«Λεκτικός κανιβαλιστικός εξουσιαστικός λόγος», «υγειονομικός έλεγχος της γλώσσας», σεξισμός, ρατσισμός, αμφισβήτηση κλασικών κειμένων από Μαρκ Τουέιν έως Σαίξπηρ, ο ρόλος της εικόνας, είναι μερικά μόνο από αυτά που διαβάζεις αν κάνεις μια έρευνα σε όσα έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την «πολιτική ορθότητα», το politically correct που στην Αμερική έχει αποκτήσει διαστάσεις λεκτικού και κοινωνικού νεομακαρθισμού για όσους, συχνά από αβλεψία, εκφράζονται δημοσίως λανθασμένα και υποτιμητικά όταν αναφέρονται σε μειονοτικές ομάδες ή στις γυναίκες, και όχι μόνο.

 

Μάλιστα, έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που απειλούνται καθηγητές πανεπιστημίων, πολιτικοί, δημοσιογράφοι κάθε φορά που πέφτουν σε γλωσσικά ατοπήματα, όχι απλώς με δημόσια διαπόμπευση αλλά ακόμα και με απώλεια της εργασίας τους. Τι ισχύει τελικά; Πού τελειώνει η ευπρέπεια της έκφρασης και πού αρχίζει η υπερβολή; Σε τι βαθμό η γλώσσα αποτελεί πολιτική επιλογή και σε ποιον βαθμό φυσιολογικά αντανακλαστικά της καθημερινότητας; Ποια θέση παίρνει η ελληνική κοινωνία και πώς εμπλέκεται η ελληνική γλώσσα σε όλο αυτό; Ζητήσαμε τη γνώμη δύο Ελλήνων γλωσσολόγων.

 

Έχουμε την αίσθηση ότι οι γλώσσες αλλάζουν μέσα στον χρόνο σαν φυσικοί οργανισμοί, ότι εξελίσσονται. Όμως, αυτό που έχει πολύ μεγάλη σημασία είναι ότι στην πραγματικότητα οι γλώσσες δεν εξελίσσονται με αυτόν το γραμμικό τρόπο γιατί υπάρχει ο εξής παράγοντας: ο ίδιος ο άνθρωπος παρεμβαίνει και αλλάζει την εξέλιξη της γλώσσας. Κι αυτό λέγεται γλωσσική πολιτική.

 

— Να ξεκινήσω ρωτώντας σας αν η πολιτική ορθότητα είναι ένα θέμα καθαρά κοινωνικό ή γλωσσολογικό;

Ελένη Καραντζόλα: Καταρχήν η γλώσσα δεν είναι ένα αποκλειστικά γλωσσολογικό φαινόμενο, ένα σύστημα, όπως λέμε οι γλωσσολόγοι στις πιο δομικές προσεγγίσεις. Το βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας είναι ότι μιλιέται εν κοινωνία, δηλαδή η κοινωνική φύση του φαινομένου της γλώσσας. Δεν υπάρχει τίποτα το αξιοπερίεργο στο γεγονός ότι μπορούμε να βρούμε και μια γλωσσική διάσταση σε κάτι που απασχολεί την κοινωνία. Αυτό που είναι λίγο διαφορετικό για τη γλώσσα είναι ότι όλοι έχουν άποψη, τόσο οι γλωσσολόγοι που είναι ειδικοί, όσο φυσικά και όλοι οι χρήστες της. Αυτό είναι και ένα πρόβλημα των γλωσσολόγων, πώς να συζητήσουν για τη γλώσσα, αυτό που θεωρούν αντικείμενο της μελέτης τους, είτε καθαρά δομικά είτε στην κοινωνική της διάσταση, με όλους τους υπόλοιπους που είναι χρήστες και έχουν πράγματι το δικαίωμα να τοποθετηθούν κι εκείνοι πάνω στο θέμα γλώσσα.


Βαγγέλης Ιντζίδης: Ό,τι είναι γλωσσολογικό είναι και κοινωνικό.


