«Το Hope είναι ένα concept άλμπουμ που συνδυάζει ήχο, εικόνα και λογοτεχνία σε μια μοναδική αφηγηματική εμπειρία. Σας συμβουλεύουμε να βιώσετε το άλμπουμ ως ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης έτσι ώστε να κατανοήσετε πλήρως την εξέλιξη της ιστορίας. Τέλος, θα θέλαμε να σημειώσουμε πως ο καλύτερος τρόπος για να απολαύσει κανείς ένα concept άλμπουμ σαν κι αυτό είναι δίνοντάς του την ερμηνεία που επιθυμεί. Το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ».

 

Αυτό το εισαγωγικό σημείωμα συναντάει κανείς στην πρώτη σελίδα του περιποιημένου μικρού βιβλίου που συνοδεύει το ντεμπούτο άλμπουμ των Omega Project 3 ή Op3, με τίτλο "Hope".

 

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα πρωτότυπο, για τα εγχώρια δεδομένα τουλάχιστον, οπτικοακουστικό πρότζεκτ, στο οποίο το πιανιστικό, ηλεκτρονικό/ambient περιεχόμενο με τα ντόπια μουσικά στοιχεία ντύνει ηχητικά την εικονογραφημένη περιπέτεια της Melanie, μιας κοπέλας που ξυπνάει μόνη στο δωμάτιο μιας φουτουριστικής πόλης και ψάχνει τους λόγους που βρέθηκε εκεί αλλά και διέξοδο από αυτό τον φανταστικό κόσμο.

 

Φτιάχνουμε μουσική ως Op3 για να καταπολεμήσουμε τη δική μας μοναξιά αλλά και των άλλων. Είναι λυπηρό να νιώθουμε πιο μόνοι από ποτέ μια εποχή που είμαστε όλοι συνδεδεμένοι.

 

«Είχα από καιρό την ιδέα γι' αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα» μου εξηγεί με ήρεμη και καθαρή φωνή ο συντονιστής και ιθύνων νους του γκρουπ Δημήτρης Μητρόπαπας.

 

«Πήρα στοιχεία από τον θεατρικό χώρο κι έγραψα αυτή την ιστορία, την οποία προσπαθήσαμε να συνδυάσουμε με την κατάλληλη μουσική. Το πλήρες όραμά μας γι' αυτή την ιδέα αποτυπώθηκε στις ζωντανές παρουσιάσεις του άλμπουμ.

 

Δίνουμε θεατρικές διαστάσεις στο άλμπουμ, το κάνουμε να μοιάζει με μια παράσταση. Έχουμε ηθοποιούς, visuals και φουλ μπάντα. Με το τελευταίο μας live στη Θεσσαλονίκη έκλεισε αυτός ο κύκλος».

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Οι Op3 γεννήθηκαν όταν ο Δημήτρης επέστρεψε από τη Σουηδία και τις σπουδές του στα ντραμς στο πατρικό του σπίτι, σε ένα χωριό ανάμεσα στο Ναύπλιο και στο Άργος.

 

Επηρεασμένος από τις progressive rock καταβολές του και τις επιρροές από τη σύγχρονη κλασική μουσική, άρχισε να γράφει μόνος τραγούδια σε ένα μικρό υπόγειο του χωριού του, όταν κάποια στιγμή φώναξε για βοήθεια τον φίλο του πιανίστα Ανδρέα Μπόγα.

 

Ανάμεσα σε προχειροδουλειές, ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου και διδασκαλία σε τοπικά ωδεία, έβρισκαν τον χρόνο να αναπτύξουν χωρίς πίεση τις συνθέσεις τους και να δημιουργήσουν το «Hope». Τελικά, έστειλαν το ολοκληρωμένο υλικό στον Αλέξανδρο Λυκοστράτη για την παραγωγή και μετά από πολλά «άκυρα» από εγχώριες και ξένες δισκογραφικές, κατάφεραν να κλείσουν το ευνοϊκότερο δυνατό συμβόλαιο με τη γερμανο-αμερικανική Fluttery Records.

 

 

Op3 - Hope

 

«Το ντεμπούτο ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. Έγραψαν πολλά άτομα πολύ καλά λόγια για το άλμπουμ, και όχι μόνο από Ελλάδα, κάτι που μας ξάφνιασε. Πιστεύω πως "μίλησε" στον κόσμο γιατί ήταν αληθινό. Διοχέτευσα σε αυτό φανερές και κρυφές εμπειρίες μου και προσπάθησα να αποβάλω όλες μου τις φοβίες. Ήταν μια καθαρτήρια εμπειρία που δεν είχα ξαναζήσει μέχρι τότε» μου εξομολογείται ο Δημήτρης.

 

Σκοτάδι και φως. Φόβος κι ελπίδα. Μνήμη και λήθη. Αποξένωση και επικοινωνία. Αυτές είναι οι διαχρονικά επίκαιρες θεματικές που κρύβονται πίσω από τους συμβολισμούς της μουσικής των Op3 και γι' αυτές ακριβώς ήθελα να συζητήσουμε.

