Πριν από την εποχή του Google και του Facebook οι καριέρες χτίζονταν με πολύ διαφορετικό τρόπο.

 

Η πληροφορία μοιραζόταν στόμα με στόμα, μέσω των εντύπων και των δισκοπωλείων, η φήμη βασιζόταν στη μουσική ικανότητα, στο ταλέντο και στις φιλίες.

 

Οι Swayzak συναντήθηκαν το 1993 και χρησιμοποίησαν αυτά που είχαν τότε στη διάθεσή τους, ένα φαξ, ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, ένα pager και έναν τηλεφωνητή.

 

Κυκλοφορώντας τον πρώτο τους δίσκο, «Bueno/Fukumachi», το 1997, ένα μήνυμα σε εκείνον τον τηλεφωνητή από τον Laurent Garnier τους έδωσε την ελπίδα ότι βρίσκονταν σε καλό δρόμο.

 

Από τότε μέχρι σήμερα το όνομά τους είναι συνώνυμο με την ποιότητα και με την έκφραση ενός ήχου που σχοινοβατεί μεταξύ της house και της techno, ακουμπώντας μαλακά ακόμα και στην pop.

 

Επικρατεί ακόμα η διάθεση και το συναίσθημα να φτιάξω καλύτερα, πιο ενδιαφέροντα και βαθιά στο νόημα τραγούδια. Ακόμα ψάχνω την τελειότητα, την οποία μάλλον δεν θα βρω ποτέ, αλλά είναι μια ελκυστική αναζήτηση. Λίγα χρόνια πριν έφτασα στο σημείο να νιώθω χαμένος, όμως ευτυχώς βρήκα τον δρόμο μόνος μου, αυτή τη φορά.

 

Ο David Brown και ο James Taylor έγιναν οι αγαπημένοι των κριτικών, αλλά και του κοινού που τους ακολούθησε πιστά.

 

Έπαιξαν στα μεγαλύτερα κλαμπ και φεστιβάλ, κυκλοφόρησαν δουλειά στις πιο γνωστές εταιρείες, βοήθησαν να εξελιχθεί η τεχνολογία μέσω της συνεργασίας τους με την Ableton.

 

Το 2011 ο James αποχωρεί φιλικά από το σχήμα για να αφήσει το βάρος του ονόματος και τη μουσική κληρονομιά τους στη διάθεση του David που συνέχισε με συνέπεια και σπουδή αυτό το ταξίδι.

 

Έχοντας τη διάθεση να βγει μπροστά κλείνοντας τους λογαριασμούς του με τις συχνότητες του παρελθόντος, ο David Brown πρόσφατα έψαξε πολύ και ενδελεχώς στο αρχείο του και κυκλοφόρησε το «Lost Tapes», μια αναδρομική συλλογή που δεν βασίζεται στην τυπική συνταγή των best of, αλλά στη ιδιαίτερη των best of the rest με γνώμονα το ιδιαίτερο προσωπικό του γούστο.

 

Με αφορμή αυτή την κυκλοφορία μιλήσαμε με τον David για να μου ξεδιπλώσει τη διαδικασία αυτής της κυκλοφορίας, αλλά και την 20+ χρόνων εμπειρία του στο επίκεντρο των ηλεκτρικών ήχων.

 

— Είκοσι χρόνια πριν ξεκίνησε αυτό το συναρπαστικό ταξίδι στη μουσική. Πώς ήταν η διαδρομή μέχρι σήμερα, τι έχει αλλάξει και τι παραμένει ίδιο;

Τα συνηθισμένα πάνω-κάτω σε έναν κακοτράχαλο δρόμο, μια πεπατημένη διαδρομή με επιτυχίες και αποτυχίες, όπως είναι σύνηθες στον χώρο της μουσικής.

 

Θυμίζει τη διαδρομή ενός επαγγελματία ποδοσφαιριστή που παίζει σε χαμηλότερες κατηγορίες. Επικρατεί ακόμα η διάθεση και το συναίσθημα να φτιάξω καλύτερα, πιο ενδιαφέροντα και βαθιά στο νόημα τραγούδια.