ΕΚ: Παρόλο που η γλωσσολογία ως επιστήμη έχει και μια αυτονομία. Μπορείς να μιλήσεις για τις γλώσσες χωρίς να κάνεις αναφορά στην κοινωνική τους διάσταση, μόνο στη βιολογική, στο τι συμβαίνει στον εγκέφαλο, στην παράδοση του Τσόμσκι κ.λπ. που είναι κυρίαρχη στη γλωσσολογία. Όμως για πολλούς γλωσσολόγους, ανάμεσά τους κι εμείς, την κοινωνική διάσταση δεν μπορείς να την παρακάμψεις όταν μιλάς για τη γλώσσα.

 

— Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η άποψη της γλωσσολογίας όσον αφορά την πολιτική ορθότητα, αν αποτελεί αφετηρία νέων εξελίξεων ή αν περιχαρακώνει τη γλώσσα.

ΕΚ: Να πούμε για τι ακριβώς μιλάμε; Υπό τον τίτλο της πολιτικής ορθότητας ο καθένας ανασύρει διαφορετικά πράγματα στο μυαλό του, και ίσως να μην υπάρχει εντελώς ενιαία αντιμετώπιση για όλα. Εσείς, ας πούμε, τι θεωρείτε δείγμα «πολιτικής ορθότητας» στη γλώσσα;


— Τη διασάλευση της ρεαλιστικής αναπαράστασης της πραγματικότητας του κόσμου. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι το θέατρο ή η λογοτεχνία θα υποστούν ένα είδος αστυνόμευσης ή ακόμα και λογοκρισίας στο πώς θα λέγονται τα πράγματα.

ΕΚ: Η γλώσσα, επειδή όπως είπαμε είναι κοινωνικό φαινόμενο, αποτυπώνει κοινωνικές σχέσεις. Οι κοινωνικές σχέσεις είναι πάντοτε σχέσεις ισοτιμίας;


— Καθόλου.

ΕΚ: Ακριβώς. Είναι σχέσεις ανισότητας, εκμετάλλευσης, ιεραρχίας. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε, οι κοινωνίες, έχουν τα χαρακτηριστικά της άνισης κατανομής ισχύος κι αυτό κωδικοποιείται στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου. Κάτι που σήμερα μας φαίνεται μη αποδεκτό ενδεχομένως παλιότερα να ήταν. Θα χρησιμοποιούσατε τη λέξη «νέγρος»;

 

—Όχι, αλλά θα δεχόμουν τη χρήση της στο ιστορικό πλαίσιο που ανήκει. Αν είναι πρόβλημα ο όρος «μαύρος», τότε μήπως είναι πρόβλημα και το «λευκός»;

 ΕΚ: Υπάρχουν λέξεις που είναι περισσότερο στιγματισμένες από άλλες, που φέρουν μεγαλύτερο κοινωνικό φορτίο. Αν λοιπόν κάποιος, ως χρήστης της γλώσσας, δεν θέλει να έχει αυτές τις αρνητικές παραδηλώσεις, τότε δεν θα τις χρησιμοποιήσει, καθώς έχουν χρησιμοποιηθεί μέσα στις κοινωνίες με συγκεκριμένο τρόπο, γι' αυτό και έχουν κοινωνικό βάρος. Ως γλωσσολόγος αλλά και ως πολίτης θεωρώ ότι είναι στη σωστή κατεύθυνση το να μη χρησιμοποιούμε το «νέγρος» γιατί για μια ολόκληρη εποχή, την περίοδο του δουλεμπορίου, έδειχνε τη συνολική αντίληψη των κοινωνιών αυτών. Άρα εγώ, ως χρήστης της γλώσσας, δεν επιθυμώ να εκφραστώ για έναν συνάνθρωπό μου με αυτό τον τρόπο. Αυτό είναι ένα από τα βασικά νοήματα της πολιτικής ορθότητας.

 

Λέμε «οι διευθυντές», ποτέ δεν έχει πει κανείς «οι διευθύντριες». Γιατί λέμε πάντα «κάποιος» και ποτέ «κάποια»; Γιατί χρησιμοποιούμε το αρσενικό; Τις γυναίκες δεν θα τις δει κανείς αν δεν τις ονομάζει κιόλας. Η γλώσσα ονομάζει κάτι και στην ουσία σε διευκολύνει και να το δεις.
Λέμε «οι διευθυντές», ποτέ δεν έχει πει κανείς «οι διευθύντριες». Γιατί λέμε πάντα «κάποιος» και ποτέ «κάποια»; Γιατί χρησιμοποιούμε το αρσενικό; Τις γυναίκες δεν θα τις δει κανείς αν δεν τις ονομάζει κιόλας. Η γλώσσα ονομάζει κάτι και στην ουσία σε διευκολύνει και να το δεις.

