Είναι δεκάδες τα τζαζ live που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα μας τα τελευταία 60 χρόνια – για να μην πούμε εκατοντάδες, που είναι το πιο σωστό, λογαριάζοντας ό,τι εξελίχθηκε σε ανοικτούς και κλειστούς χώρους. Εδώ θα αναφερθούμε σε δέκα απ’ αυτά. Ορισμένα είναι κάπως ξεχασμένα, όμως άλλα διατηρούν ακόμη τη σημασία τους.

 

1.

DIZZY GILLESPIE

Αθήνα, Θέατρον Κοτοπούλη, 12-21 Μαΐου 1956

 

 

Όταν ήρθε ο θρύλος τρομπετίστας της τζαζ Dizzy Gillespie (1917-1993) στην Ελλάδα, τον Μάιο του ’56, στην Αθήνα επικρατούσε πανικός σε σχέση με το Κυπριακό. Οι Εγγλέζοι, δύο μέρες πριν από την εμφάνιση του Αφροαμερικανού μουσικού στο Θέατρο Κοτοπούλη, είχαν απαγχονίσει, στην Κύπρο, τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ Καραολή και Δημητρίου και η Αθήνα «καιγόταν» από τις διαδηλώσεις (υπήρχαν τρεις τουλάχιστον νεκροί διαδηλωτές και πάνω από 200 τραυματίες, απλός κόσμος και αστυφύλακες).

 

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό μια συναυλία τζαζ θα μπορούσε να φαντάζει κάπως σαν «πολυτέλεια» ή εκτός τόπου και χρόνου. Παρά ταύτα το πρόγραμμα τηρήθηκε και φοιτητές –κάποιοι από τους οποίους θα συμμετείχαν και στις διαδηλώσεις υποθέτω– βρέθηκαν να παρακολουθούν τον καινοτόμο του bebop στην ειδική φοιτητική (και δωρεάν) παράσταση τής 14ης Μαΐου.

 

Υπάρχουν μερικές μαρτυρίες από εκείνες τις συναυλίες. Να δύο:

 

Ο Μίμης Πλέσσας στο «Jazz & Τζαζ» [#148-149, Ιούλιος-Αύγουστος 2005]:

«Κάποια στιγμή, το 1956, με ειδοποιούν ότι ο Dizzy Gillespie έχει έρθει εδώ με την ορχήστρα του –στο πλαίσιο μιας μεγάλης περιοδείας στη Μέση Ανατολή– και ψάχνει τον D. (D ήταν ο Dimitri), γιατί θέλει να του γράψουν να παίξει και κάτι ελληνικό. Εγώ του γράφω το Ένα καράβι από τη Χιό, με ένα τρόπο όμως τζαζίστικο και κάποια στιγμή βάζω και ένα 7/8 στην αρχή του μέτρου και γράφω Dizzy’s solo ad lib! Πάει να το παίξει… τίποτα! Κάτι του λείπει! “Όχι” του λέω “αυτό δεν είναι μπίμποπ, είναι δικό μας και είναι πάρα πολύ απλό, θυμήσου πώς έπαιξε ο Gene Krupa στο σόλο του στο When the angels sing”. Εκεί σ’ αυτό το κομμάτι του Benny Goodman, ο Ευγένιος Κρουπίδης είχε παίξει ένα… καλαματιανό! Μόλις του το είπα αυτό ο Dizzy λύθηκε και έπαιξε ένα εκπληκτικό σόλο! Και, σαν κάτι να μου χρωστούσε, μας έβαλε κάτω –και λέω «μας», γιατί τέταρτη τρομπέτα στην ορχήστρα του έπαιζε ο Quincy Jones!– και μας έδειξε πώς να γράφουμε τα πνευστά, για ν’ ακούγονται “μαύρικα”. Κι αυτό, κυριολεκτικά, με έσωσε στην μετέπειτα καριέρα μου στον κινηματογράφο…».

 

Και ο Τάκης Πασβάντης, τρομπετίστας του Μανώλη Χιώτη, επίσης στο «Jazz & Τζαζ» [#230, Μάιος 2012]:

«Όταν πάλι είχε έρθει ο Ντίζυ Γκιλέσπι, σε όλες τις συναυλίες που είχε κάνει ήμουνα στα παρασκήνια. Ν’ ακούσω. Ο Γκιλέσπι εκτός από την ταχύτητα που είχε, είχε τρομερή ευχέρεια να ανεβοκατεβαίνει. Έπαιζε ψηλά πολύ και κατέβαινε. Ήτανε τόσο γρήγορος και τόσο ταχύς που δεν προλάβαινα να τον παρακολουθήσω. Ενώ έχω ντικέ καλή, δεν προλάβαινα…».

 

Κι αυτό: Το LP "Dizzy in Greece" με το κιτς εξώφυλλο (ο Dizzy με μαύρο γυαλί ως εύζωνας), που κυκλοφόρησε από τη Verve το 1957, δεν έχει σχέση με το live στο Θέατρο Κοτοπούλη (είναι ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη). Θα λέγαμε πως, περισσότερο, πιάνει τον απόηχό του.

 

2.

