Εντάξει, χλευάστε όσο θέλετε. Ναι, ασχολούμαι με τρίχες. Ναι, με ενοχλεί και με παραενοχλεί που οι άσπρες τρίχες στον καθρέφτη μού θυμίζουν πόσο ανελέητος είναι ο χρόνος και ότι με έχει βάλει κι εμένα εντατικά στο μάτι. Τα μαλλιά μου δεν είναι απλώς τρίχες, είναι νευρώνες υπαρξιακής αυτοπεποίθησης και όταν αποχρωματίζονται τα γρανάζια αυτού του αλλόκοτου κόσμου λειτουργούν ακόμα πιο φοβικά. Ναι, αποζητώ την παλιά εκδοχή του εαυτού, δεν έχει καθόλου πλάκα που η κόμη μου θυμίζει τη θεία μου την Αμερσούδα (ετών 95). Τι να σου κάνουν μετά το στυλ, η new age αυτοπεποίθηση που έχτισες με τη φωνή της Λουίζ Χέιζ, το τάχα καλογυαλισμένο γόητρο! Έχω άσπρες τρίχες; Ηττήθηκα.

 

Για να μη μιλήσω για την κοκεταρία που έχει πάει περίπατο να κόψει μαργαρίτες. Αυτή ανήκει στην π.κ. (προ κορωνοϊού) εποχή, όταν τίναζα μαλλιά αλά Φάρα Φόσετ και άνοιγα την πόρτα της ζωής με κατακόκκινα καλοβαμμένα νύχια. Τώρα; Τώρα μισοϋπάρχω και θυμίζω μια εκδοχή του εαυτού μου. Μοιάζω με ζαρωμένο παιδί των λουλουδιών που ξέμεινε στα Μάταλα. Αφημένη σε μια παραίτηση που δεν είναι επιλογή ή κατάθλα αλλά υποχρεωτική στάση υπευθυνότητας απέναντι στον αναθεματισμένο ιό.

 

Στην απελπισία πάνω και μετά από δεκάδες μηνύματα βρήκα τη Δήμητρα, που 'ναι κορίτσι φίνο, με καλή αισθητική.
Στην απελπισία πάνω και μετά από δεκάδες μηνύματα βρήκα τη Δήμητρα, που 'ναι κορίτσι φίνο, με καλή αισθητική.

 

Η Βουγιούκλω, έξαλλη, μου κάνει ήχους αποδοκιμασίας: «Τι σας έμαθα, χρυσό μου; Δεν σας έμαθα να κάνετε όλες τις μαθητριούλες στα σαράντα;». Τι να της εξηγώ ότι όλα τα κομμωτήρια είναι κλειστά και οι κομμωτές κλειδαμπαρωμένοι σπίτι τους! Ζητείται ελπίς. Ζητείται συνοικιακή κομμώτρια που μένει στο τετράγωνο να έρθει με μάσκα, γάντια και τουφεκοστολή να μου περάσει τη ρίζα στο μπαλκόνι. Να σώσω την υστεροφημία μου και να καθησυχάσω το παιδί μέσα μου που τσιρίζει έξω απ' την κλειστή πόρτα του κομμωτηρίου.

 

Πες, την καραντίνα μου τη φέρνω βόλτα (ας πούμε), ο ιδρυματισμός είναι στην ανθρώπινη φύση που όλα τα αντέχει, όλα τα υπομένει κ.λπ. κ.λπ. Με τον καθρέφτη, όμως, τι κάνεις; Να τον καλύψω με μοβ σεντόνια, όπως συνήθιζαν τα περασμένα χρόνια στην επαρχία όταν υπήρχε πένθος; Να κυκλοφορώ με σκούφο; Με μπούρκα; Με περούκα;

 

Εντάξει, ακούω να λέτε «εδώ ο κόσμος χάνεται, πάτησε όλος ο πλανήτης pause, θρηνούμε κάθε μέρα εκατοντάδες νεκρούς και δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει. Τι θες κούκλα μου, μιζανπλί;» (Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει, αλλά μου κάνει πολύ κομμωτηριακό). Η απάντηση είναι «ναι», θέλω να χαϊδέψω επιφάνεια, θέλω όλα αυτά που μου κάνουν έναν γενναίο αντιπερισπασμό. Επιθυμώ όλα εκείνα που αποτελούν για μένα κώδικες κανονικότητας και φόρο τιμής στο οικοδόμημα «Εαυτός», που χτίστηκε με ό,τι υλικά έκρινα απαραίτητα και λογαριασμό δεν έδινα σε κανέναν. Τώρα, και για κατούρημα να βγάλω τον σκύλο, χρειάζεται να «λογοδοτήσω».

