μπήκαν στο ιερό της ποίησης και σε κάποιες ξεχωριστές συγκυρίες οι στίχοι κέρδισαν την προσοχή και τον θαυμασμό των «απλών ανθρώπων».

 

Όμως τον Βικτόρ Ουγκό ως συγγραφέα των Αθλίων τον λάτρεψαν οι μάζες και όχι ως τον σημαντικό ρομαντικό ποιητή που υπήρξε για καιρό προτού γίνει πεζογράφος. Και οι κηδείες του Παλαμά ή του Σεφέρη συνέπεσαν με περιόδους σκοτεινές, όπου κάθε τέτοια αναχώρηση μπορούσε να συνδεθεί με την αξιοπρέπεια του πνεύματος απέναντι στη βαρβαρότητα.


Όσο και αν έχασε προ πολλού τις αριστοκρατικές της καταβολές, η ποίηση δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί το μυθιστόρημα ως προς τη σχέση της με τους πολλούς. Το μυθιστόρημα ‒όχι οι ίδιοι οι συγγραφείς του, που μπορεί να είχαν ακραία αντιδημοκρατικές πεποιθήσεις‒ αναπτύχθηκε μαζί την αστική κοινωνία, τη μεγάλη πόλη, τα πλήθη και τις εμπειρίες μιας πιο περίπλοκης εσωτερικής και εξωτερικής ζωής. Η πεζογραφία έδενε πιο καλά με την «πληβειακή» ροπή της δημοκρατίας, με τον τρόπο της να αναστατώνει τις ιεραρχίες και να υπονομεύει τους καλούς τρόπους.

 

Το ίδιο, θα έλεγε κανείς, προσπάθησε και η μοντερνιστική ποίηση, επιδιώκοντας να απορροφήσει το στιγμιαίο, το βέβηλο και το ασήμαντο πράγμα. Η ποίηση, ωστόσο, κρατούσε και ακόμα και τώρα κρατάει έναν πυρήνα αδιαπέραστο και ερμητικό. Δεν είναι αυτονόητη η σχέση της με τη δημοκρατία, πολύ περισσότερο με τη λαϊκότητα.

 

Οι αριστοκρατικοί αιώνες είχαν, ως γνωστόν, πάθος με την αθανασία των μορφών. Η δημοκρατική ποίηση θέλει αντιθέτως να μεταγγίσει στους αναγνώστες της την εμπειρία της φθοράς. Έτσι μπορεί να δει κανείς πως ενισχύει το μυστήριο του κόσμου, συμμετέχοντας πιο πυκνά και εντατικά στην ύλη της καθημερινότητας.


Τώρα, με αφορμή τον θάνατο της Κικής Δημουλά, ποιήτριας των φθαρτών πραγμάτων της προσωπικής ζωής, μπορούμε να σκεφτούμε άλλη μια φορά τη σχέση της ποίησης με τη δημοκρατία. Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε τη δημοκρατία ως πολιτική μορφή ή πολίτευμα. Όμως, αν μια ποίηση όπως της Δημουλά μπορεί να χαρακτηριστεί δημοκρατική, είναι με μια πολύ διαφορετική σημασία: είναι δημοκρατική γιατί φέρνει στην επιφάνεια απλά πράγματα, εξισώνοντάς τα με τα πιο ακριβά και πολύτιμα. Είναι όμως δημοκρατική και γιατί προωθεί έναν διαμοιρασμό συναισθημάτων, χωρίς να περνάει υποχρεωτικά από το ψυχρό στο θερμό.

 

Συνδέει, αντίθετα, το συναίσθημα με μια διανοητικότητα, με συλλογισμούς που απαιτούν να πάει κανείς πέρα από την αισθηματολογία. Με αυτή την έννοια, η ποίηση της Δημουλά δεν είναι δημοκρατική λόγω της δημοφιλίας της παρά το αντίθετο: αγαπήθηκε από περισσότερους/-ες γιατί υποδέχτηκε κάποιες ανομολόγητες αγωνίες των περισσότερων. Πιο σημαντικός από την όποια δημοφιλία είναι ο τρόπος με τον οποίο η ποίηση αυτή επινοεί μια σχέση με τον κόσμο ως εναλλαγή του οικείου και του ανοίκειου, της κατοχής και της απώλειας.

 

Οι αριστοκρατικοί αιώνες είχαν, ως γνωστόν, πάθος με την αθανασία των μορφών. Η δημοκρατική ποίηση θέλει αντιθέτως να μεταγγίσει στους αναγνώστες της την εμπειρία της φθοράς. Έτσι μπορεί να δει κανείς πως ενισχύει το μυστήριο του κόσμου, συμμετέχοντας πιο πυκνά και εντατικά στην ύλη της καθημερινότητας.

 
Γιατί, ωστόσο, μπορεί να αγαπηθεί μια τέτοια ποίηση, ενώ κρατάει τις αποστάσεις της από την ευκολία; Σκέφτομαι εδώ έναν άλλον σχετικά δημοφιλή ποιητή μας –σε μικρότερη κλίμακα πάντως‒, τον Τάσο Λειβαδίτη. Ο Λειβαδίτης συντονίστηκε απόλυτα με μια ρομαντική συγκίνηση προσηλωμένη στην ανεξιλέωτη παιδική ηλικία, στους φόβους και στη μοναχική της ονειροφαντασία.

 

Η Δημουλά γράφει έναν στίχο που θυμίζει πολύ τον Λειβαδίτη: «Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε / είναι η απουσία μας», συνομιλώντας όμως με τη γυναικεία ωριμότητα. Δεν είναι εδώ ένας ρομαντικός έφηβος που μελαγχολεί στο δωμάτιό του αλλά μια ενήλικη, γυναικεία απορία ριγμένη σε έναν κόσμο με χίλιες δυο δουλειές, περισπασμούς, συναισθηματικές ματαιώσεις.


Η ποίηση συναντά εν τέλει τη δημοκρατία, καταργώντας στην πράξη ‒στις λέξεις της δηλαδή, γιατί αυτή είναι η πράξη η δική της, οι λέξεις της‒ την αντίθεση του προσωπικού και του δημόσιου. Γίνεται η πιο προσωπική φωνή, η πιο ενδόμυχα ιδιωτική, και συγχρόνως αυτή που εμπνέει μια κοινότητα συγκίνησης. Πάει στο πιο μεγάλο βάθος (κι αυτό είναι η απώτερη αριστοκρατική της κλίση), για να μοιράσει όμως τους καρπούς της εξόρυξης στην επιφάνεια.


Όταν το ορυχείο δεν πλημμυρίζει και η επιφάνεια δεν ερημώνει, τότε το ποίημα μπορεί και συναντά τους πολλούς. Και η Δημουλά φαίνεται πως πέρασε από αυτή την ωραία δοκιμασία.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.