Δεν θυμάμαι πότε συνειδητοποίησα το γεγονός πως ο John Carpenter έγραφε τις μουσικές των ταινιών του. Μάλλον λίγο μετά τα μέσα του ’80, όταν είχε πέσει στα χέρια μου ένα LP του με το σάουντρακ από την Ομίχλη (The Fog) στη γερμανική εταιρεία Colosseum Schallplatten. H Ομίχλη ήταν, και είναι, η πιο αγαπημένη μου ταινία του – ένα μοναδικό παραμύθι τρόμου με υπαινιγμούς από H.P. Lovecraft και M.R. James, που διαθέτει επιστημονική, δηλαδή εκπληκτική, κλιμάκωση του άγχους. Σ’ εκείνη την κλιμάκωση δεν είχε συμβάλλει μόνο η κινηματογράφηση των χώρων (του φάρου Point Reyes π.χ. που κρεμόταν σαν αετοφωλιά πάνω από τον Ειρηνικό, εκεί κάπου βορειότερα του Σαν Φρανσίσκο), αλλά και η μουσική του John Carpenter, η οποία γράφτηκε μάλιστα δύο φορές! Τα λέει ο ίδιος ο Carpenter στο οπισθόφυλλο του δίσκου, καθώς μιλάει για τις δύο εντελώς διαφορετικές edits…

 

«Η ταινία που είχα κάνει, στην πρώτη εκδοχή της, ήταν δυσκίνητη, αδέξια και εν τέλει απαίσια. Το ίδιο και η μουσική της, αφού δεν κόλλαγε με τίποτα και ήταν εντελώς προφανής. Ήθελα να τη βάλω στο ράφι και να εξαφανιστώ από προσώπου γης. Ήταν το χειρότερο σημείο απ’ όσα μπορούσα να θυμηθώ στην μέχρι τότε καριέρα μου.

 

Ο Carpenter δεν γράφει μουσική για να ξεχωρίσει (η μουσική), αλλά για να «πάει» παράλληλα με το φιλμ. Να υπηρετήσει το στόρι δηλαδή και όχι να αυτονομηθεί από 'κείνο.

 

Πήγα τότε στο Sound Arts Studio στο Λος Άντζελες, αρχίζοντας γρήγορα να συνθέτω και να ξαναηχογραφώ καινούρια tracks. Ο Dan Wyman, o σύμβουλός μου σε τέτοια θέματα στο Σταθμός 13 Δέχεται Επίθεση και στη Νύχτα με τις Μάσκες, ήταν δίπλα μου στο προγραμματισμό των συνθεσάιζερ, διατηρώντας το κριτικό πνεύμα του σε ό,τι έφθανε στ’ αυτιά του, ελέγχοντας συγχρόνως τα κυκλώματα των μηχανημάτων, ώστε να βρίσκονται στο ίδιο υψηλό επίπεδο, κατά τις πολλές ώρες της σύνθεσης και της μίξης (σ.σ. τα αναλογικά σύνθια ξεκουρδίζονταν πολύ εύκολα). Έτσι, και έξω απ’ όλα τα αναμενόμενα, αυτή η δεύτερη απόπειρα να γράψω το σάουντρακ της Ομίχλης ήταν εκείνο που είπα εγώ… ‘μία από τις καλύτερές μου συνθέσεις’».

 

Δεν είμαι σίγουρος αν ο Carpenter είχε ακούσει τους Ιταλούς Goblin και τα σάουντρακ που είχαν γράψει εκείνοι στα seventies για διάφορες ταινίες τρόμου (το Profondo Rosso του Dario Argento, το Dawn of the Dead του George A. Romero, το Patrick του Richard Franklin ή το Buio Omega του Joe D'Amato…), αν και είναι πολύ πιθανό. Το λέω γιατί το σάουντρακ της Ομίχλης έχει κάτι μοναδικά υπαινικτικό και ταυτοχρόνως δραματικό, που δεν τον είχε κανένα score του Carpenter έως τότε. Οι απλές, σχεδόν στοιχειώδεις μελωδίες στα σύνθια, έτσι όπως «ντύνονται», μέσα από τις αναλογικές συμβολές, τα ντραμ-μασίν και τα χαμηλής έκτασης μπάσα, αποκτούν μιαν υπερκόσμια διάσταση, που τεντώνει τα νεύρα, θέτοντας σε εγρήγορση άπασες τις αισθήσεις. Ιδίως κατά την διάρκεια της προβολής, όταν δεν προσέχεις τη μουσική…

 

Γιατί αυτή είναι η μεγάλη μαγκιά, ας το πούμε έτσι, των σάουντρακ του Carpenter. Δεν γίνονται αντιληπτά σε πρώτο χρόνο.