 

Κάνω, λοιπόν, έκκληση να προστεθεί στους λόγους και ένας επιπλέον που θα λέγεται: καλλωπισμός, σουλούπωμα, αυτοσυντήρηση, κοκεταρία. Ας το πουν όπως θέλουν, αλλά ας μου δώσουν πίσω αυτή την ελάχιστη πολυτέλεια αξιοπρεπούς παρουσιαστικού και κόμης. Χρειάζομαι το προσωπικό μου καταφύγιο την ώρα που το καλιαρντό κουκού πετάει απειλητικά πάνω από το κεφάλι μας.

 

Αφού δεν έχω καμιά απάντηση για τίποτα, αφού το εμβόλιο καθυστερεί, τουλάχιστον να μην είμαι σαν την κατσιβέλα. Να νοσήσω, αν αυτό μου γράφει, αλλά να νοσήσω τύπου Κατρίν Ντενέβ στις «Ομπρέλες του Χερβούργου».

 

Και ρωτάω, ήσυχα: γιατί οι λαϊκές έμειναν ανοιχτές και τα κομμωτήρια κλειστά; Γιατί δεν μπορούσαμε, με τις συνήθεις πλέον προφυλάξεις που μάθαμε να παίρνουμε, να πάμε στον μπαρμπέρη να στρώσει τη φαβορίτα να μη θυμίζει ο σύντροφός μου τον Κοκότα; Έχει μεγαλύτερη σημασία να έχω μελιτζάνες και κολοκυθάκια στο ψυγείο απ' το να 'ναι το μαλλί μου στη θέση του και να μην έχει γίνει μια ξεχωριστή οντότητα που ζει στο σώμα μου; (Είναι μέρες που το μαλλί μου το αντιλαμβάνομαι σαν κάτι άλλο, έξω από το σώμα μου, σαν να έχει μπει ο εξαποδώ και γίνεται πράσινο και φέρνει το κεφάλι μου 180 μοίρες περιστροφή.)

 

Δεν υποφέρεται η καταδίκη τού να δείχνω όπως να 'ναι. Πες, την καραντίνα μου τη φέρνω βόλτα (ας πούμε), ο ιδρυματισμός είναι στην ανθρώπινη φύση που όλα τα αντέχει, όλα τα υπομένει κ.λπ. κ.λπ. Με τον καθρέφτη, όμως, τι κάνεις; Να τον καλύψω με μοβ σεντόνια, όπως συνήθιζαν τα περασμένα χρόνια στην επαρχία όταν υπήρχε πένθος; Να κυκλοφορώ με σκούφο; Με μπούρκα; Με περούκα; Να συστήνομαι Αμαντέους Μότσαρτ;

 

Τι να πεις σ' αυτήν τη ρίζα που έχει πάρει την κατιούσα και κατεβαίνει σαν να 'ναι λάβα; Να της πεις «περίμενε, ρίζα, να ακούσουμε τα νέα μέτρα και μετά τις 4-5 μπορεί και να σε σουλουπώσουμε»; Πραγματικά, οι μόνοι τυχεροί τις μέρες του κορωνοϊού και της καραντίνας είναι η Καραφλή του Ιονέσκο και όλοι οι καραφλοί. Όσο πιο γλόμπος, τόσο πιο καλά. Έχουν φάει χρόνια πριν τη φρίκη τους, έχουν περάσει στην αποδοχή, έχουν κάνει τη φαλάκρα στυλ και τώρα, που όλοι είμαστε σαν τον Κικίλια που θυμίζει Πρωτοψάλτη, γελούν εις βάρος μας σαρδόνια. Μαλλιά δεν θέλατε; Διαχειριστείτε τα.

