Για λίγη αξιοπρέπεια στο τέλος

Αρκετές παραλίες είδαμε. Ας δούμε και λίγο ουρανό.

View this post on Instagram

#afrika #1960s

A post shared by Stathis Tsagkarousianos (@stathis_tsagkarousianos) on


Ένα ανθισμένο δέντρο στην Αφρική του 1960. Από εδώ: https://www.instagram.com/stathis_tsagkarousianos/


Έχω έναν φίλο γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και πάω κατά καιρούς να εξετάσει το αίμα μου. Το  γραφείο του θυμίζει σιδηρούν παραπέτασμα. Φτωχό, λειψό, σπασμένο κι ένα φυτό στη γλάστρα – συνήθως τηλέγραφος. Πριν από τρεις μήνες που πήγα, τον βρήκα στο δωμάτιο της αιμοκάθαρσης. Ουρά από σιωπηλούς, ταλαίπωρους ανθρώπους. Δούλευε μόνο το ένα μηχάνημα. Το άλλο σκεπασμένο με ένα πλαστικό. «Χάλασε και η αντιπροσωπεία δεν το επισκευάζει γιατί της χρωστάμε λεφτά».

 

Εδώ λοιπόν πεθαίνει ένας άνθρωπος. Εδώ τα ψέματα τελειώνουν κι έρχεται αντιμέτωπος με την μεγάλη μπλόφα. Όσο πλήρως κι ενθουσιωδώς και αν έζησε, υπάρχει πάντα μια φοβερή απορία μπροστά στο τελικό στάδιο, αφού ο θάνατος είναι, όπως πολύ σωστά λένε, αδιανόητος. Δεν τον χωράει ο νους του ανθρώπου.

 

Έχει, λοιπόν, μεγάλη, πολύ μεγάλη σημασία, αυτή η κυριολεκτικά ανεπανάληπτη στιγμή, εδώ σε αυτό το λειψό, σπασμένο γραφείο που μιλάμε, να συμβαίνει σε κλίμα αξιοπρέπειας. Όπως και η στιγμή του πόνου, του τραυματισμού, της θεραπείας. Διότι σε αυτές τις στιγμές ο άνθρωπος είναι μόνος – και φοβάται. Δεν πρέπει να σιχαθεί τον εαυτό του ούτε το σώμα του, για να μην απαξιωθεί ό,τι έζησε και ό,τι αγάπησε. Πέφτει στην άβυσσο και πρέπει να πέσει καθαρός. Και όσο το δυνατόν πιο ήσυχος.

 

Όταν μάθαμε αργοπορημένα ότι ο πατέρας μου έχει καρκίνο στον πνεύμονα, στο τρίτο στάδιο, τον πήγα σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο. Ό,τι οικονομίες είχα τις έδωσα για να παρατείνω τη ζωή του. Παράλληλα, ρωτούσα να μάθω τι γίνεται, διάβαζα νυχθημερόν στο ίντερνετ όλα τα σχετικά, πήγαινα τις εξετάσεις και σε άλλους γιατρούς. Όλα τα δεδομένα έδειχναν θάνατο. Ωστόσο, οι γιατροί, επέμεναν να τον εγχειρίσουν (με το αζημίωτο, βέβαια). Και μετά από δύο μήνες να τον ξανα-εγχειρίσουν! Θυμάμαι ακόμα την αμηχανία ενός μεγαλογιατρού που στρίμωξα με συγκεκριμένες ερωτήσεις – γιατί να πρέπει να ταλαιπωρηθεί τόσο ένας άνθρωπος που πεθαίνει με μια δεύτερη εγχείρηση, όταν πριν από δύο μήνες μας είχαν περίπου αναγγείλει τον θάνατό του;

 

Δεν χρειαζόσουν γνώσεις ψυχολογίας, ο τύπος ήθελε το διόλου ευκαταφρόνητο πακέτο. Πήρα τον πατέρα μου και πήγαμε στον Άγιο Σάββα. Ένας ακέραιος, νεαρός γιατρός που ζούσε σχεδόν μέσα στο νοσοκομείο, τον ανέλαβε. Του μίλησε σαν άνθρωπος. Μας είπε την αλήθεια. Του χάιδεψε τα μαλλιά. Κάναμε λίγες (μάλλον αχρείαστες) χημειοθεραπείες και μετά μας είπε «Πηγαίνετε στο νησί, στο σπίτι σας, στο νοσοκομείο σας. Να βλέπει οικεία πράγματα, το χώμα του, τους συγγενείς του».  Στον διάδρομο, γερόντια από τα χωριά τού φίλαγαν τα χέρια. Γυρίσαμε. Σε έναν μήνα, ο πατέρας μου είχε πεθάνει.

  

Αν αυτή η κυβέρνηση είναι στοιχειωδώς καλύτερη από την προηγούμενη, πρωτίστως πρέπει να βελτιώσει αυτό. Την κατάσταση στα κρατικά νοσοκομεία.

 

(ξαναγραμμένο)