LOUIS ARMSTRONG

Αθήνα, Αίθουσα Ορφεύς, 3 Απριλίου 1959

 

 

Ο μεγάλος «πρεσβευτής της τζαζ» Louis Armstrong (1901-1971) είχε παίξει στην Αθήνα, στο θέατρο Ορφέας, την Παρασκευή 3 Απριλίου 1959, σε συναυλία που είχε οργανώσει η Ελληνοαμερικανική Ένωση (τον είχε φέρει ο Θεόδωρος Κρίτας). Ήταν στο πλαίσιο της τότε ευρωπαϊκής περιοδείας του. Τον συνόδευαν η τραγουδίστρια Velma Middleton και ακόμη οι Trummy Young τρομπόνι, τραγούδι, Billy Kyle πιάνο, Peanuts Hucko κλαρίνο, Danny Barcelona ντραμς και Mort Herbert κοντραμπάσο.

 

Όπως είχαν γράψει και οι εφημερίδες της εποχής:

 

«Με νεώτερό του τηλεγράφημα προς την Ελληνο-αμερικανική Ένωσι, ο διάσημος τρομπετίστας Λουί Άρμστρονγκ ειδοποίησε ότι θα φθάσει εις το αεροδρόμιον του Ελληνικού την 6:30 μ.μ. σήμερον. Ο “βασιλιάς της τζαζ”, που θα εμφανισθή μαζί με το περίφημο συγκρότημά του σήμερον, την 8:30 μ.μ. εις τον Ορφέα και εν συνεχεία θα παίξη εις τον πρώτον μεγάλον ετήσιον χορόν της Ελληνο-αμερικανικής Ενώσεως, έρχεται από το Βελιγράδι».

[«Ελευθερία» τής 3/4/1959]

 

Και ο Σταμάτης Φιλιππούλης στο «Εμπρός» της 4/4/1959:

«Τρεις χιλιάδες δολάρια πήρε ο… σακουλόστομος για την χθεσινή του εμφάνιση στον Ορφέα και στον χορό της Ελληνο-αμερικανικής Ενώσεως στην Μ. Βρεταννία, του οποίου οι εισπράξεις θα διατεθούν για υποτροφίες».

 

Στο πρόγραμμα του Louis Armstrong ακούστηκαν πολλά κλασικά tracks όπως τα "Ain’t misbehavin’", "Rockin’ chair", "St. James infirmary blues", "Go down Moses", "Rock my soul", "Sometimes I feel like a motherless child" κ.ά.

 

3.

RED NICHOLS AND HIS FIVE PENNIES

Αθήνα, Θέατρον Κεντρικόν, 4 Ιανουαρίου 1960

Ο Louis Armstrong στην Αθήνα τον Απρίλιο του ’59 μαζί με τον καλλιτεχνικό συντάκτη της εφημερίδας «Τα Νέα» Γιώργο Πηλιχό.
Ο Louis Armstrong στην Αθήνα τον Απρίλιο του ’59 μαζί με τον καλλιτεχνικό συντάκτη της εφημερίδας «Τα Νέα» Γιώργο Πηλιχό.

 

Διαβάζουμε από το πρόγραμμα της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης για την παρουσία του διάσημου κορνετίστα Red Nichols (1905-1965) στην Αθήνα:

 

«Η σημερινή παρουσίασις των Red Nichols and His Five Pennies προ του Αθηναϊκού κοινού αποτελεί ένα σημαντικό καλλιτεχνικό γεγονός, με το οποίον η Ελληνο-αμερικανική Ένωσις εγκαινιάζει το πλούσιο πρόγραμμα των καλλιτεχνικών εκδηλώσεών της κατά το 1960.(…)

 

Ο Ρεντ Νίκολς είναι μία από τις πιο γνωστές μουσικές μορφές της Αμερικής στον τομέα της τζαζ. Στα 40 χρόνια της μουσικής σταδιοδρομίας του, πρώτο βήμα της οποίας ήταν η εμφάνισίς του, σε ηλικία μόλις 5 ετών, στις 4 Ιουνίου 1910, οπότε έπαιξε σόλο κορνέττα για πρώτη φορά δημοσία, τα μουσικά συγκροτήματά του υπήρξαν τα φυτώρια από τα οποία εξεπορεύθησαν προς την μουσική δόξα μερικά παγκόσμια πια γνωστά ονόματα Αμερικανών καλλιτεχνών της τζαζ, όπως ο Γκλεν Μίλλερ, ο Χάρρυ Τζέημς, οι Τζίμη και Τόμμι Ντόρσεϋ, ο Τζόε Βενούτι, οι Τσάρλι και Τζακ Τιγκάρντεν, ο Μπέννι Γκούντμαν, ο Τζην Κρούπα και ο Άρτι Σω.(…)

 

Η ζωή του Ρεντ Νίκολς και τα μουσικά του επιτεύγματα έδωσαν το υλικό για το σενάριο μιας από τις καλλίτερες μουσικές ταινίες. “Οι Πέντε Δεκάρες”, με πρωταγωνιστή τον Ντάνυ Καίη στο ρόλο του Ρεντ Νίκολς και τον Λούι Άρμστρονγκ, είναι η ταινία με την μεγάλη επιτυχία, η οποία ήδη παίζεται αυτήν την εβδομάδα εις τρεις κεντρικούς Αθηναϊκούς Κινηματογράφους. Ο Ρεντ Νίκολς ντουμπλάρει τον Ντάνυ Καίη, όπου αυτός εμφανίζεται να παίζει κορνέττα».