 

— Το ποιες λέξεις χρησιμοποιούμε δεν έχει να κάνει και με το μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο καθενός;

ΕΚ: Προσωπικά, θα ήθελα να μην υπάρχουν συμπολίτες μου που να τις χρησιμοποιούν. Και εγώ και ο Βαγγέλης θεωρούμε ότι είναι σημαντικό, μέσω της εκπαίδευσης, να ασκούνται οι μαθητές στο τι σημαίνει η επιλογή των λέξεων σε διαφορετικά επικοινωνιακά περιβάλλοντα. Το να έχω ένα βιβλίο όπου αναφέρεται η λέξη «νέγρος» το θεωρώ πρόβλημα.

 

— Κι έτσι κατέληξαν να επέμβουν σε κλασικό βιβλίο του Τουέιν στην Αμερική, αλλάζοντας τη λέξη «νέγρος» σε «σκλάβος», το πιο διάσημο παράδειγμα παραλογισμού πολιτικής ορθότητας.

ΒΙ: Καταρχάς, έχουμε πρόσφατα το ντοκιμαντέρ «Δεν είμαι ο νέγρος σου» όπου παρουσιάζεται όλη η πορεία των αγώνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα στις ΗΠΑ. Δεν είναι για να διορθώσεις τον Τουέιν, αλλά όταν τον διδάσκεις στο σχολειό και θα ειπωθεί αυτή η λέξη όπως είναι γραμμένη, εκεί θα πρέπει να κάνεις μια ολόκληρη συζήτηση με τα παιδιά γιατί λέγονταν τότε έτσι, τι σήμαινε, γιατί σήμερα δεν την λέμε κ.λπ. Δεν χρειάζεται να επέμβεις στο κείμενο και να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο γράφτηκε.

 

— Μα, αυτό ακριβώς έγινε.

ΒΙ: Εγώ εκεί διαφωνώ. Το κείμενο πρέπει να παραμένει και να λέει αυτό που γράφει, η επιλογή των λέξεων όμως δεν μπορεί να μένει ασχολίαστη. Υπάρχουν πολύ πιο αθώα πράγματα που έχουν απαγορευτεί κατά καιρούς. Όπως π.χ. ο μονόλογος της Μόλι στον «Οδυσσέα» του Τζόις, αλλά και ολόκληρο το βιβλίο, που θεωρήθηκε ότι περιέχει λέξεις που δεν πρέπει να ακούγονται και να λέγονται ή να διαβάζονται. Υπάρχει επίσης κάτι άλλο που πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν. Αποσιωπούμε κάποια πράγματα και ενισχύουμε κάποια άλλα. Ένα θέμα της «πολιτικής ορθότητας» στη γλώσσα είναι πώς παρουσιάζεται η έμφυλη διάσταση στην επικοινωνία. Λέμε «οι διευθυντές», ποτέ δεν έχει πει κανείς «οι διευθύντριες». Γιατί λέμε πάντα «κάποιος» και ποτέ «κάποια»; Γιατί χρησιμοποιούμε το αρσενικό; Τις γυναίκες δεν θα τις δει κανείς, αν δεν τις ονομάζει κιόλας. Η γλώσσα ονομάζει κάτι και στην ουσία η επιλογή των λέξεων σε κατευθύνει και στο πώς να βλέπεις αυτό το κάτι.

  