 

Ακόμα ψάχνω την τελειότητα, την οποία μάλλον δεν θα βρω ποτέ, αλλά είναι μια ελκυστική αναζήτηση. Λίγα χρόνια πριν έφτασα στο σημείο να νιώθω χαμένος, όμως ευτυχώς βρήκα τον δρόμο μόνος μου, αυτή τη φορά.

 

Ο David Brown και ο James Taylor έγιναν οι αγαπημένοι των κριτικών, αλλά και του κοινού που τους ακολούθησε πιστά. Έπαιξαν στα μεγαλύτερα κλαμπ και φεστιβάλ, κυκλοφόρησαν δουλειά στις πιο γνωστές εταιρίες, βοήθησαν να εξελιχθεί η τεχνολογία μέσω της συνεργασίας τους με την Ableton.
Ο David Brown και ο James Taylor έγιναν οι αγαπημένοι των κριτικών, αλλά και του κοινού που τους ακολούθησε πιστά. Έπαιξαν στα μεγαλύτερα κλαμπ και φεστιβάλ, κυκλοφόρησαν δουλειά στις πιο γνωστές εταιρίες, βοήθησαν να εξελιχθεί η τεχνολογία μέσω της συνεργασίας τους με την Ableton.

 

— Πώς ήταν η προσωπική πορεία προς την εξέλιξη, μέσα στα χρόνια;

Αντιμετωπίζω τη διαδικασία της σύνθεσης πολύ πιο χαλαρά, οι ικανότητές μου στην παραγωγή έχουν εξελιχθεί, γεγονός στο οποίο βοήθησε πολύ και η ανάπτυξη της τεχνολογίας.

 

Σίγουρα είμαι περισσότερο οργανωμένος και λιγότερο αγχωμένος, όταν πρέπει να εμφανιστώ ζωντανά κι αφήνω τη μουσική μου να μιλήσει για μένα.

 

Συνηθίζουμε όλοι οι καλλιτέχνες να παρακολουθούμε τι κάνουν και με τι καταπιάνονται οι άλλοι σήμερα, μέσω των κοινωνικών δικτύων κι έτσι προσπαθώ να αγνοώ όλους αυτούς τους εξωγενείς παράγοντες, αν και πάντα ελοχεύει μια επιρροή.

 

Δεν παίζω πια τόσο πολύ, προτιμώ τα καλύτερα, ποιοτικά κλαμπ από αυτά που κάνουν τον πολύ ντόρο. Οικονομικά τα πράγματα είναι πιο δύσκολα από ποτέ. Τελικά, ο στόχος μου είναι να είμαι απόλυτα αυτάρκης.

 

— Η σκηνή έχει αλλάξει δραστικά από τότε που ξεκίνησες. Ποιες από αυτές τις αλλαγές θεωρείς θετικές, ποιες αρνητικές; Τελικά οδεύουμε προς κάτι καλύτερο;

Τα κλαμπ, ο ήχος του σήμερα και η ευκολία να βρεις τη μουσική είναι σίγουρα θετικές εξελίξεις.

 

Θυμάμαι όταν πήγαινα στο Βερολίνο και στη Φρανκφούρτη στα '90s κι αναρωτιόμουν πάντα γιατί δεν είχαν όλα τα κλαμπ στον κόσμο αυτόν τον συγκλονιστικό ήχο που «έβγαζαν» εκεί.

 

Πλέον, η ποιότητα στην ακουστική έχει περάσει σε όλη την Ευρώπη, ακόμα και σε πολύ μικρούς χώρους. Στα μεγάλα κλαμπ θεωρείται δεδομένη.

 

Η οργάνωση για τους καλλιτέχνες είναι πολύ καλύτερη και υπάρχουν εξαιρετικά πρακτορεία που τους αναλαμβάνουν.

 

Το αρνητικό είναι ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί παραγωγοί και DJs που φτιάχνουν μουσική, η οποία δε λέει τίποτα, δεν έχει καν ένα σημείο αναφοράς.