 

Στην Αθήνα o Red Nichols θα εμφανιζόταν με τους Five Pennies, τους οποίους αποτελούσαν οι Pete Beilmann τρομπόνι, John Rushton σαξόφωνα, Bill Wood κλαρινέτο, Al Sutton πιάνο και Rollie Culver ντραμς.

 

4.

FRANK SINATRA

Αθήνα, Ωδείο Ηρώδου Αττικού, 18-19 Μαΐου 1962

 

 

Το μεγάλο συναυλιακό καλλιτεχνικό γεγονός του 1962 ήταν οι εμφανίσεις του Frank Sinatra (1915-1998) στο Ηρώδειο (φυσικά ο Κρίτας ήταν πάλι πίσω από τα live). Ο ερχομός του θρυλικού τραγουδιστή της τζαζ καλύφθηκε εκτενώς από τον Τύπο της εποχής. Ας δούμε μερικά δημοσιεύματα:

 

«Στις 30 Απριλίου φθάνει στην Αθήνα ο Φρανκ Σινάτρα και οι 18 συνοδοί του, που προέρχονται από το Χονγκ Κονγκ. Όπως είναι γνωστόν ο Σινάτρα και η συνοδεία του πραγματοποιούν αυτήν την εποχή περιοδεία σ’ ολόκληρο τον κόσμο δίνοντας συναυλίες τις εισπράξεις των οποίων διαθέτουν για τα παιδιά. Οι ίδιοι άλλωστε χαρακτηρίζουν αυτή την περιοδεία "Ταξίδι της αγάπης για το αδύνατο παιδί".

 

Στην Αθήνα ο Φρανκ Σινάτρα θα επισκεφθή τα ιδρύματα για τα οποία θα δώση τις παραστάσεις.(…)

 

Στις 18 και 19 Μαΐου στο Ωδείον Ηρώδου Αττικού θα δοθούν οι δύο παραστάσεις, στις οποίες θα τραγουδήσει ο διάσημος τραγουδιστής. Στο πρώτο μέρος των παραστάσεων θα εμφανισθούν Έλληνες καλλιτέχνες, ενώ οι ξένοι θα καλύψουν το δεύτερο. Οι εισπράξεις των παραστάσεων θα διατεθούν της μεν πρώτης για το Νοσοκομείο των Παίδων “Αγία Σοφία” και της δεύτερης για τους Παιδικούς Σταθμούς του Δήμου Αθηναίων».

[«Ελευθερία» τής 18/4/1962]

 

Ο Frank Sinatra στην Αθήνα
Ο Frank Sinatra στην Αθήνα

 

«Σπάνια “πρεσβευτής καλής θελήσεως”, όπως θεωρεί τον εαυτό του ο Φρανκ Σινάτρα, έχει κατορθώσει να είναι λιγώτερο συμπαθής εκ του σύνεγγυς. Στην πρες κόνφερανς, που έδωσε χθες το μεσημέρι στο ξενοδοχείον “Βασιλέων Μέλαθρον”, ο Αμερικανός τραγουδιστής εμφανίστηκε με ύφος ελάχιστα φιλικό. Στις περισσότερες ερωτήσεις που του έθεσαν απέφυγε ν’ απαντήση, αλλά και σε όσες απήντησε μασούσε τα λόγια του, έτσι που θύμισε τον Πήτερ Λώρε. Μόνον προκειμένου να μιλήσει για τον κ. Κέννεντυ καθάρισε τη φωνή του, άναψε τσιγάρο και είπε:

 

“Τον Πρόεδρο Κέννεντυ τον γνώρισα το 1956 και από τότε γίναμε φίλοι. Έχω τη γνώμη ότι είναι ένας πολύ καλός διπλωμάτης”.

 

Την περιοδεία αυτή “για το παιδί” ο κ. Σινάτρα την κάνει γιατί όπως λέει ο ίδιος: “Απέκτησα αρκετή φήμη και πλούτο και θέλω να δώσω λίγα απ’ αυτά”.

 

Ενώ τα φλας των φωτορεπόρτερ βομβαρδίζουν συνέχεια τον Φρανκ Σινάτρα αυτός προβαίνει σε πολιτικές δηλώσεις: “Βεβαίως πρέπει να παύσουν οι πυρηνικές δοκιμές και νομίζω ότι για να επιτευχθή αυτό αρκεί μόνον να ενημερωθούν οι λαοί του Ανατολικού Συνασπισμού[sic] για τα αποτελέσματα των δοκιμών. Εμείς ο ‘ελεύθερος κόσμος’ τα γνωρίζουμε, αν τα μάθουν και οι άλλοι είμαι βέβαιος ότι θα σταματήσουν”.

 

Για την ελληνική μουσική ο πρωταγωνιστής της ταινίας "Ο Άνθρωπος με το Χρυσό Χέρι" δήλωσε τέλος ότι σαν τραγουδιστή τον ενδιαφέρει η μουσική όλων των χωρών και κατά συνέπειαν και η Ελληνική.