ΕΚ: Πρόσφατα, πριν από λίγα χρόνια, μια συνάδελφος εκλέχτηκε στην Παιδαγωγική Σχολή της Θεσσαλονίκης, η Δήμητρα Κογκίδου, η οποία σε όλη της την αλληλογραφία υπογράφει «κοσμητόρισσα» και όχι «κοσμήτωρ». Είναι φτιαγμένο σύμφωνα με τους κανόνες της γλώσσας, πάρα πολύ λογικό, και ακόμα και εκείνοι που στην αρχή αντιδρούσαν, αυτήν τη στιγμή το βλέπουν θετικά. Αυτό που συμβαίνει με τη γλώσσα είναι ότι μέχρι να αλλάξει κάτι, μας ενοχλεί. Ο καθένας μας αποδέχεται αυτά που έχει συναντήσει, που του είναι λίγο οικεία, κι όταν κάτι πάει να αλλάξει, δυσκολεύεται να το αποδεχτεί. Δεν είναι όμως δύσκολο να το συνηθίσουμε μετά από λίγο. Κι αν είμαστε άνθρωποι που λέμε ότι ενδιαφερόμαστε για την κοινωνική αλλαγή –γιατί κάποιοι μπορεί να μην ενδιαφέρονται–, ένα μέρος αυτής της αλλαγής θα γίνει μέσα από αλλαγές στο γλωσσικό επίπεδο.


— Τι γίνεται όμως με τη ζωή που έχει πολλές εκφάνσεις και οι άνθρωποι εκφράζονται όπως καταλαβαίνουν; Μπορείς να βάλεις φραγμούς στο βρίσιμο, ας πούμε;

ΒΙ: Είναι ένα πράγμα πώς χρησιμοποιείς τη γλώσσα στον δημόσιο χώρο και άλλο πώς τη χρησιμοποιείς στον ιδιωτικό χώρο. Στον δημόσιο χώρο και δη στον θεσμικό δημόσιο χώρο, ο Τύπος και τα ΜΜΕ δεν μπορούν να λένε ό,τι θέλουν. Πρέπει να πεις αυτό που θέλεις με τον τρόπο που ο δημόσιος χώρος πλαισιώνει το θέμα για το οποίο κανείς μιλάει. Δεν είναι το ίδιο με το τι επιλέγεις να διαβάσεις ή με το πώς θα εκφραστείς σπίτι σου.

 

—Για χάρη της κοινωνικής αλλαγής, λοιπόν, η «πολιτική ορθότητα» κατευθύνει αυτές τις αλλαγές υποδόρια; Είναι σαν ένας «δούρειος ίππος», υπάρχει κίνδυνος να εξελιχθεί σε ένα οργουελικό newspeak που θα επιβάλλεται;

ΒΙ: Ο Όργουελ μιλάει για το πώς η γλώσσα μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που βλέπεις την πραγματικότητα και άρα ενισχύει αυτό που σας λέμε. Ότι αν δεν μιλάς με τα θηλυκά στα επαγγέλματα, η «κοσμητόρισσα», η «προεδρίνα», τότε δεν πρόκειται να δεις αυτό που υπάρχει, δηλαδή τη γυναίκα. Ο Όργουελ σας το λέει αυτό και από την ανάποδη. Όταν ακούτε τη φράση «WAR IS PEACE» , ο πόλεμος είναι ειρήνη, αντιστρέφω τα νοήματα. Ένα παιχνίδι ώστε να βλέπεις τη βόμβα σαν μια ειρηνική πράξη. Πράγμα που συμβαίνει στις μέρες μας. Με ποιον τρόπο η Δύση εξάγει ανθρώπινα δικαιώματα στη Μέση Ανατολή; Έχετε ξαναδεί στην Ιστορία ανθρώπινα δικαιώματα μέσω ρήψης βομβών στο Ιράκ, στον «Άξονα του Κακού», που έλεγε η ρητορική των μη-δημοκρατικών φιλελεύθερων στην Αμερική; Όχι. Βλέπετε ότι η γλώσσα παίζει. Να το δούμε και από θετική άποψη. Δεν είναι τραβηγμένη μέχρι τα άκρα η γλώσσα στο «Finnegans Wake» του Τζόις; Γιατί αναφέρετε τον Όργουελ και δεν λέτε την άλλη όψη; Ο Τζόις κάνει άπειρα παιχνίδια με τη γλώσσα. Και οι δύο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, λένε αυτό που λέει η γλωσσολογία, ότι η γλώσσα διαπραγματεύεται νοήματα και πρέπει να έχουμε στον νου μας πως μέσα από τη γλώσσα κάνουμε κατασκευή και διαπραγμάτευση των νοημάτων.