 

Χρησιμοποιούν λούπες από sample packs, τα πετάνε όλα μέσα σε ένα «καζάνι», ώστε να φτιάξουν ένα κομμάτι με πολύ βραχυπρόθεσμο χρόνο ζωής και να εξασφαλίσουν εμφανίσεις, να γίνουν διάσημοι.

 

Μπορώ να καταλάβω ότι οι άνθρωποι θέλουν τη φήμη και την επιτυχία, αλλά γιατί δεν θέλουν την πρωτοτυπία;

 

Εκατοντάδες από αυτούς φτιάχνουν house δίσκους με '90s ύφος, οι οποίοι μια χαρά είναι, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς που αξίζουν πραγματικά φτιάχτηκαν όντως στα '90s.

 

Σίγουρα κάποια μηχανήματα παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη δημιουργία, όμως τη δεκαετία του '80 όλο αυτό έγινε από «ατύχημα», δεν ήταν φτιαγμένες αυτές οι μηχανές για αυτόν τον σκοπό.

 

Θυμάμαι, χρησιμοποιούσαμε το AKAI s950 ως sampler, σήμερα αυτήν την τεχνολογία την έχεις στο κινητό σου τηλέφωνο.

 

Για μένα η μουσική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το βάθος (της) και την ποιότητα. Πριν από 20 χρόνια συνθέσαμε μουσική που ακούς άνετα και σήμερα, που ακούγεται σύγχρονη, φρέσκια, όπως επίσης φτιάξαμε και κομμάτια που δεν μου αρέσουν καθόλου: αυτή είναι η διαδικασία της μάθησης.

 

Αν και υπάρχουν εξαιρετικοί καλλιτέχνες, σε κάποια φάση νιώθεις ότι είναι πολύ περισσότεροι από αυτούς που μπορείς να διαχειριστείς.

 

Έχω περιορίσει πολύ τον τρόπο που ακούω μουσική, κυρίως χρησιμοποιώ το βινύλιο. Φυσικά, δεν αξίζουν όλα να τα αγοράσεις σε βινύλιο, θα πάρω και mp3 kai wav.

 

Δεν μπορώ, όμως, να ξοδεύω τη μέρα μου ακούγοντας εκατοντάδες μιξ, προτιμώ να συγκεντρωθώ και να φτιάξω τη δική μου μουσική.

 

Δεν υπάρχει πραγματικό underground, είναι πια μουσική για όλους μέσω Facebook, Twitter, YouTube και Discogs. Underground ήταν το να ανακαλύπτεις μια σκηνή σε μια πόλη, τώρα αυτές οι σκηνές διαφημίζονται στο Facebook και έχεις κι ένα application για να βρεις τα κλαμπ.
Δεν υπάρχει πραγματικό underground, είναι πια μουσική για όλους μέσω Facebook, Twitter, YouTube και Discogs. Underground ήταν το να ανακαλύπτεις μια σκηνή σε μια πόλη, τώρα αυτές οι σκηνές διαφημίζονται στο Facebook και έχεις κι ένα application για να βρεις τα κλαμπ.

 

— Από την πρώτη μέρα, λοιπόν, αυτό που σας/σε χαρακτήριζε είναι ότι είχατε το δικό σας, ξεχωριστό ηχητικό αποτύπωμα, αυτό αγάπησε ο κόσμος. Ήταν αποτέλεσμα μιας επίπονης και μακροχρόνιας διαδικασίας;

Τι να σου πω... Ο ήχος μας ήταν βαθύς, σκοτεινός, κάπου ανάμεσα στη house και στην techno, αλλά δεν ήταν ποτέ tech house κι αυτός είναι ένας όρος που δεν μου αρέσει καθόλου να χρησιμοποιώ, ώστε να τον περιγράψω.

 

Είχαμε και πολλά pop στοιχεία, είναι κολακευτικό και κουλ να ακούω σήμερα ανθρώπους που κοπιάρουν το στυλ μας.

 

Όπως ανέφερα πριν, οι περισσότεροι νέοι καλλιτέχνες δεν ξεφεύγουν εύκολα, δεν απομακρύνονται από τον ήχο που πρωτοέφτιαξαν. Ο δικός μας ήχος προέκυψε από διάφορα πειράματα που κάναμε για 4-5 χρόνια, με τον James δουλέψαμε πάρα πολύ πριν αποφασίσουμε να κυκλοφορήσουμε κάτι.