 

Αμέσως μετά την πρες κόνφερνας ο κ. Σινάτρα ανεχώρησε για το Ισραήλ απ’ όπου θα επανέλθη στις 17 Μαΐου, για να εμφανισθή στις 18 και 19 του ιδίου μηνός στο Ωδείον Ηρώδου Αττικού».

[Σ.Φ. «Ελευθερία» τής 3/5/1962]

 

Ποια είναι η κυρία που τραγουδάει για τον Frank Sinatra;
Ποια είναι η κυρία που τραγουδάει για τον Frank Sinatra;

 

Και ο Θεόδωρος Κρίτας στην εφημερίδα «Το Βήμα» τής 17/5/1998:

 

«Το ρωμαϊκό ωδείο ήταν κυριολεκτικά κατάμεστο και τις δύο βραδιές. Στην πρώτη συναυλία ήρθε να τον χειροκροτήσει ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο με τον βασιλέα και τη βασίλισσα στην πρώτη σειρά.

 

Στο μέσον της συναυλίας ξαφνικά σταματάει να τραγουδάει, προφανώς προσχεδιασμένα, ζητάει συγγνώμη από το κοινό και απευθυνόμενος προς την “κουίντα” παρακαλεί να του φέρουν ένα φλιτζάνι τσάι. Παίρνει ο Σινάτρα το φλιτζάνι και με τη μεγαλύτερη... αναίδεια γυρίζει το κουτάλι για να διαλύσει τάχατες τη ζάχαρη, ενώ επιθεωρεί με το βλέμμα του τις καμάρες του Ηρωδείου. Και εκείνη τη στιγμή, ατάκα, το αστείο του: “Τόσα χρήματα πήρατε από το Σχέδιο Μάρσαλ και αφήσατε το θέατρο σ' αυτά τα χάλια!”. Το κοινό φυσικά τον καταχειροκρότησε!».

 

 

Frank Sinatra in Athens, 1962

 

5.

STAN GETZ

Αθήνα, Θέατρον Λυκαβηττού / Στοά του Αττάλου, 10-15 Ιουλίου 1967

 

Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 1967 εμφανίστηκε στην Αθήνα ο πολύ μεγάλος τενόρο σαξοφωνίστας της τζαζ Stan Getz (1927-1991). Οι παραστάσεις θα δίνονταν στο Θέατρο Λυκαβηττού τις 10,14 και 16 Ιουλίου και στη Στοά του Αττάλου τις 11, 13 και 15 Ιουλίου. Δίπλα στον Stan Getz ο νεαρός τότε Chick Corea(!) πιάνο, ο Walter Booker μπάσο και ο Roy Haynes κρουστά.

 

«Ο Stan Getz γεννήθηκε στη Φιλαδέλφεια το 1927. Εσπούδασε αρχικά κοντραμπάσο και φαγκότο και αργότερα έμαθε σαξόφωνο τενόρο. Σε ηλικία 15 ετών έπαιξε με διάφορες ορχήστρες μεταξύ των οποίων, για ένα χρόνο, και τη γνωστή ορχήστρα του Stan Kenton. Το 1947 εγκαταστάθηκε στην Καλιφόρνια, όπου αποτέλεσε μέλος, μέχρι του 1949, της νέας ορχήστρας του Woody Herman και συνετέλεσε ουσιαστικά στην επιτυχία της. Την ίδια εποχή έγινε ευρύτερα γνωστός χάρις στον δίσκο “Early Autumn”, που ηχογράφησε με την ορχήστρα Woody Herman. Από το 1950 ο Stan Getz εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά επικεφαλής δικών του μικρών συγκροτημάτων.

 

Το 1951 έρχεται για πρώτη φορά στην Ευρώπη, στη Σουηδία. Το 1957 αποτελεί μέλος της περιοδεύουσας ομάδας μουσικών “Jazz at the Philharmonic” και έρχεται πάλι στην Ευρώπη, όπου εγκαθίσταται το 1958. Με κέντρο την Κοπεγχάγη εμφανίζεται σε διάφορες πόλεις με μεγάλη επιτυχία.

 

Το 1961 ξαναγυρίζει στην Αμερική, σχηματίζει δικό του μικρό συγκρότημα, και από το 1962 γίνεται ένας από τους κυριώτερους εκπρόσωπους της Bossa Nova, ενός είδους που συνδυάζει στοιχεία της λαϊκής μουσικής της Βραζιλίας και της τζαζ.(…)».

[Πρόγραμμα τού Φεστιβάλ Αθηνών 1967]

 

Και ο Κώστας Νίκας από το περιοδικό «Μοντέρνοι Ρυθμοί» [#85, 19 Ιουλίου 1967]:

 

«ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ! Ακούσθηκε ζωντανή τζαζ στην χώρα μας. Ένα ακρόαμα και θέαμα συνάμα, που ενθουσίασε τους πιστούς της μουσικής αυτής. Δημιουργός και των δύο… συστατικών ο μεγάλος Σταν Γκετζ και το Τρίο του.(…)

 

Μετά το “χειροκρότημα της φιλοξενίας” που υποδέχθηκε τους τέσσερις μουσικούς ξεχώρισαν τα πρώτα μέτρα ενός πασίγνωστου κομματιού. Πολλοί ψιθύρισαν “Summertime”, αλλά ήταν το “Eloquence”, η μεγάλη επιτυχία του πολυβραβευμένου σαξ-πλέιερ.(…)