 

Στο καφέ που καθίσαμε το σκηνικό ήταν ιδανικό γι' αυτή την περίσταση: επικρατούσε μια ηρεμία χωριού και οι μοναδικοί ήχοι που αποσπούσαν την προσοχή μας ήταν μερικά τραγούδια του Nick Cave και των Portishead, όπως και το μίξερ από το μπαρ, το οποίο κάθε φορά που η συνομιλία έπαιρνε μια ασυνήθιστα αισιόδοξη τροπή μάς διέκοπτε με τον εκκωφαντικό του θόρυβο. «Το σύμπαν μας μιλάει!» φώναξε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ο Δημήτρης.

 

«Το βασικό στοιχείο που θέλουμε να μοιραστούμε μέσω της μουσικής μας είναι η ελπίδα. Η ενασχόληση με τη μουσική μάς έφερε σε επαφή με ανθρώπους που δεν θα γνωρίζαμε ποτέ διαφορετικά και μας χάρισε εμπειρίες που δεν θα είχαμε ζήσει με άλλον τρόπο.


Το γνωρίζω ότι δημιουργήσαμε ένα άλμπουμ ενάντια στους τρελούς ρυθμούς της εποχής, αλλά το φτιάξαμε με την ελπίδα ότι θα φτάσει στ' αυτιά των υπομονετικών και ότι θα τους αγγίξει.


Είμαστε η γενιά του skip: αν κάτι δεν μας αρέσει στα 5 πρώτα δευτερόλεπτα, το διώχνουμε κατευθείαν για το επόμενο, μετά κάνουμε το ίδιο κ.ο.κ. Δεν υπάρχει η υπομονή που απαιτείται για να αφήσουμε την τέχνη να επιδράσει πάνω μας» επισημαίνει ο Δημήτρης.

 

Το ντεμπούτο ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. Έγραψαν πολλά άτομα πολύ καλά λόγια για το άλμπουμ, και όχι μόνο από Ελλάδα, κάτι που μας ξάφνιασε. Πιστεύω πως «μίλησε» στον κόσμο γιατί ήταν αληθινό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το ντεμπούτο ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. Έγραψαν πολλά άτομα πολύ καλά λόγια για το άλμπουμ, και όχι μόνο από Ελλάδα, κάτι που μας ξάφνιασε. Πιστεύω πως «μίλησε» στον κόσμο γιατί ήταν αληθινό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Ο Ανδρέας προσθέτει: «Για να βγάλει νόημα ένα βιβλίο, πρέπει να το διαβάσεις όλο. Δεν μπορείς να προσπεράσεις σελίδες και να φτάσεις κατευθείαν στην τελευταία. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει στην εποχή μας. Πετάμε όλο το ζουμί και πάμε κατευθείαν στο διά ταύτα.


Αρχίζει κάποιος ένα μουσικό όργανο και θέλει μέσα σε μία εβδομάδα να παίζει σαν τον αγαπημένο του μουσικό. Είτε πρόκειται για μουσική, είτε για φαγητό, είτε για ανθρώπινες σχέσεις, έχουμε συνηθίσει στο έτοιμο και στο εύκολο».

 

Διακρίνοντας τον ρομαντισμό μιας διαφορετικής πραγματικότητας στο βάθος των σκέψεών τους, τους ρωτάω για την επίδραση των social media στη μουσική, στον προσωπικό χρόνο, στην ίδια τη ζωή.

 

«Με νευριάζει πολύ αυτό που λένε πολλοί, ότι δεν υπάρχει καλή μουσική στις μέρες μας. Δεν υπάρχει καλή μουσική με ποια έννοια; Ακούγοντας την πρώτη βλακεία που θα σου προτείνει η τηλεόραση, το κινητό και το Facebook; Ή ψάχνοντας λίγο παραπάνω, επενδύοντας 10 λεπτά σε κάτι που αξίζει;

 

Υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός του χρόνου, που έχει φτάσει σε άλλα επίπεδα. Τα 10 λεπτά πλέον θεωρούνται πολυτέλεια. Αλλά όταν κάτι σου δίνει πολύ περισσότερα από απλή διασκέδαση, ίσως αξίζει τελικά να του αφιερώσεις λίγο χρόνο παραπάνω έτσι ώστε να σου μιλήσει» εξηγεί ο Δημήτρης, με τον Ανδρέα να συμπληρώνει, θέλοντας να δώσει μια οπτιμιστική χροιά στην όλη συζήτηση:

 

«Τα τεχνολογικά μέσα μάς έχουν κάνει λιγότερο υπομονετικούς απέναντι σε νέα ερεθίσματα. Ωστόσο θεωρώ πως ο κόσμος διψάει να ακούσει μουσική. Θα ήταν πολύ χειρότερο να βρίσκαμε τον κόσμο σε μια φάση απραγίας. Είναι ιδανικοί οι καιροί για να δημιουργήσουμε τέχνη».