 

ΕΚ: Να ρωτήσω ευθέως, στον όρο «κοσμητόρισσα» ή στο να μη λέμε «νέγρος» αλλά μαύρος, έγχρωμος κ.λπ. ποιος είναι ο κίνδυνος; Τι είναι ανησυχητικό για την κοινωνία;

 

ΒΙ: Η επιλογή που θα κάνω δείχνει μια σειρά από σκέψεις που είναι έξω από το γλωσσικό πεδίο. Ανάλογα με το τι θα πείτε, επιλέγετε και ένα επίπεδο ύφους. Και κάνοντας αυτή την επιλογή ήδη έχετε στο μυαλό σας μια ταυτότητα ακροατή σας ή αναγνώστη σας. Ανάλογα με το πού βρίσκεστε θα διαλέξετε μια λέξη με κριτήριο τις πεποιθήσεις σας και το τι πιστεύετε για την ταυτότητα εκείνου που σας διαβάζει και σας ακούει.

 

Ένα καθεστώς αυταρχικό ή ελιτίστικο με μεγάλη ευκολία θα μιλήσει για τους «σακάτηδες» και με ακόμα μεγαλύτερη ευκολία θα τους ρίξει σε κάποιον Καιάδα.
Ένα καθεστώς αυταρχικό ή ελιτίστικο με μεγάλη ευκολία θα μιλήσει για τους «σακάτηδες» και με ακόμα μεγαλύτερη ευκολία θα τους ρίξει σε κάποιον Καιάδα.

 
— Τι γίνεται όταν έρχεται αυτή η από καθέδρας απαγόρευση σε ό,τι κρίνει ό,τι δεν είναι ορθό; Επιβάλλοντας μια απαξίωση, ακόμα και μια εξόντωση στην Αμερική για όποιον τολμάει να πει τα πράγματα όπως κρίνει αυτός ή αυτή...

ΒΙ: Ο Φίλιπ Ροθ, που έχει σελίδες επί σελίδων από βρισιές, του απαγόρευσε κανείς να το κάνει; Δεν νομίζω ότι απειλούνται οι συγγραφείς. Η τέχνη δεν μπορεί ποτέ να μπει σε καλούπια.

 

ΕΚ: Εγώ νιώθω ότι πολλές φορές συζητάμε στην Ελλάδα βλέποντας τι συμβαίνει σε άλλα μέρη, την ώρα που εμείς απέχουμε πάρα πολύ από το σημείο όπου ενδεχομένως αρχίζει ένας θεμιτός προβληματισμός.

 

— Ήδη στην ελληνική τηλεόραση, στα κανάλια μεγάλης εμβέλειας, έχουν αρχίσει να προσέχουν πώς λένε ό,τι λένε.

ΕΚ: Δεν είναι κακό αυτό. Όταν έχεις ένα μικρόφωνο στο χέρι, έχεις μεγάλη δύναμη και μπορεί να πολλαπλασιάζεται η φωνή σου χωρίς να μπορεί να πάρει ο άλλος ένα μικρόφωνο και να ανταγωνιστεί δημοκρατικά τα λεγόμενά σου. Δεν είναι κακό λοιπόν να υπάρχει μια αυτοσυγκράτηση.

 

Υπάρχουν λέξεις που είναι περισσότερο στιγματισμένες από άλλες, που φέρουν μεγαλύτερο κοινωνικό φορτίο. Αν λοιπόν κάποιος, ως χρήστης της γλώσσας, δεν θέλει να έχει αυτές τις αρνητικές παραδηλώσεις, τότε δεν θα τις χρησιμοποιήσει, καθώς έχουν χρησιμοποιηθεί μέσα στις κοινωνίες με συγκεκριμένο τρόπο, γι' αυτό και έχουν κοινωνικό βάρος.

 

— Πώς αντιμετωπίζεις τον αυθορμητισμό και το λαϊκό ένστικτο; Δηλαδή αποκαλώντας την «ιερόδουλη» sex worker, σέβεσαι το επάγγελμά της περισσότερο ωραιοποιώντας το;