 

Μια θύελλα από πηγαίο –και όχι “ευγενικό”– χειροκρότημα ακολούθησε το φινάλε του πρώτου ιμπροβιζέισιον τού Σταν Γκετζ. Ήταν αδύνατο να παρακολουθήσεις πώς “δούλευε” πάνω στο πάλκο. Ένα είναι σίγουρο: ότι όσο πιο έντονα τον πρόσεχες, όσο περισσότερη αυτοσυγκέντρωση είχες στα σόλο του, τόσο έμενες εκστατικός. Γρήγορες εναλλαγές από την μια σκάλα στην αντίθετη, φύσημα πότε γλυκό, πότε βραχνό, ή και τα δύο ταυτοχρόνως!

 

Άκουγες δηλαδή μαζί και το λα και το ντο! Ήταν κάτι περίπου σαν να πάταγες το κουμπί μιας απλής φωτογραφικής μηχανής και να λάμβανες δύο διαφορετικές φωτογραφίες…(…)

 

Ανάμεσα στους θεατάς διέκρινα από τον μουσικό κόσμο τον Μανώλη Μικέλη, τον Γιώργο Θεοδοσιάδη, τον Τάσο Παπασταμάτη, τον Νίκο Μπισιώτη των Storks και τον Αλέκο Βασιλειάδη του κουαρτέτου του Tony Pinelli. Φυσικά θα ήθελαν να βρίσκωνται και άλλοι, αλλά ίσως οι καλλιτεχνικές υποχρεώσεις τους να μην τους το επέτρεψαν…».

 

6.

ELLA FITZGERALD

Αθήνα, Θέατρο Λυκαβηττού, 16-17 Ιουλίου 1979

 

 

Πληρώνοντας κάποιος ένα 500άρικο (υπήρχαν και 300άρια και 200άρια και λίγα φοιτητικά των 100 δραχμών) θα μπορούσε να δει και ν’ ακούσει το καλοκαίρι του ’79, στον Λυκαβηττό, μια μεγάλη φωνή της τζαζ, την Ella Fitzgerlad (1917-1996).

 

«Σ’ ένα Λυκαβηττό πλημμυρισμένο από ένα ακροατήριο κάθε ηλικίας και με τους γύρω βράχους και τα “καραούλια” γεμάτα από νέους που δεν βρήκαν εισιτήριο ή δεν μπόρεσαν ν’ αγοράσουν (ήταν το ακριβότερο φέτος) η μεγάλη βοκαλίστα της τζαζ Έλλα Φιτζέραλντ δικαίωσε τη φήμη της στις δυο συναυλίες που έδωσε στην Αθήνα.

 

Από τις εφτά το απόγευμα πλήθος κόσμου περίμενε ν’ ανοίξουν οι πόρτες. Στο πάρκιν του Λυκαβηττού αδιαχώρητο. Στις οχτώ στρίμωγμα και κατάληψη των πλαστικών καθισμάτων του θεάτρου.(…)

 

Πρώτη γνωριμία με τον ήχο των τριών τζάζμεν με τα σμόκιν. Περασμένες εννιά εμφανίζεται το τρίο Paul Smith πιάνο, Keter Betts μπάσο, Mickey Rocker ντραμς (σ.σ. το σχήμα που άνοιξε τη συναυλία). Σωστό δέσιμο και επίδειξη δεξιοτεχνίας. Η ηχητική εγκατάσταση πολύ σωστή, υπόσχεται άψογη ακρόαση.(…) Ένα ακόμη κομμάτι από το τρίο και το session κλείνει μέσα σε μια θύελλα χειροκροτημάτων για ν’ ακολουθήσει μια δεύτερη μετά το διάλλειμα, πιο ζωηρή με την εμφάνιση της Έλλα.

 

Η μεγάλη τραγουδίστρια της τζαζ συγκινημένη, με χοντρά γυαλιά μυωπίας, φρακαρισμένη μέσα στο λαμέ φόρεμά της πιάνει το μικρόφωνο. “Satin doll”, “Misty”, “Dream dancing”, “(If you can’t sing it) you’ll have to swing it (Mr. Paganini)”, “St. Louis Blues”… με μια φωνή που δεν την έχει αγγίξει ο χρόνος.

 

Τραγούδια επιτυχίες της μεταπολεμικής τζαζ ακούγονται αναλλοίωτα τριάντα χρόνια μετά την πρώτη φορά τους(…)».