 

Τα πρώτα μου προσωπικά πειράματα με τα ηλεκτρονικά όργανα ξεκίνησαν στα 17 μου χρόνια και ο πρώτος μου δίσκος κυκλοφόρησε όταν ήμουν 30, άρα μετράμε 13 χρόνια συλλογισμού και επεξεργασίας.

 

Φυσικά, υπήρχαν πολλοί παράγοντες που έπαιξαν ρόλο σ' αυτή την αργοπορία, δεν είχα στη διάθεσή μου πραγματική διέξοδο για τη μουσική μου, δεν είχα την αυτοπεποίθηση. Τις έχω ακόμη τις κασέτες από εκείνη την εποχή (γελάει).

 

Δεν ήμασταν και τόσο φιλόδοξοι, ξέρεις, απλά απολαμβάναμε πολύ τον χρόνο μας στο στούντιο. Επίσης, δεν ήμασταν DJs που έκαναν καριέρα, δεν είχα παίξει και τόσο μέχρι τα 31 μου, γεγονός που έγινε πολύ εμφανές όταν ξεκίνησα (γελάει).

 

Μου αρέσει πολύ το DJing, όταν γίνεται σωστά είναι θαυμάσιο.

 

— Μπορούμε, τελικά, να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «underground» για τη μουσική του σήμερα;

Όχι, δεν υπάρχει πραγματικό underground, είναι πια μουσική για όλους μέσω Facebook, Twitter, YouTube και Discogs.

 

Underground ήταν το να ανακαλύπτεις μια σκηνή σε μια πόλη, τώρα αυτές οι σκηνές διαφημίζονται στο Facebook και έχεις κι ένα application για να βρεις τα κλαμπ. Το underground υπήρχε στα '80s και στα '90s, τότε που δεν είχες ιδέα πού θα πήγαινες και τι θα συναντούσες.

 

Κάποιες πόλεις προσφέρουν ακόμα αυτήν την εμπειρία. Μου αρέσει πολύ το Βερολίνο, κανείς δεν κουβαλάει τα κινητά του στα κλαμπ εκεί, απλά πηγαίνουν για να χορέψουν.

 

Το underground πνεύμα υπάρχει, αλλά είναι τόσο δύσκολο να είσαι underground στον κόσμο του σήμερα.

 

Underground ήταν τα πάρτι στις αποθήκες, όμως τώρα έχουν μπει οι κατασκευαστές που πουλάνε αυτά τα κτίρια στους γιάπηδες που πιστεύουν ότι είναι «underground». Τους ανθρώπους που έκαναν όλες αυτές τις περιοχές κουλ, τους πέταξαν έξω με τις κλωτσιές.

 

 

 Live στο Βερολίνο.

 

— Οι ζωντανές σου/σας εμφανίσεις ήταν πάντα ιδιαίτερες, απλά γιατί ήταν πραγματικά ζωντανές! Δεν είχατε προηχογραφημένο υλικό, δεν κάνατε πρόβες. Ακολουθείς ακόμη και σήμερα αυτήν την τακτική;

Ναι, ήταν 100%. Πάντα θέλαμε να αυτοσχεδιάζουμε live, ώστε να είναι συναρπαστικά, φτάσαμε να παίζουμε με τετραμελή μπάντα σε περιοδεία, χωρίς να έχουμε κάνει ούτε μία πρόβα πριν και το αποτέλεσμα ήταν τέλειο!

 

Πλέον, προετοιμάζω το σετ στο σπίτι όσο μπορώ, είναι πολύ τρομακτικό να παίζεις μόνος σου εκεί πάνω, αλλά και πάλι δεν έχω ιδέα τι θα κάνω, όταν βρεθώ στο κλαμπ, ή στον χώρο, είναι δύσκολο να διατηρήσεις μια προαποφασισμένη επιλογή.

 

Θα προτιμούσα να παίζω σε γκαλερί απ' ό,τι σε κλαμπ, το αποτέλεσμα θα ήταν καλύτερο.

