«Ο Μπαχ μοιάζει με αστρονόμο ο οποίος, με τη βοήθεια των μαθηματικών κωδικών, βρίσκει τα πλέον μεγαλειώδη άστρα». Με αυτή τη φράση ο Φρεντερίκ Σοπέν περιέγραφε την εντύπωση που του δημιουργούσε η μουσική του Γιόχαν Σεμπαστιάν Μπαχ. Oι "Σονάτες και Παρτίτες για σόλο βιολί" του 1720 είναι από τα βασικά έργα ρεπερτορίου που τοποθετούν το βιολί στο επίκεντρο. Μάλιστα θέλοντας να καταδείξει την αυτάρκεια του βιολιού ως σολιστικό όργανο, ο Μπαχ αρχικά είχε αποφασίσει πως το όνομα αυτών των κομματιών θα είναι "Εξι σόλο έργα για βιολί χωρίς συνοδεία". 

       
Όλα, λοιπόν, στην Επίδαυρο χθες το βράδυ έμοιαζαν σαν να τα έχει ενορχηστρώσει ο ίδιος ο Μπαχ. Το βιολί ήταν στο επίκεντρο του μεγαλύτερου θεραπευτηρίου του αρχαίου κόσμου. Ο Λεωνίδας Καβάκος ακριβώς επάνω στην θυμέλη σαν να ισορροπεί στον άξονα της γης. Τα κεριά αναμμένα και παραταγμένα στην ορχήστρα του θεάτρου έτοιμα για την προσευχή. Ο ήχος φυσικός, ανόθευτος, έξοχος έστελνε τις νότες που έβγαιναν από το βιολί ως τα αστέρια. Τα τέσσερα μικρόφωνα τοποθετημένα στο χώρο ώστε η μοναδική αυτή στιγμή να καταγραφεί. Οι φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ δημιουργούσαν σκιές με πολλαπλά είδωλα του κορυφαίου σολίστ στην ορχήστρα. Και το κοινό διψασμένο για Τέχνη από την έλλειψη μηνών και το "art distancing" έμοιαζε, με το που χαμήλωσαν τα φώτα, να κρατά την ανάσα του. 
       
Με μια ανατριχιαστική σιωπή περίμενε τον Λεωνίδα Καβάκο να ανέβει στην σκηνή, ακούγοντας τον νυκτόβιο γκιώνη να αντηχεί με τη χαρακτηριστική φωνή του από τα βάθη του δάσους σαν να έχει αναλάβει την αντίστροφη μέτρηση για την αρχή της μυσταγωγίας. Κανείς από τους 2.500 που αμήχανα κι αραιά -αραιά καθίσαμε στις θέσεις μας, δεν έβγαλε κιχ τα 70 λεπτά που ο Έλληνας βιολιστής ξεκινούσε με την «Παρτίτα αρ.3» με το γρήγορο και θυελλώδες φινάλε, περνούσε στην «Σονάτα αρ.1» με το αργό πρώτο μέρος της που περιγράφει έναν κόσμο ευαισθησίας και εσωτερικής ηρεμίας κι ολοκλήρωνε το θαύμα με τη δεύτερη «Παρτίτα».
Φωτ.: Ματούλα Κουστένη/ LIFO
Φωτ.: Ματούλα Κουστένη/ LIFO
     
Τα φετινά Επιδαύρια ξεκίνησαν χθες γιορτάζοντας 65 χρόνια αδιάλειπτης ιστορίας του Φεστιβάλ Αθηνών με ένα γεγονός διεθνούς ακτινοβολίας, μια σπάνια στιγμή ανάτασης και πρωταγωνιστή ένα μουσικό που είχε αποφασίσει να στείλει το δικό του μήνυμα ίασης κι ανακούφισης αμέσως μετά την πανδημία.
       
Τελικά έγιναν όλα έτσι όπως τα είχε σχεδιάσει ο Μπαχ; Ή μήπως ούτε αυτός μπορούσε να φανταστεί πως το 2020 σε ένα θέατρο που μετρά αιώνες παρουσίας, υπό το βλέμμα του Ασκληπιού και το άγγιγμα του Λεωνίδα Καβάκου θα μπορούσαν οι μουσικές του φράσεις να βρουν έναν τέτοιο αστέρα για εκφραστή;
   
Απόλυτα δοσμένος στη στιγμή, πιο μαλακός από κάθε άλλη φορά, ξεκάθαρα συγκινημένος (πόσο μαγική κίνηση να υποκλιθεί στην ιστορία που γραφόταν αγγίζοντας τη θυμέλη όταν το θέατρο τον αποθέωνε) ο Καβάκος όσο περνούσε η ώρα τόσο απολάμβανε σε κάθε παύση το χειροκρότημα που γινόταν θερμότερο, χαμογελώντας, σαν να μας προδιαθέτει για το τέλος που μας επιφύλασσε.

       

Σε ένα διονυσιακό τρίτο μέρος ερμήνευσε και έκλεισε τη βραδιά με την Παρτίτα αρ. 2, όπου το τελευταίο της κομμάτι είναι η περίφημη κι ιδιαιτέρως αγαπητή Chakonne για την οποία ο Γεχούντι Μενουχίν είπε κάποτε ότι αποτελεί την σπουδαιότερη κατασκευή για σόλο βιολί. Προκαλώντας το κοινό με μια δαιμονισμένη non stop ερμηνεία να συμμετέχει σ’ αυτή την μέθεξη, ο διεθνώς αναγνωρισμένος  βιολονίστας έμοιαζε να αναμετριέται με τον εαυτό του, την ιστορία και το πολυδαίδαλο αριστούργημα του Μπαχ. Και στο φινάλε που όλοι μαζί πια τρέχαμε πίσω από τις νότες παρακαλώντας να μην τελειώσει η τελετή, εκείνος έκλεισε τη βραδιά, «σβήνοντας» το βιολί με ένα συγκλονιστικό τρόπο, αργά, συγκινητικά, σαν να χαράζει με το δοξάρι του μέσα μας τη στιγμή για πάντα...