[Περιοδικό «Μουσική» #21, Αύγουστος 1979]

 

Τα χρόνια είχαν περάσει κι έτσι υπήρχαν κι άλλες απόψεις. Μία απ’ αυτές την εξέφρασε ο Γιώργος Μπαράκος (που είχε τότε το Τζαζ Κλαμπ, στην Πλάκα). Από το ίδιο τεύχος της «Μουσικής»:

 

«Το γεγονός της εμφανίσεως της Έλλα Φιτζέραλντ, για δύο παραστάσεις στο θέατρο του Λυκαβηττού, κατόπιν πρωτοβουλίας του ΕΟΤ, ήταν κάτι το αναπάντεχο για τους φίλους της τζαζ, μια που παρόμοια κίνηση είχε να συμβεί από το καλοκαίρι του 1967, όταν είχε εμφανισθεί ο Σταν Γκετζ με το τρίο του.(…)

 

Η μουσική που τραγούδησε η Φιτζέραλντ μπορεί να ενθουσίασε το σικ αθηναϊκό κοινό, με την μπριόζικη ατμόσφαιρά της, πλην όμως δεν παύει να είναι μια μουσική ρουτίνα που επαναλαμβάνεται 30 χρόνια, λόγω της εμπορικής της επιτυχίας, που οφείλεται αφ’ ενός μεν στο πολύτιμο μέταλλο της φωνής της, αφ’ ετέρου δε στο πανέξυπνο ιμπρεσάριο Νόρμαν Γκραντζ, που από το 1951 την μανατζάρει.

 

Ο Γκραντζ κατόρθωσε να ξεπεράσει το στενό κύκλωμα της τζαζ και να πλασάρει την Φιτζέραλντ με επιτυχία στο πλατύτερο κοινό της popular μουσικής, καθώς και στο κοινό της κλασικής, ώστε ακόμη και σήμερα, στα 61 της χρόνια, η τραγουδίστρια να είναι ένα χρυσωρυχείο πλούσιο σε κοιτάσματα – αν λάβουμε υπ’ όψιν το εξωφρενικό ποσό των 2 εκατομμυρίων που έλαβε σαν αμοιβή από τον ΕΟΤ.(…)».

 

7.

KEITH JARRETT

Αθήνα, Θέατρο Λυκαβηττού, 29 Ιουνίου 1983

O Keith Jarrett στο σπίτι του στο New Jersey, τον Ιούνιο του 1983. Φωτό: David Breskin
O Keith Jarrett στο σπίτι του στο New Jersey, τον Ιούνιο του 1983. Φωτό: David Breskin

 

Το live του Keith Jarrett, τον Ιούνιο του 1983 στον Λυκαβηττό (στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών), θα έμπαινε σε μια τέτοια λίστα (με τις δέκα ιστορικές τζαζ συναυλίες στην Ελλάδα) για δύο τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, γιατί ήταν η παρθενική εμφάνιση ενός πρωτοπόρου πιανίστα της σύγχρονης τζαζ και δεύτερον γιατί η αφίσα τής συγκεκριμένης συναυλίας σχεδιάστηκε εκπληκτικά από τον Δημήτρη Θ. Αρβανίτη. Επρόκειτο, απλώς, για ένα έργο τέχνης.

 

Οι συναυλίες του Jarrett είναι πάντα ένα θρίλερ (κανείς δεν ξέρει αν θα διακοπούν ή πότε και πώς θα τελειώσουν), κάτι που τέλος πάντων ήταν γνωστό από εκείνη ήδη την εποχή. Έγραφε ο «Ριζοσπάστης» στο φύλλο τής 29/6/1983:

 

«Ο θόρυβος απειλεί τον Τζάρετ!

 

Μουσικό γεγονός η αποψινή μοναδική εμφάνιση του Κηθ Τζάρετ στο Λυκαβηττό, αλλά η απειλή των θορύβων μπορεί να τινάξει στον αέρα το κοντσέρτο. Όπως είναι γνωστό (και κυκλοφορεί άφθονη μυθολογία γι’ αυτό) ο Τζάρετ βάζει πάντα σαν όρο στις εμφανίσεις του την απόλυτη ησυχία. Έναν δηλαδή παράγοντα που είναι ολότελα άγνωστος στα μεταβαλλόμενα από τον πιθηκισμό (και την αμερικανοποίηση) σύγχρονα “ήθη” μιας μερίδας του κοινού. Με άλλα λόγια αν απόψε στις 9:15 στη διάρκεια του ρεσιτάλ οι “φίλαθλοι” των θορύβων θορυβήσουν, τότε ο Τζάρετ θα εγκαταλείψει το πιάνο, τους αυτοσχεδιασμούς και το κοινό του.

 

Ο Τζάρετ φτάνει σήμερα το πρωί στις 11 από τις ΗΠΑ, θα μείνει κάτι παραπάνω από ένα εικοσιτετράωρο στην Αθήνα και θα αναχωρήσει για μια χώρα της Δ. Ευρώπης (άγνωστο μέχρι στιγμής για πού). Τα μέτρα ασφαλείας που θα παρθούν για να τηρηθεί και να εξασφαλιστεί ησυχία είναι πολύ μεγαλύτερα από κάθε άλλη φορά. Τα εισιτήρια έχουν όλα προπωληθεί και η πόρτα του Λυκαβηττού μετά τις 9:15 θα κλείσει για τους καθυστερημένους».

 

Δεν ξέρω τι απέγινε τελικά σ’ εκείνη τη συναυλία του Λυκαβηττού, όμως λίγα χρόνια αργότερα στην Πάτρα (20 Ιουνίου 1988), σε ένα άλλο live του Keith Jarrett, συνέβησαν τα αναμενόμενα.