 

— Πάντα ήμουν μεγάλη θαυμάστρια της δουλειάς σου, αλλά ομολογώ πως ακούγοντας το «Lost Tapes» έπαθα αποκάλυψη, λες και σε ανακάλυπτα ξανά από την αρχή. Ένιωσα αυτό το συναίσθημα του εντυπωσιασμού που νιώθεις , όταν έρχεσαι σε επαφή με τόσο ταλέντο. Πώς ήταν η διαδικασία για σένα σε συναισθηματικό επίπεδο;

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τα υπέροχα λόγια, τα εκτιμώ αφάνταστα.

 

Η διαδικασία ήταν δύσκολη και ευχάριστη, συνάμα. Ξέθαψα DAT, σκληρούς δίσκους, κασέτες για να βρω τη δουλειά, σε κάποιες περιπτώσεις δεν κατάφερα καν να βρω τα masters και πού τα είχα θάψει.

 

Βρήκα εναλλακτικές εκδοχές των κομματιών που είχα παραβλέψει, επειδή ήταν πολύ εμπορικές, ή πολύ μεγάλες σε διάρκεια (τελικά δεν ήταν καθόλου).

 

Μερικές φορές σκέφτομαι πως τον μπερδέψαμε πολύ τον ακροατή μας, αλλά και εμάς τους ίδιους, όμως ο πειραματισμός είναι ο στόχος της μουσικής. Πού θα ήμασταν σήμερα, αν δεν είχαν βγάλει οι Beatles το «Sgt. Pepper's»;

 

Εξακολουθώ να απολαμβάνω την πρόκληση, όμως μιλάω με πολλούς καλλιτέχνες που τη χρησιμοποιούν ως άλλο ένα εργαλείο για μάρκετινγκ, το οποίο βρίσκω θλιβερό.

 

Εξακολουθώ να είμαι φιλόδοξος, αν και κάποιες φορές σκέφτομαι πως μπορεί να είναι ανόητο στην ηλικία μου. Η αυτοαναίρεση υπάρχει πάντα μέσα μου.

 

Το εξαιρετικό εξώφυλλο του "Lost Tapes" που είναι μια αναδρομική συλλογή που δε βασίζεται στην τυπική συνταγή των best of, αλλά στη ιδιαίτερη των best of the rest.
Το εξαιρετικό εξώφυλλο του "Lost Tapes" που είναι μια αναδρομική συλλογή που δε βασίζεται στην τυπική συνταγή των best of, αλλά στη ιδιαίτερη των best of the rest.

 

— Πώς κατέληξες στα κομμάτια που θα συμπεριλάμβανες στη συλλογή; Πώς διάλεξες αυτό το εξαιρετικό εξώφυλλο και γιατί επέλεξες το «Sunshine» ως αυτό που θα έδινε τον στίγμα για το μέλλον της δουλειάς σου;

Ναι, το εξώφυλλο είναι εξαιρετικό, το διάλεξα από ένα βιβλίο της δεκαετίας του '50 με φωτογραφίες του αγγλικού Lake District.

 

Το γραφιστικό κομμάτι υποτίθεται πως θυμίζει το περιτύλιγμα με το οποίο έφτανε κάτι στα χέρια σου, όταν το παράγγελνες από την Ιαπωνία. Μετανιώνω πολύ που δεν τυπώσαμε CD γι' αυτή την κυκλοφορία, αλλά ποτέ δεν είναι αργά.

 

Πάντα μας άρεσε η ύπαιθρος και οι δραστηριότητες, όπως η πεζοπορία, κοινώς πιο μακριά από τα σκοτεινά υπόγεια που βαράνε techno δεν γίνεται. Μου αρέσουν κι αυτά τα υπόγεια, όμως πάντα η ζωή μας κινούνταν έξω απ' όλα αυτά, ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η μουσική μας είναι διαφορετική.

 

Το «Sunshine» είναι ένα τραγούδι που κάναμε με τον Richard Davis το 2012 και που δε βγήκε ποτέ. Μου φάνηκε ιδανική η στιγμή της κυκλοφορίας του, ένα κομμάτι με δυστοπικούς στίχους που ταιριάζουν απόλυτα στον σημερινό κόσμο που ζούμε.

