Ένα ποίημα του Παύλου Σιδηρόπουλου, με τίτλο «Στη Νεκρόπολη της Ελευσίνας», κυκλοφορεί εδώ και αρκετά χρόνια (και στο Διαδίκτυο), έχοντας όμως αρκετά νοηματικά λάθη.

 

Η αρχή του ποιήματος, για παράδειγμα, όπως δημοσιεύεται σε πολλά sites, είναι:

 

Η κάποια ευχαρίστηση που δίνει η ψυχή
η ποίηση του πιο ερημικού
κι απαίσιου τοπίου

 

Ο σωστός στίχος είναι:

 

Η κάποια ευχαρίστηση που δίνει στην ψυχή
η ποίηση του πιο ερημικού
κι απαίσιου τοπίου

 

Παρουσιάζουμε εδώ, για πρώτη φορά, το πρωτότυπο, γραμμένο το 1990 δια χειρός Παύλου.

 

Από το χειρόγραφο, φαίνεται ότι ο Σιδηρόπουλος είχε συνθέσει και τη μουσική, αφού πάνω πάνω, έχει σημειώσει τα ακόρντα.

 

Τούτο, αποτελεί σοβαρή ένδειξη πως σκεφτόταν να το συμπεριλάβει στον δίσκο που ετοίμαζε, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Στο χειρόγραφο, δίπλα από κάποιους στίχους, υπάρχουν οι σημειώσεις «Εγώ», «Γυν», «όλοι» και «Σαβ».

 

Αναμφίβολα, με αυτόν τον τρόπο, σημειώνει το πού θα υπήρχε η δική του φωνή, πού μια γυναικεία, και πού μια χορωδία. Η ένδειξη «Σαβ» μας κάνει να υποθέσουμε ότι σκεφτόταν να προτείνει στον Διονύση Σαββόπουλο για να ερμηνεύσει κάποια από τα μέρη.

 

Το χειρόγραφο αποκαλύπτει πως αρχικός τίτλος ήταν το «Όπιο», αλλά μετάνιωσε και το έκανε «Στη Νεκρόπολη της Ελευσίνας».

 

Το χειρόγραφο αποκαλύπτει πως αρχικός τίτλος ήταν το «Όπιο», αλλά μετάνιωσε και το έκανε «Στη Νεκρόπολη της Ελευσίνας».

 

Η σωστή απόδοση των στίχων είναι προβληματική, αφού έχει πολλές διαγραφές, διορθώσεις, που δεν δίνουν σιγουριά για όσα θα κρατούσε στο τέλος.

 

Φωτο: Μανώλης Νταλούκας, 1983
Φωτο: Μανώλης Νταλούκας, 1983

 

Μια πιθανή απόδοση, όμως είναι:

 

Στην νεκρόπολη της Ελευσίνας (Όπιο)

 

Η κάποια ευχαρίστηση
που δίνει στην ψυχή
η ποίηση του πιο ερημικού
κι απαίσιου τοπίου
μοιάζει στην ονειροπαρσιά
πριν από το ξύπνημα
στην καθημερινή ζωή
μέσα από τον λήθαργο του οπίου
Παράθυρα σα μάτια αδειανά
ακόμα και τα πιο εφηβικά
στοιχεία από το θάμα
Σεβάστηκα όμως την καρδιά
που ήτανε πολύ παλιά
όσο το Ελευσίνιο
μυστήριο και δράμα
Σημαδιακό το γεγονός
στο δέντρο της γενιάς
ακόμα και στα πιο αγνά
και στέρεα παρακλάδια
παιδιάστικο το πείραμα
η εντύπωση βαθιά
του τρόμου του ανεπαίσθητου
τα σκοτεινά τα βράδια
Η τρομερά αταίριαστη
τέλεια προσαρμογή
στις πέτρες της οικοδομής
και στα σαθρά υπόγεια
οι διάδρομοι περίπλοκοι
δυσδιάκριτη η ρωγμή
με νοσηρή λεπτότητα
οι αισθήσεις και τα λόγια
Το σκότος σαν μια έμφυτη
ιδιότητα θετική
ξεχύνεται στον ψυχικό
και υλικό τους κόσμο
παντοτινή η θύμηση
και τόσο εντατική
που οδηγεί σ' ένα εξωφρενικό
ιδεαλισμό και φόβο

 

Φωτο: Μανώλης Νταλούκας, 1983
Φωτο: Μανώλης Νταλούκας, 1983

 

Μια ανάλυση του ποιήματος

Στη Νεκρόπολη, ο Παύλος Σιδηρόπουλος αναφέρεται στην drug culture. Βάζει τελικά τίτλο Νεκρόπολη, γιατί είχε ήδη δει τους νεκρούς. Όμως, εδώ, αυτή την κουλτούρα δεν την αποκηρύσσει, εν μέρει τη δικαιολογεί, συγκρίνοντάς τη με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Αυτή η σύγκριση είναι ένα αναγκαστικό του λάθος, όπως μια κίνηση φορσέ που κάνεις στο σκάκι.