 

Οι δρόμοι γύρω από το Ρωμαϊκό Ωδείο της Πόλης ήταν εγκαίρως αποκλεισμένοι από την τροχαία και τα πάντα έδειχναν πως θα είχαμε ένα ήσυχο βράδυ. Γελαστήκαμε οικτρά. Κανείς δεν είχε υπολογίσει το ρολόι του Παντοκράτορα (μιας γειτονικής εκκλησίας, που έγινε κάποτε και τραγούδι από τον Νίκο Ξυδάκη «Στην Πάτρα ο Παντοκράτορας…»), το οποίο κάποια στιγμή άρχισε να χτυπά επαναληπτικά. Φυσικά τα χτυπήματα αποσυντόνισαν τον Keith Jarrett, που σταμάτησε να παίζει, απειλώντας πως θα διακόψει το κοντσέρτο. Δεν το έκανε, τελικά. Φιμώθηκε το ρολόι (δεν ξαναχτύπησε) και το live συνεχίστηκε...

 

8.

SUN RA ARKESTRA

Αθήνα, Θέατρο Ορφέας, 27 Φεβρουαρίου 1984

 

 

Η συναυλία του μύστη Sun Ra (1914-1993) στον Ορφέα, τον Φλεβάρη του 1984, έχει περάσει προ πολλού στη σφαίρα του θρύλου. Και όχι μόνο στην Ελλάδα, μα και στο εξωτερικό, αν κρίνουμε από την παγκόσμια ζήτηση των τριών (ελληνικών) LP, που τυπώθηκαν λίγο αργότερα από την εταιρεία Praxis του Κώστα Γιαννουλόπουλου, όπως και από τις κατά καιρούς επανεκδόσεις που έχουν συμβεί (σε βινύλιο και CD) τα μετέπειτα χρόνια.

 

Καλεσμένος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Praxis ’84, ο Sun Ra με την Arkestra ερμήνευσαν απίστευτο υλικό – ή μάλλον ερμήνευσαν γνωστό υλικό με απίστευτο τρόπο. Όλη η ιστορία της αμερικανικής μουσικής πέρασε εκείνο το βράδυ μπροστά από τα μάτια και τ’ αυτιά, όσων επεδίωξαν να βρεθούν στον Ορφέα, καθώς ο Βασιλιάς Ήλιος, σε μεγάλη φόρμα, έπαιξε τα πάντα με ανεπανάληπτο τρόπο.

 

“Space is the place”, “Next stop Mars”, “Discipline 27-II/ Children of the sun” και ακόμη “Mack the Knife” (Weill-Brecht), “Somewhere over the rainbow” (Harold Arlen), “Days of wine and roses” (Henry Mancini) και λοιπά και λοιπά...

 

Μεγάλοι, επίσης, μουσικοί, στην μπάντα συνοδείας. Εκτός από τον Sun Ra σε πιάνο, όργανο, σύνθια, φωνή και οι Marshall Allen άλτο σαξόφωνο, διάφορα άλλα πνευστά, John Gilmore τενόρο σαξόφωνο κ.λπ., Ronnie Brown τρομπέτα, Danny Ray Thompson σαξόφωνα, Salah Ragab κρουστά…

 

9.

MILES DAVIS

Αθήνα, Θέατρο Λυκαβηττού, 1-2 Ιουλίου 1985

Ο Miles Davis στον Λυκαβηττό (φωτό: Χρήστος Κοψαχείλης)
Ο Miles Davis στον Λυκαβηττό (φωτό: Χρήστος Κοψαχείλης)

 

Οι πρώτες ιστορικές εμφανίσεις του θρύλου Miles Davis (1926-1991) στην Ελλάδα, έγιναν στις αρχές του Ιουλίου 1985 στο Λυκαβηττό. Εκείνη την εποχή το jazz-fusion του Miles μπορεί να μην ήταν στην καλύτερη στιγμή του, όμως στη σκηνή δεν υπήρχε περίπτωση το πράγμα να χαλαρώσει. Απεναντίας, εξακοντιζόταν στο άπειρο!

 

Η μπάντα ήταν σπουδαία, με πρώτο και καλύτερο ανάμεσα τον κιθαρίστα John Scofield, ενώ και οι υπόλοιποι μουσικοί, που πρέπει να ήταν εκείνοι με τους οποίους εμφανίστηκε λίγες μέρες αργότερα (ο Miles) στο Montreux ήταν, το ίδιο, υπεράνω κριτικής (Bob Berg σαξόφωνα, πλήκτρα, Robert Irving III πλήκτρα, Darryl Jones μπάσο, Vincent Wilburn Jr. ντραμς, Steve Thornton κρουστά).

 

Το πυρωμένο funk έρεε απρόσκοπτα και o Κωνσταντίνος Τζούμας, που εκείνη την εποχή συνεργαζόταν με τον Κώστα Βουτσά στις Θεσμοφοριάζουσες (σκην. Γιώργος Μεσσάλας), θυμάται ένα ευτράπελο περιστατικό, που σχετίζεται με τη συναυλία, στον «Πανωλεθρίαμβο» [Καστανιώτης, 2010]:

 

Όταν οι πρόβες σφίγγουν κι αρχίζω να έχω μια ιδέα της παράστασής μας, μου θυμίζει κάτι από Μουζενίδη, Σολωμό, αλλά αυτό δεν με απασχολεί τόσο όσο το γεγονός ότι η συναυλία του Μάιλς Νταίηβις στον Λυκαβηττό το βράδυ που έχουμε γενική πρόβα όλος ο θίασος, σε ένα χώρο κοντά στην Πατησίων, πώς θα γίνει να… Πάω στην πρόβα σκοτισμένος, ο Βουτσάς σαν να με περιμένει.