ΒΙ: Άρα μας λέτε ότι η επιλογή να την πω sex worker στην πραγματικότητα αποπολιτικοποιεί την εργασία και την κάνει ένα είδος γενικευμένης εμπορευματοποίησης των πάντων. Αλλά και πάλι, αυτό που λέτε μας δείχνει ότι ο τρόπος με τον οποίο θα χρησιμοποιήσω μια έκφραση για να χαρακτηρίσω, περιγράψω, ορίσω κάτι, ορίζει και το πώς επιλέγω να βλέπω την κοινωνία. Μιλάμε όλοι σήμερα για ετερότητα και αυτό τείνει να αντικαταστήσει την έννοια κοινωνική ανισότητα. Όλα αυτά μας οδηγούν σε ένα ασφαλές συμπέρασμα. Η χρήση της γλώσσας και η επιλογή των λέξεων, το επίπεδο ύφους που χρησιμοποιώ, είναι ενδεικτικό του πώς βλέπω την κοινωνία ή πώς θέλω και οι άλλοι να βλέπουν την κοινωνία. Κι εκεί αρχίζει μια πολιτική σχέση και θέση, κάτι που στη δημοκρατία πρέπει να υπάρχει και να συζητιέται. Όταν λες μια γυναίκα sex worker, το κάνεις για δύο λόγους. Καταρχάς για να της δώσεις δικαιώματα περίθαλψης, άρα την εντάσσεις στον χώρο της εργασίας, και αυτό είναι θετικό. Υπάρχει όμως και ο κίνδυνος αυτού του είδους την εργασία να την παρουσιάσεις ως εύλογη επιλογή σε μια άνεργη γυναίκα, κάτι που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Οπότε αυτό είναι ένα θέμα πολύ προβληματικό, μέσα στο οποίο υπάρχουν συζητήσεις που πρέπει να γίνονται.


ΕΚ: Τι σημαίνει σήμερα στην ελληνική κοινωνία η λέξη «ιερόδουλη»; Τίποτα! Είναι η πιο αδιαφανής λέξη, όπως λέμε στη γλωσσολογία, γιατί έχουμε ξεχάσει το νόημά της. Κάθε φορά υπάρχει ένα σακούλι με λέξεις και, ανάλογα με αυτό που θέλεις να εκφράσεις, βάζεις το χέρι σου μέσα και διαλέγεις.


ΒΙ: Δεν λέμε ή θα πεις αυτό ή το άλλο. Λέμε, πρόσεξε γιατί ανάλογα με το τι θέλεις να πεις, σηματοδοτείς κάτι απέναντι στους άλλους.

 

— Κοινωνικά τι πρέπει να γίνει; Θα πρέπει οι άνθρωποι, ένα ζευγάρι π.χ., να μην μπορεί να βριστεί, χρησιμοποιώντας τον όρο sex worker αντί για «πουτάνα» ας πούμε;

ΒΙ: Αν το κάνει ένα ζευγάρι, θα προκαλέσει γέλιο. Εμένα με ενδιαφέρει τι θα ειπωθεί σε έναν καβγά στην τηλεόραση. Αν με αφορά πώς θα καβγαδίσουν στο σπίτι τους οι άνθρωποι, πάμε στον Όργουελ.

 

 

— Αυτό ακριβώς λέω. Η απειλή που διαφαίνεται στη δημοκρατία της καθημερινότητας.

ΒΙ: Η δημοκρατία της καθημερινότητας έχει να κάνει με βασικές νομικές υποχρεώσεις και σεβασμό δικαιωμάτων όλων των πολιτών στον δημόσιο χώρο και εκεί όπου ο ιδιωτικός τέμνεται με τον δημόσιο. Όπως είναι το οικογενειακό δίκαιο. Για κάθε άλλη συζήτηση πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι υπάρχουν ομάδες, υπο-ομάδες, υποκουλτούρες που έχουν το δικό τους ιδιόλεκτο.

 

ΕΚ: Πολλές περιστάσεις όπου κάποιες λέξεις είναι αποδεκτές και άλλες δεν είναι. Σχετικά με τον όρο του sex worker το σημαντικότερο για μένα είναι ότι δεν έχει βρει το αντίστοιχό του στα ελληνικά. Μιλάμε για έναν αγγλικό όρο, ο οποίος στα αγγλικά έχει άλλη τριβή από τη χρήση, είναι άλλη η συζήτηση απ' ό,τι αν γινόταν σε ένα αγγλόφωνο περιβάλλον.