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Θέλοντας να δώσω πιο ρεαλιστικές διαστάσεις στην κουβέντα μας, τους ρωτάω για τη θέση τους στην εγχώρια μουσική πραγματικότητα και αν αυτό που παίζουν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικά μεγαλόπνοο και πειραματικό για την πλειονότητα του κοινού.


«Από τότε που ξεκινήσαμε το πρότζεκτ, τα πράγματα έχουν εξελιχθεί πολύ» μου εξηγεί ο Ανδρέας. «Ονόματα που τότε θεωρούσαμε ψαγμένα, τα βλέπουμε να έρχονται για συναυλίες στη χώρας μας και μουσική που κάποτε άκουγε ελάχιστος κόσμος σήμερα αρχίζει να γίνεται μόδα.

 

Μπορεί να κολλήσαμε με το stoner και στο DNA μας να είναι σφηνωμένο το ρεμπέτικο, αλλά το πράγμα αλλάζει. Φουντώνει μια νέα φουρνιά ονομάτων που συνδυάζουν τη γηγενή μουσική παράδοση με τη δυτική μουσική. Κάτι τέτοιο προσπαθούμε κι εμείς, όχι ως λαογραφικό χρέος απέναντι στην πατρίδα μας αλλά γιατί μας εκφράζει».

 

Λίγο πριν από το τέλος, με τα παιδιά να έχουν χαλαρώσει πλήρως και να χάνονται στον ειρμό των σκέψεών τους, αναρωτιέμαι πώς είναι να γράφεις μουσική από την απόσταση της επαρχίας.


«Είχαμε την ευκαιρία να φύγουμε για το Μάντσεστερ πριν από κάποια χρόνια, αλλά αποφάσισα να μείνουμε εδώ για πολλούς λόγους. Για την πνευματική μουσική που γράφουμε, η ηρεμία του χωριού είναι ανεκτίμητη και πολύτιμη. Προτιμήσαμε να μπούμε στη θέση των παρατηρητών που χαζεύουν τον χαμό των μεγαλουπόλεων από απόσταση».

 

«Και τις τάσεις φυγής πώς τις καταπολεμάς, Δημήτρη;»

 

Μετά από βαθύ αναστεναγμό, μου εξομολογήθηκε πως δεν θέλει να φεύγει κυνηγημένος για κάπου, αλλά πάντα με τους δικούς του όρους. Δεν θέλει απλώς να πάνε κάπου για να τα βγάλουν πέρα αλλά για να ζήσουν τα πάντα στο έπακρον.

 

Αφού μου εξήγησαν κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες για το πρότζεκτ τους, μου μίλησαν για τον ανούσιο ανταγωνισμό των κλειστών κοινωνιών και μου τόνισαν τη φιλία τους με τον μουσικό Theodore, ήμουν έτοιμος να κλείσω το κασετοφωνάκι, όταν ο Δημήτρης ένιωσε πως ήθελε να πει κάτι ακόμα.

 

«Φτιάχνουμε μουσική ως Op3 για να καταπολεμήσουμε τη δική μας μοναξιά αλλά και των άλλων. Είναι λυπηρό να νιώθουμε πιο μόνοι από ποτέ μια εποχή που είμαστε όλοι συνδεδεμένοι. Είναι επαναστατικό να θες μέσα από την τέχνη σου να σταματήσεις τη μοναξιά γύρω σου. Όσο παραμυθένιο και αν ακούγεται αυτό, το να μπορείς να μαζέψεις 200 άτομα μέσα σε ένα θέατρο και για μιάμιση ώρα να μην αισθάνεται κανείς μόνος είναι για μας ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα».

 

Η ενασχόληση με τη μουσική μάς έφερε σε επαφή με ανθρώπους που δεν θα γνωρίζαμε ποτέ διαφορετικά και μας χάρισε εμπειρίες που δεν θα είχαμε ζήσει με άλλον τρόπο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η ενασχόληση με τη μουσική μάς έφερε σε επαφή με ανθρώπους που δεν θα γνωρίζαμε ποτέ διαφορετικά και μας χάρισε εμπειρίες που δεν θα είχαμε ζήσει με άλλον τρόπο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Info

Οι Op3 έχουν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους «Hope» και το EP «AWSS» από τη δισκογραφική Fluttery. Στα τέλη Φεβρουαρίου θα κυκλοφορήσει το δεύτερο EP τους «Lumina», ενώ αυτή την περίοδο ετοιμάζουν και τον δεύτερο δίσκο τους με τίτλο «Smirne».

 

Εδώ ακούτε ολόκληρο το «Hope», εδώ βρίσκετε το διαδικτυακό κατάστημα του γκρουπ και αυτή είναι η επίσημη σελίδα τους στο Facebook.