 

«Άκου να δεις», με παίρνει κατά μέρος, «απόψε έχουμε Μάιλς Νταίηβις, δεν είναι να το χάνουμε αυτό…»

«Ακούς Μάιλς;»

«Έχω όλους τους δίσκους του, είναι πολύ μεγάλος, δε συζητάμε αυτό, θα κανονίσω να φύγουμε απ’ την πρόβα, άσ’ το πάνω μου».

 

Ο σκηνοθέτης μας καλεί όλους.

«Γιώργο, προτείνω να περάσουμε όλο το έργο μία κι έξω απ’ την αρχή και μετά δουλεύεις εσύ με το χορό επιμέρους κομμάτια, γιατί εγώ με τον Αγάθωνα από δω (σ.σ. ο Τζούμας υποδυόταν τον ποιητή Αγάθωνα) έχουμε να πάμε κάπου, οπότε πάμε πρόβα να μη χάνουμε χρόνο», ρίχνει αδιαπραγμάτευτα ο Βουτσάς.

 

Αυτό ήταν.

Έχουμε μπλοκαριστεί απ’ το μποτιλιάρισμα του περιφερειακού, αλλά όταν οι αστυνομικοί βλέπουν τον Βουτσά στο βολάν της Μερσεντές του, μας καλησπερίζουν και μας ανοίγουν δρόμο μέχρι πάνω. Παρκάρουμε έξω απ’ την είσοδο του θεάτρου. Χωνόμαστε στη λαοθάλασσα, που τη διαπερνάει η αύρα της μυσταγωγίας, με την μπάντα να εκπέμπει απίστευτη έλξη απ’ τον μοναδικό ήχο του Μάιλς, που με τη χρυσή κορνέττα και το μαύρο μουαρέ ταφταδένιο τζάκετ με τους χρυσοκεντημένους δράκους, κοντό σαν ταυρομάχου, πάνω απ’ το χυτό αραβικό παντελόνι και τα θαμπά χρυσαφιά οριενταλίστικα πασούμια είναι μαγικός.

 

Έχουμε μείνει όρθια αγάλματα με τον Κώστα, εκεί μπροστά, στο έμπα της σκηνής, ανάμεσα στα παραδομένα πρόσωπα και στις ανήσυχες φλιπαρισμένες μούρες, ειδικά του διπλανού μας, που θυμίζει τον κουφιοκεφαλάκη Σωτηράκη απ’ το PICCOLO.

 

«Α, ρε, να ’χα την κορνέττα του», αναστενάζει.

«Γιατί, ξέρεις να παίζεις;»

«Όχι, αλλά απ’ τα χείλη του», συνεχίζει εκστατικός.

«Παιδί μου, ψώνιο είσαι; Αφού δεν ξέρεις, τι να το κάνεις το όργανο; Δε λες να σου πετάξει το τζάκετ του, να το φορέσεις, να κάνεις φιγούρα σε καμιά γκόμενα καλύτερα».

Κουνάει το κεφάλι του αχνά.

«Δίκιο έχεις».

 

Ο Κώστας γελάει.

«Τον ξέρεις;»

«Όχι, τώρα μιλήσαμε».

«Αχαχαχά, είσαι απίθανος».

 

10.

ESBJÖRN SVENSSON TRIO (e.s.t.)

Αθήνα, Θέατρο Παλλάς, 11 Δεκεμβρίου 2006

Οι Esbjörn Svensson Trio στο Παλλάς
Οι Esbjörn Svensson Trio στο Παλλάς

 

Το σουηδικό Esbjörn Svensson Trio (Esbjörn Svensson πιάνο, Dan Berglund κοντραμπάσο, Magnus Öström ντραμς) υπήρξε ένα από τα κορυφαία σχήματα της σύγχρονης τζαζ. Δυστυχώς ο πρόωρος χαμός του πιανίστα Svensson (1964-2008) σε καταδυτικό δυστύχημα έδωσε άδοξο τέλος σ’ αυτό το γκρουπ, που πρόλαβε να προσφέρει πολλά και που θα προσέφερε –είναι σίγουρο αυτό– ακόμη περισσότερα.

 

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως το Esbjörn Svensson Trio έφτιαξε «σχολή» ευρωπαϊκής τζαζ, με τις εγγραφές του να θεωρούνται ήδη κλασικές, επηρεάζοντας δεκάδες καινούρια συγκροτήματα (και όχι μόνο στον τζαζ χώρο).

 

Αυτό το γκρουπ, στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του, είχαμε την ευκαιρία να το δούμε στην Αθήνα, σε μια συναυλία που είχαν διοργανώσει το περιοδικό «Jazz & Τζαζ» και η A&N Music Company, τον Δεκέμβριο του ’06, στο προσφάτως τότε ανακαινισμένο Παλλάς.

 

Οι αναμνήσεις είναι ακόμη νωπές κι ας έχουν κυλήσει πάνω από δέκα χρόνια.