Στις 13 Ιουνίου του 1992, στο Θέατρο Ανατολικής Τάφρου στα Χανιά της Κρήτης, ο Μανώλης Ρασούλης είχε δώσει την πρώτη του προσωπική συναυλία με τη συμμετοχή της πρωτοεμφανιζόμενης τότε μπροστά σε κοινό Μελίνας Κανά. Είχε προηγηθεί ένας μικρός αριθμός κλειστών παραστάσεων του Ρασούλη στην μπουάτ Κρα-Κρα των Χανίων με χαρακτήρα διαμαρτυρίας για την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, η επιτυχία των οποίων οδήγησε στη συγκεκριμένη πρώτη, όπως είπαμε, μεγάλη συναυλία του. Βλέπετε το απόκομμα ενός εισιτηρίου από εκείνη τη συναυλία.

 

Ο Μανώλης Ρασούλης είχε στείλει χειρόγραφη ευχαριστήρια επιστολή προς τον διευθυντή της πολιτιστικής Αρχής των Χανίων ύστερα από την επιτυχία του τριημέρου στην μπουάτ Κρα-Κρα και τη λήψη της απόφασης για μια νέα, μεγαλύτερη και ανοιχτή συναυλία.

 

Ωστόσο, αυτή η πρώτη μεγάλη συναυλία του Ρασούλη στα Χανιά απέτυχε παταγωδώς, καθώς συνέπεσε με τον εορτασμό του Αγίου Πνεύματος και δεν κατάφερε να μαζέψει τον απαιτούμενο κόσμο. Απογοητευμένος και άφραγκος κυριολεκτικά ο Ρασούλης, πάνω σε μια εφημερίδα, πρόχειρα, σχεδιάζει την επιστολή που προτίθεται να στείλει στον τότε διευθυντή της ΑΕΠΙ, τον Ξανθόπουλο.

 

Απόκομμα εισιτηρίου για τη συναυλία
Απόκομμα εισιτηρίου για τη συναυλία

 

Συγκεκριμένα, τον παρακαλεί να εξαιρέσει τη συναυλία του από την επιβάρυνση του 10% και τον παροτρύνει να ειδοποιήσει τους ανθρώπους πως ό,τι κάνει το κάνει πλέον καθαρά για την επιβίωσή του.

 

Ο Κώστας Δήμου, ο άνθρωπος που μου εμπιστεύτηκε προ επταετίας τα ντοκουμέντα από το αρχείο του, θυμάται χαρακτηριστικά πως αμέσως μετά το τέλος της συναυλίας πήγε στον Ανδρέα Μικρούτσικο και του ζήτησε το ποσό των 80.000 δραχμών, κάτι στο οποίο εκείνος ανταποκρίθηκε άμεσα.

 

Στέλνει τα λεφτά στον κατεστραμμένο οικονομικά Ρασούλη κι αυτός, λίγες μέρες μετά, του επιστρέφει 40.000 δραχμές. «Αυτά είναι για σένα, Κώστα», του είπε, «αφού δεν βρίσκεσαι σε καλύτερη κατάσταση!».

 

* Μια μικρή ιστορία για τον Μανώλη Ρασούλη, επτά χρόνια από τον θάνατό του. Βέβαια, ο Ρασούλης δεν έφυγε ακριβώς. Υπάρχει ακόμα σε ένα στενό των Αναφιώτικων όπου του άρεσε να περπατάει, στην αστρόσκονη της Φλέρυς Νταντωνάκη που είχε κάτσει πάνω στα λευκά του γένια, στο κόκκινο φουλάρι του Παπάζογλου και σε μια ανάγνωση του Κοροβίνη, στα υγρά μάτια της Λιζέτας, στη θέση του Γαβαλά επί της Αρεοπαγίτου που έμεινε κενή πια, στα πιο ωραία τραγούδια του Λοΐζου και του Ξυδάκη, στην αναρχική κοσμοθεωρία του που ήταν ένα κράμα από Κουτρουμπούση, Δαλάι Λάμα και Κορνήλιο Καστοριάδη, στην κραυγή του για πανανθρώπινη ειρήνη που ακούστηκε από την Κρήτη μέχρι τη Μέση Ανατολή και στο πιο ανατρεπτικό χιούμορ που αξιώθηκε η ελληνική στιχουργία.