 

— Πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν οι ανάπηροι;

ΕΚ: Το ερώτημα είναι αν αυτό είναι το μόνο που χαρακτηρίζει την ύπαρξή τους. Η γλώσσα έχει την εξής ιδιότητα, μία δράση να τη μετατρέπει σε ιδιότητα εγγενή, γι' αυτό τα συζητάμε όλα αυτά. Ο ανάπηρος είναι ένας άνθρωπος που έχασε ένα μέλος του σώματός του. Όταν τον αποκαλούμε επανειλημμένως ανάπηρο, διαλέγουμε να τον χαρακτηρίσουμε γι' αυτήν του την πτυχή του και μόνο. Το ότι από το σακουλάκι με τις λέξεις επιλέξαμε αυτό του το χαρακτηριστικό σημαίνει ότι εγώ πάνω του δεν βλέπω τίποτε άλλο, όπως το ότι μπορεί να είναι έξυπνος ή ταλαντούχος, βλέπω μόνο ότι κάτι του λείπει. Κι εκεί σταματώ, αυτήν επιλέγω ως ταυτότητά του.

 

—Ξέρετε, ακόμα και όροι όπως ΑΜΕΑ ή «ειδικών αναγκών» συχνά δεν είναι αποδεκτοί.

ΕΚ: Ο καθένας μας διαθέτει μια προσωπική ζυγαριά. Στον δημόσιο χώρο όμως πρέπει να βρούμε μια ισορροπία. Κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τον διάλογο, θα πει κάποιος ο Χ όρος έχει αυτό το πρόβλημα κ.ο.κ. Χρειάζεται ζύμωση για να καταλήξουμε στο τι θα χρησιμοποιούμε.

 

ΒΙ: Πάντως μια αρχή που πρέπει να τηρούμε είναι να μη χρησιμοποιούμε λέξεις που φέρουν έντονα αρνητικές συνδηλώσεις. Αν πεις κάποιον «σακάτη», εννοείς και έναν σακατεμένο άνθρωπο, αλλά και κάποιον που δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ενώ αν τον πεις «άτομο με ειδικές ικανότητες» αναφέρεσαι σε έναν άνθρωπο που, ενώ έχει πρόβλημα αναπηρίας, μπορεί να κάνει πράγματα.

 

— Δεν είναι οι συνθήκες και το πλαίσιο που καθορίζουν τι λες και πώς το λες;

ΒΙ: Η επιλογή πώς θέλεις να βλέπεις τον συμπολίτη σου.


ΕΚ: Ένα καθεστώς αυταρχικό ή ελιτίστικο με μεγάλη ευκολία θα μιλήσει για τους σακάτηδες και με ακόμα μεγαλύτερη ευκολία θα τους ρίξει σε κάποιον Καιάδα.


ΒΙ: Ο Χίτλερ είπε ότι οι ανίκανοι και οι πνευματικά καθυστερημένοι δεν δικαιούνται να παίρνουν διπλή μερίδα βούτυρο και στο τέλος εξόντωσε 50.000 παιδιά γερμανικών οικογενειών προτεσταντών στα ιδρύματα. Τα πρώτα του θύματα.


ΕΚ: Η γλωσσική επιλογή νομιμοποιεί τέτοιες καταστάσεις. Και μετά δεν είναι δύσκολο να χτίσεις επάνω σε αυτό μια επόμενη δράση. Έχω την αίσθηση ότι πολλές φορές οι ευαισθησίες σαν τη δική σας, που εκφράζονται από ανθρώπους που έχουν να κάνουν με την τέχνη, υποτιμούν αυτήν τη διάσταση. Ότι όταν συζητάμε με όρους αισθητικής, όντως είναι όπως τα λέτε, αλλά όταν το δούμε σε μια πιο ευρεία διάσταση, στη μεγάλη κλίμακα, εκεί υπάρχουν και κάποιες άλλες συνέπειες ενδεχομένως.