 

Ο John Carpenter δεν φαίνεται να έχει σπουδάσει μουσική, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει ένας τρανός composer, πρώτα και κύρια των μουσικών για τις δικές του ταινίες.
Ο John Carpenter δεν φαίνεται να έχει σπουδάσει μουσική, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει ένας τρανός composer, πρώτα και κύρια των μουσικών για τις δικές του ταινίες.

 

Ο Carpenter δεν γράφει μουσική για να ξεχωρίσει (η μουσική), αλλά για να «πάει» παράλληλα με το φιλμ. Να υπηρετήσει το στόρι, δηλαδή, και όχι να αυτονομηθεί από ’κείνο. Εντάξει, μπορεί να την ακούμε αυτονομημένη στους δίσκους, αλλά η ουσία της βρίσκεται πρώτα εκεί, πάνω στο φιλμ, δίπλα στη δράση και κυρίως δίπλα στη… μη δράση. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση του μουσικού υπαινιγμού ο Αμερικανός είναι αληθινός μάστορας.

 

Ο John Carpenter δεν φαίνεται να έχει σπουδάσει μουσική, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει ένας τρανός composer, πρώτα και κύρια των μουσικών για τις δικές του ταινίες. Από το πρώτο του σάουντρακ για ταινία μεγάλου μήκους, το φιλοσοφικής επιστημονικής φαντασίας Dark Star (1974), o Carpenter έδειξε το ενδιαφέρον και την προτίμησή του στην ηλεκτρονική μουσική επηρεασμένος, εκείνα τα παλιά χρόνια, από τους πιονιέρους του είδους και βασικά την Bebe και τον Louis Barron. Εξάλλου, η θρυλική ηλεκτρονική επένδυση τού ζεύγους Barron για την ταινία τού Fred M. Wilcox Forbidden Planet (1956) αποτελεί μία από τις «δέκα αγαπημένες» τού αμερικανού σκηνοθέτη και συνθέτη, βάσει των δικών του λεγομένων στο dummymag.com. Άλλο ηλεκτρονικό σάουντρακ που του αρέσει πολύ; Το “Sorcerer” (1977) των Tangerine Dream, για τo αμερικάνικο Μεροκάματο του Φόβου του William Friedkin. Όντως… πολύ καλό.

 

Στο Assault on Precinct 13 (O Σταθμός 13 Δέχεται Επίθεση) του 1976 ο Carpenter εκσυγχρονίζει το ηλεκτρονικό οπλοστάσιό του, εισάγει περισσότερα ρυθμικά στοιχεία, διαπρέποντας στη χρήση του moog synthesizer, με την ταινία να θεωρείται πλέον κλασική – ένας φόρος τιμής στο κλειστοφοβικό/ερμητικό western Rio Bravo (1959) του Howard Hawks και στο πρώτο ζόμπι (1968) του Romero.

 

Το σάουντρακ του Halloween (Η Νύχτα με τις Μάσκες) πρέπει να είναι το πρώτο (του Carpenter) που κυκλοφόρησε ποτέ, αφού υπάρχει ιαπωνική έκδοσή του από το 1979 (στην Αμερική και την Ευρώπη τυπώθηκε πιο μετά, το 1982-83).
Το σάουντρακ του Halloween (Η Νύχτα με τις Μάσκες) πρέπει να είναι το πρώτο (του Carpenter) που κυκλοφόρησε ποτέ, αφού υπάρχει ιαπωνική έκδοσή του από το 1979 (στην Αμερική και την Ευρώπη τυπώθηκε πιο μετά, το 1982-83).

 

Το σάουντρακ του Halloween (Η Νύχτα με τις Μάσκες) πρέπει να είναι το πρώτο (του Carpenter) που κυκλοφόρησε ποτέ, αφού υπάρχει ιαπωνική έκδοσή του από το 1979 (στην Αμερική και την Ευρώπη τυπώθηκε πιο μετά, το 1982-83). Έχοντας δίπλα του τον Dan Wyman στον προγραμματισμό, ο Carpenter επενδύει ξανά στις απλές, αλλά με έμπνευση cool μελωδίες, εισάγοντας ακόμη πιο πολλά μινιμαλιστικά στοιχεία στα θέματά του. Ο synth διάκοσμος είναι εκσυγχρονισμένος και αρκούντως δραματικός, με το “Halloween Theme - Main Title” να στοιχειώνει ακόμη και σήμερα. Λόγω της ταινίας βασικά, που παραμένει αξέχαστη…

 