 

Βάσισα την επιλογή των κομματιών σε αυτά που μου άρεσε η ηχητική τους ταυτότητα και ποιότητα περισσότερο από όλα τα υπόλοιπα, δεν βασίστηκα στα b-sides και στις εκδοχές που κυκλοφόρησαν μόνο σε βινύλιο το 1998.

 

Αυτό το κεφάλαιο έχει κλείσει, ετοιμάζω καινούριο υλικό μέσα στη χρονιά και δεν έχω σκοπό να κάνω πισωγυρίσματα.

 

— Τι μπορούμε να περιμένουμε από έναν καλλιτέχνη που δεν έχει κάτι να αποδείξει στο κοινό και που τα έχει κάνει όλα;

Πολύ συχνά αναρωτιέμαι αν όντως τα έκανα όλα, τελικά. Αν ήμουν αρκετά καλός.

 

Συγχρόνως, το νέο άλμπουμ είναι έτοιμο, έχω βρει μια πολύ καλή εταιρεία που θα το κυκλοφορήσει, δεν έχω υπογράψει ακόμη τα συμβόλαια κι έτσι δεν μπορώ να αναφέρω ονόματα.

 

Θεωρώ πως το υλικό είναι πολύ καλό, αλλά αυτό είναι κάτι που περιμένεις να ακούσεις από εμένα.

 

Φυσικά, είμαι γεμάτος αμφιβολία για το αν ακόμα έχω μια θέση στα πράγματα, αν το υλικό είναι συναφές και σύγχρονο, μήπως έχω χάσει την επαφή μου με τη μουσική πραγματικότητα. Ίσως να πρέπει απλά να κάνω αυτό που ξέρω, χωρίς την αμφιβολία.

 

Έχω προγραμματίσει κάποιες εμφανίσεις και μια ζωντανή ηχογράφηση στο στούντιο, ώστε να αποτυπώσω την αίσθηση αυτής της κυκλοφορίας σε ιδανικές συνθήκες, αφού είναι πολύ δύσκολο να πετύχεις ποιοτική ηχογράφηση σε ένα κλαμπ.

 

— Τι θυμάσαι από την Ελλάδα;

Πόσο τέλεια πέρασα στο Sync Festival το 2007. Έμεινα στο ξενοδοχείο για τρεις μέρες, αφού δεν υπήρχαν πτήσεις για να φύγω και απολάμβανα το μπαρ με τους Funk D'Void, Akufen, Pierre Bucci και Alex Smoke.

 

Εγώ, ο Alex και ο Funk D'Void είμαστε από τη Γλασκώβη και παίξαμε όλοι στην ίδια σκηνή, το ίδιο βράδυ, το οποίο ήταν σούπερ, αφού δεν ήταν προγραμματισμένο κι όμως έγινε «η παρέα από την Γλασκώβη στην Αθήνα».

 

Επίσης, όταν ήμουν 12 ετών έκανα διακοπές με τους δικούς μου στην Κέρκυρα. Ήταν μια πολύ περίεργη εμπειρία, όχι λόγω του ξενοδοχείου, αλλά λόγω των πολλών εκκεντρικών ανθρώπων που έμεναν εκεί.

 

Θυμάμαι ακόμη και σήμερα πολύ καλά έναν αλκοολικό τραγουδιστή όπερας! (γελάει)

 

— Σε ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη και όλα αυτά που μοιράστηκες μαζί μας.

Εγώ σε ευχαριστώ πολύ για τις υπέροχες ερωτήσεις που μου έδωσαν την ευκαιρία να μιλήσω έτσι για τη μουσική μετά από πολλά χρόνια.

 

Info:

Η συλλογή Swayzak - «Lost Tapes» κυκλοφορεί από την 240 Volts και μπορείτε να την ακούσετε εδώ:
https://open.spotify.com/album/4mULfw2diVwEXqaxgVaCWX
https://open.spotify.com/album/1SU1kRLfT9wwSDvU3s4OWS