 

— Υπήρξε άλλη ιστορική περίοδος κατά την οποία κάποιοι, καθεστώς, Εκκλησία, κοινωνική τάξη, προσπάθησαν να κατευθύνουν τον λαϊκό γλωσσικό κώδικα προς μια κατεύθυνση;

ΕΚ: Έχουμε την αίσθηση ότι οι γλώσσες αλλάζουν μέσα στον χρόνο σαν φυσικοί οργανισμοί, ότι εξελίσσονται. Όμως αυτό που έχει πολύ μεγάλη σημασία είναι ότι στην πραγματικότητα οι γλώσσες δεν εξελίσσονται με αυτόν το γραμμικό τρόπο γιατί υπάρχει ο εξής παράγοντας: ο ίδιος ο άνθρωπος παρεμβαίνει και αλλάζει την εξέλιξη της γλώσσας κι αυτό λέγεται γλωσσική πολιτική. Όπως αυτό που έκανε ο Κοραής ή αυτό που έγινε με το Σύνταγμα του 1911 που τελικά πέρασε η καθαρεύουσα, ενώ η συζήτηση στη Βουλή ήταν για να καθιερωθεί η δημοτική. Αλλά ήταν τέτοιος ο συσχετισμός και η ιστορική συγκυρία, που ο Βενιζέλος υποχώρησε και καθιερώθηκε για πρώτη φορά σε ελληνικό Σύνταγμα ως γλώσσα του κράτους η καθαρεύουσα. Αυτό δεν είναι μια φυσική εξέλιξη της γλώσσας, ήταν η απόφαση μιας πολιτικής ηγεσίας.

 

—Με τα δεδομένα της πολιτικής ορθότητας, πιστεύετε ότι μπαίνουν οι βάσεις ώστε να επικρατήσει μια άλλη ηθική της γλώσσας, ένα άλλο λεξιλόγιο στις επόμενες γενιές;

ΕΚ: Το τι θα επικρατήσει και τι όχι εξαρτάται από πάρα πολλά πράγματα. Μπορεί για κάποια πράγματα να υπάρξει μια οπισθοχώρηση, όπως είπα δεν υπάρχει γραμμική εξέλιξη στα γλωσσικά θέματα.

 

— Δηλαδή σε 20 χρόνια από τώρα, ένα νέο παιδί, μεγαλωμένο με το χαλινάρι μιας αποστειρωμένης και ελεγχόμενης γλώσσας, δεν θα μπορεί να πει τη λέξη «πουτάνα» λ.χ. ούτε ως χιούμορ, γιατί θα ξέρει μόνο τον όρο sex worker;

ΕΚ: Το ζήτημα είναι ο δημόσιος χώρος, αυτό συζητάμε, το τι θα πει το ρεπορτάζ της τηλεόρασης και ο δημοσιογράφος. Δεν μιλάμε για το τι θα λέμε μέσα στα σπίτια μας.

 

ΒΙ: Οι παράλληλες κουλτούρες και εκφράσεις θα υπάρχουν. Θα πει ένας νέος και τη λέξη «πουτάνα». Αυτό για το οποίο μιλάμε είναι οι επιλογές των ΜΜΕ που έχουν διαπαιδαγωγητικό ρόλο – ποιες θα είναι; Το «πουτάνα» θα το ακούσει κάποιος έξω στον δρόμο, στη λογοτεχνία θα το διαβάσει. Η δική μας θέση δεν είναι να είμαστε υπέρ ή κατά της πολιτικής ορθότητας αλλά να ξεφύγουμε από αυτόν το μανιχαϊσμό. Τι χρησιμοποιώ, πώς το χρησιμοποιώ και πού το χρησιμοποιώ είναι μια πολιτική επιλογή στον δημόσιο χώρο. Κάτι θέλω να περάσω. Αυτό είναι όλο. Δεν είναι θέμα ορθού ή μη ορθού, είναι οπτικές για να επιβάλω επιλογές.

 

— Εν κατακλείδι, δεν βλέπετε κανένα πρόβλημα με την πολιτική ορθότητα;

ΕΚ: Προσωπικά, πάντα με προβληματίζει όταν βλέπω ομάδες ή ανθρώπους που θεωρούν ότι εκείνοι πρέπει να αποφασίζουν για μια καλή ή κακή χρήση. Μια αυτόκλητη ομάδα που της έχουμε αναθέσει να συμπεριφέρεται ως police academy. Αυτό με απασχολεί βαθύτατα. Είτε πρόκειται για ακαδημαϊκό φορέα είτε για έναν κύκλο ανθρώπων που θεωρούν ότι εκείνοι «ξέρουν» και μπορούν να μας λένε πώς θα λέμε τα πράγματα. Θέλω να καταλήξουμε για όλα αυτά μέσα από γόνιμο διάλογο.