Άλλη διάσημη δυστοπική ταινία, το Escape from New York βγαίνει στους κινηματογράφους το 1981 και αλλάζει το προφίλ των περιπετειών φαντασίας. Γνωστή η ιστορία… Ο Carpenter αυτή τη φορά συνεργάζεται, για το σάουντρακ, με τον Alan Howarth, έναν sound designer και συνθέτη από τους πιο άξιους που ανέδειξε το Hollywood μετά το ’80. Θα μπορούσε να χαρακτηρίσουμε το “Escape from New York” ως το πιο… ροκ σάουντρακ του Carpenter (και όχι μόνο επειδή ακούγεται ηλεκτρική κιθάρα σ’ αυτό, παιγμένη από τον Tommy Lee Wallace). Γενικά, ο Αμερικανός ακολουθεί τις ηχοχρωματικές επιταγές της εποχής, στρώνοντας σκληρά ρυθμικά υπόβαθρα, τα οποία «κόβει» με σύντομης διάρκειας μελωδίες. Υπάρχει, πάντα, σε ανάπτυξη το μινιμαλιστικό στοιχείο, που συχνά λειτουργεί σαν χαλί, πάνω στο οποίο υφαίνονται νέα ρυθμικά patterns, synth-breaks κ.λπ. Ένα κάπως παγερό, αλλά ουσιαστικό OST είναι το “Escape from New York” (θα μπορούσε να θυμίζει ακόμη και Herbie Hancock ορισμένες φορές) κάνοντας, κι αυτό, τη δική του διαδρομή.

 

Την ίδια εποχή (1981-82) ο Carpenter (μαζί με τον Alan Howarth) γράφει μουσική για δύο ταινίες που δεν σκηνοθέτησε ο ίδιος, αν και αποτελούσαν πνευματικά παιδιά του –μιλάμε για το Η Νύχτα με τις Μάσκες No 2 του Rick Rosenthal και το Η Νύχτα με τις Μάσκες No 3 του Tommy Lee Wallace–, ενώ δεν γράφει μουσική για την έξοχη Απειλή, αφού προτιμά να συνεργαστεί με τον Ennio Morricone. Κρίμα, εγώ θα πω, παρόλο το εννοούμενο σέβας προς τον Μαέστρο.

 

John Carpenter και Adrienne Barbeau
John Carpenter και Adrienne Barbeau

 

Παρότι στην Christine (1983) η ιστορία έχει ισχυρές ροκεντρολάδικες δόσεις –καθώς ακούγονται τραγούδια με τους Buddy Holly, Little Richard, Dion, Larry Williams κ.ά.–, εντούτοις οι John Carpenter και Alan Howarth δημιουργούν ακόμη μία χαμηλών τόνων, synth, «υπόγεια» μουσική συνοδεία, που ταιριάζει εντελώς σε θρίλερ και όχι σε μιαν απλή ταινία με κάποιο… αυτοκίνητο. (Η Christine, εξάλλου, δεν ήταν όποιο κι όποιο αυτοκίνητο).

 

Το ίδιο πάνω-κάτω θα έπρατταν οι Carpenter & Howarth και για το Big Trouble in Little China (Χαμός στην Τσάινατάουν) το 1986, μία… ανακατωμένη ο ερχόμενος ταινία, που βλέπεται σαν περιπέτεια, σαν κωμωδία, σαν ταινία φαντασίας, σαν… πολλά και διάφορα – αν και η μουσική της κρατάει από την αρχή έως το τέλος ένα στυλ. Εξαιρετική synth music δηλαδή, με tracks σαν το “Abduction at airport” (από την double CD complete εκδοχή της) να φέρνουν στο νου τον καλύτερο Klaus Schulze εκείνης της εποχής.

 

Εκτιμώ αφάνταστα σαν ταινίες τον Πρίγκιπα του Σκότους (Prince of Darkness) του 1987 και κυρίως το Ζουν Ανάμεσά μας (They Live) του 1988. Η πρώτη, ένα ψευδοεπιστημονικό, μεταφυσικό θρίλερ με πολύ δυσάρεστη και αληθινά τρομακτική πλοκή, και η δεύτερη ένα έξοχο παραμύθι ρεαλιστικού τρόμου, που σε οδηγεί να σκεφτείς γύρω από τα… κινούμενα νήματα τής κανονικής ζωής. Σπουδαία προφητική ταινία, καθόλου βαρύγδουπη και με μια παράξενη γοητεία, που την καθιστά μοναδική. Carpenter & Howarth ξανά μαζί στον Πρίγκιπα, κι ακόμη ένα ανεπαίσθητο synth OST, κάπως… προκατασκευασμένο σαν πρώτο άκουσμα, αλλά με υψηλή λειτουργικότητα μέσα στο φιλμ. Αντιθέτως, στο They Live οι δυο τους χρησιμοποιούν κι άλλες φόρμες (και βασικά το blues) για να περιγράψουν τις περιπέτειες όλων εκείνων που ζουν και κυρίως εκείνων που… ζουν και δε ζουν.