 

Είναι γνωστό, και από άλλα γραπτά του, ότι πίστευε πως ναι μεν τα ναρκωτικά έχουν τον κίνδυνο του θανάτου, αλλά κάποιοι λίγοι και μυημένοι τα χρησιμοποιούν για να αποκαλύπτουν γνώση. Στους μυημένους, τοποθετούσε και τον εαυτό του, ως Voodoo Child. Συνεπώς ο στίχος «σεβάστηκα όμως την καρδιά που ήτανε πολύ παλιά» δείχνει πως πίστευε ότι η κουλτούρα του Κίτρινου Σούρουπου είναι παλιά υπόθεση «όσο το Ελευσίνιο Μυστήριο και δράμα».

 

Αυτή η εξωφρενική πίστη, που έστειλε στον τάφο πολλούς, ήταν μια ιδεολογία ολέθρια αναγκαστική, άσχετα αν αναζητούσε αλήθεια.

 

Το ποίημα αυτό του Παύλου δείχνει το βασικό πρόβλημα της drug culture: Αδυναμία επικοινωνίας και προσαρμογής. Αναγκαστική καταφυγή στο σκοτάδι.

 

Με τον στίχο «Σημαδιακό το γεγονός, στο δέντρο της γενιάς», δηλώνει πάλι πως τα ναρκωτικά σημαδεύουν το δέντρο της γενιάς του και επηρεάζουν «ακόμα και τα πιο γερά και στέρεα παρακλάδια».

 

Αναγνωρίζει ίσως κάποια αφέλεια γράφοντας «παιδιάστικο το πείραμα», συμπληρώνοντας όμως, ότι η χρήση δεν γίνεται σαν παιχνίδι, αλλά ως πράξη αναγκαστική, ύστερα από «εντύπωση βαθιά, του τρόμου του ανεπαίσθητου τα σκοτεινά τα βράδια». Ο τρόμος είναι γι' αυτόν η αιτία της χρήσης. Ο τρόμος που έρχεται ανεπαίσθητα (ξαφνικά, απροειδοποίητα) όταν πέσει σκοτάδι.

 

Ως αιτία τρόμου ορίζει την «τρομερά αταίριαστη τέλεια προσαρμογή στις πέτρες της οικοδομής». Θέλει να πει ότι η αναγκαστική προσαρμογή των ευαίσθητων στα κοινωνικά πρέπει είναι τρομερά αταίριαστη σε αυτούς και η αιτία του πόνου. Αιτία ακόμη να αποκτούν τη «νοσηρή λεπτότητα» στις «αισθήσεις και τα λόγια».

 

Τέλος αναφέρεται στο σκοτάδι σαν μια «ιδιότητα θετική» που ξεχύνεται στον «ψυχικό και υλικό κόσμο» των απροσάρμοστων. Το σκοτάδι γίνεται καταφύγιο που οδηγεί όμως «σ' ένα εξωφρενικό ιδεαλισμό και φόβο».

 

Το ποίημα αυτό του Παύλου δείχνει το βασικό πρόβλημα της drug culture: Αδυναμία επικοινωνίας και προσαρμογής. Αναγκαστική καταφυγή στο σκοτάδι.

 

Εν κατακλείδι, και το «Στη Νεκρόπολη της Ελευσίνας», και όλα τα τραγούδια του Παύλου εξέπεμπαν ένα αγωνιώδες SOS το οποίο η κοινωνία ποτέ της δεν πήρε. Η drug culture, όπως περιγράφεται από τον Σιδηρόπουλο, είναι χώρος απόκοσμος αλλά όχι υπόκοσμος. Δεν καθορίζεται από τα ναρκωτικά αλλά από ψυχικές σκιές και ένα συνεχές κρυφτό στα παγωμένα σκοτάδια.