 

 

 

Οι τελευταίες ταινίες του John Carpenter που είδα, και στις οποίες είχε γράψει τη μουσική τους, προέρχονται από τη δεκαετία του ’90 και είναι το In the Mouth of Madness (1994/95) και το Village of the Damned (1995). Στην πρώτη τον βοήθησε ο Jim Lang, ενώ στη δεύτερη ο Dave Davies (ο κιθαρίστας των Kinks!). Παρότι και τα δύο σάουντρακ είχαν βγει σε CD εκείνη την εποχή, εντούτοις ποτέ δεν τα είδα μπροστά μου για να τ’ αγοράσω.

 

Η πρώτη ταινία είναι η πιο «λαβκράφτια» της φιλμογραφίας του Carpenter, με τις αναφορές στον «ερημίτη του Πρόβιντενς» να είναι οι περισσότερες από ποτέ. Θυμήθηκα μερικά θέματα από το Στόμα της Τρέλας μέσω του YouTube, όπως το φερώνυμο track με τις ροκάδικες πενιές του Josh Sklair, ή το “Robby’s office” με τις πιο… υποχθόνιες του ίδιου του Carpenter. Πρόκειται για ένα σάουντρακ, που «στρώνει» όσο περνάει η ώρα, με τα υπαινικτικά ηλεκτρονικά σταδιακώς να κυριαρχούν.

 

Απεναντίας πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μουσική στην Πόλη των Καταραμένων. Αν και η ταινία δεν σε κρατάει όπως το πρωτότυπο Village of the Damned του Wolf Rilla από το 1960, εντούτοις έχει ωραία μουσική… και η συνεισφορά σ’ αυτήν του Dave Davies δεν πρέπει να είναι μικρή. Η παραγωγή δεν λυπήθηκε τα φράγκα… κι έτσι για πρώτη φορά η μουσική του Carpenter αποκτά κάποια πιο επικά χαρακτηριστικά, αφού η παρουσία ορχήστρας, αλλά και διαφόρων μουσικών σε καίριες θέσεις (σε hammond, επιπρόσθετα synths και φωνές) δίνει στους βασικούς συνθέτες (τον Carpenter και τον Davies) μιαν «άλλη» άνεση.

 

 

 

Από ’κει και πέρα ο John Carpenter θα γράψει τα σάουντρακ και στις επόμενες ταινίες του – το Escape from L.A. (1996) σε συνεργασία με τη Shirley Walker, το Vampires (1998), το Ghosts of Mars από το 2001 (τούτο μαζί με μέλη των Damned, των μεταλλάδων Anthrax, των Cars, τον περίφημο κιθαρίστα Steve Vai κ.ά.), ενώ στο πιο πρόσφατο The Ward (2010) μουσική δεν έγραψε ο ίδιος, αλλά ο Mark Kilian.

 

Στις αρχές του 2015 μια εταιρεία από το Brooklyn, η Sacred Bones Records, τύπωσε έναν δίσκο του John Carpenter, το “Lost Themes”, το οποίο διαφήμισε ως το… debut solo album του. Περίεργος χαρακτηρισμός, όταν ο Carpenter κυκλοφορεί LP από τα τέλη του ’70. Πιθανώς να εννοούσαν κάτι που δεν είχε σχέση με τον κινηματογράφο – αν και αυτό ελέγχεται. Δεν ξέρω τι μπορεί να υπονοεί ο τίτλος “Lost Themes”, αλλά, ας μας επιτραπεί η έκφραση, εδώ έχουμε… κλασικό κινηματογραφικό Carpenter. Ποικίλα electro θέματα λοιπόν, στα οποία έχουν βοηθήσει ο γιός του Carpenter (και της ηθοποιού και πρωταγωνίστριας της Ομίχλης κ.λπ. Adrienne Barbeau) Cody Carpenter και ο Daniel Davies. Μάλιστα η Sacred Bones έδωσε πριν λίγο καιρό κι ένα δεύτερο LP, το “Lost Themes II”, που μοιάζει με το προηγούμενο, αν και με μια πρώτη ακρόαση μου φαίνεται ακόμη καλύτερο. Κι εδώ η ίδια τριάδα (John και Cody Carpenter, Daniel Davies) κι εδώ όλα εκείνα τα synth και ελαφρώς classical vibes, που αναγνωρίζουμε στις πιο σημαντικές ταινίες του.

 

Αν και ενδιαφέρομαι περισσότερο για ένα δυνατό θρίλερ από τον Carpenter, δεν θα έλεγα όχι και σε μια συνέχεια των “Lost Themes”…

 

 

 

Ιnfo:

Piraeus 117 Academy, 27/5. Εισιτήρια: Τα εισιτήρια ορθίων στην πρώτη φάση της προπώλησης κοστίζουν 39€, στη δεύτερη φάση κοστίζουν 42€, των καθημένων στον εξώστη κοστίζουν 58€, τα V.I.P. σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο κοστίζουν 78€, ενώ στο ταμείο κοστίζουν 45€ (των ορθίων).