 

Στον δρόμο όταν βγαίνω με αιτιολογία Νο1, 2, 4 ή 6 είναι πραγματικά ξεκαρδιστικά τα κεφάλια των ανθρώπων. Αν τους φωτογράφιζε ένας φωτογράφος, θα έκανε σίγουρα έκθεση με τίτλο «Τα μαλλιά τις μέρες του κορωνοϊού». Μεσήλικες με φουντωτό μαλλί που θυμίζουν εφήβους αυνάνες, γυναίκες με φριζαρισμένα μαλλιά σε απροσδιόριστη απόχρωση, φυσικές ξανθές με κατάμαυρες ρίζες. Πιο ό,τι να η κόμη παρά ποτέ. Άσ' τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα, άσ' τα ν' ανεμίζουνε στον τρελοκορωνοϊό. Το «he/she had a very bad hair day» έχει γίνει καθημερινό μότο. Τους βλέπεις και τους λυπάσαι μέχρι να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη, που τον λυπάσαι διπλά. Κάτι σαν κατάντημα.

 

Κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι τα χέρια του κομμωτή στο κεφάλι μου να με φροντίζουν. Μέχρι τον Φίγκαρο σκέφτομαι και τον κουρέα της Σεβίλλης. Τις προάλλες έβαλα τον «Εραστή της κομμώτριας», έτσι, να αναπνεύσω λίγο κομμωτήριο, να ακούσω κανένα σεσουάρ. Τι να πω; Παραδέχομαι τη ροπή μου προς τις τρίχες. Ανέκαθεν τα μαλλιά μου ήταν το πιο πολύτιμο απ' τα υπάρχοντά μου. Αν καιγόταν, ας πούμε, το σπιτάκι-εαυτός και μπορούσα κάτι σώσω, αυτό θα ήταν τα μαλλιά μου.

 

Με τον κομμωτή μου έχουμε έρθει κοντά. Δηλαδή εγώ τον έχω φέρει κοντά. Αυτός μάλλον αγανακτεί. Του στέλνω απελπισμένα μηνύματα με απανωτά ερωτηματικά: «πότε θα ανοίξετε;», «ποτέ θα με δεις;». Όλο «πότε» και «πότε» το πάω. Σαν καψούρα χωρίς ανταπόκριση ένα πράγμα. «Δεν ξέρω», απαντά, «δεν εξαρτάται από μένα». Μέχρι και σε κυβερνητικό στέλεχος απευθύνθηκα: «Πες μου αν υπάρχει καμιά εσωτερική πληροφορία για το πότε θα ανοίξουν τα κομμωτήρια». Απάντηση, φυσικά, δεν πήρα. Αν μπορούσα, όμως, θα το έθετα το ζήτημα και στη Βουλή.

 

Λένε στις 4 Μαΐου. Μέρα γιορτής. Τόσες που 'ναι οι απελπισμένες με βλέπω να εξυπηρετούμε τον Ιούνιο. Συμπάσχουν μαζί μου ένα σωρό γυναίκες. Και άντρες που μοιάζουν άφρο ρέγκε. Η μαμά μου, που σε όλα διαφωνούμε και έχει πατήσει τα 75 και είναι σε ευπαθέστατη ομάδα, έχει πάθει εμμονή με το μαλλί της και παρακαλάει την κομμώτρια να πάει να τη σώσει και να της τα κάνει ακόμα και στην ταράτσα. «Ευτυχώς που δεν με βλέπεις», μου λέει, «γιατί δεν αντέχω να βλέπω τον εαυτό μου». «Μήπως αντέχω να βλέπω εγώ τον δικό μου;» της λέω και επιτέλους σε κάτι συμφωνούμε απόλυτα.

 

Στην απελπισία πάνω και μετά από δεκάδες μηνύματα βρήκα τη Δήμητρα, που 'ναι κορίτσι φίνο, με καλή αισθητική και, κυρίως, κάνει τα χιλιόμετρά της και από άποψη και για γυμναστική και προθυμοποιήθηκε να έρθει στο μπαλκόνι να μου βάψει το στεφάνι μου (μισό κεφάλι). Μόνο ροδοπέταλα δεν της έστρωσα και καθώς μου περνούσε τη βαφή μού εξήγησε πώς μπορώ να το κάνω μόνη μου με απλά βήματα. Επειδή μου φάνηκε πιο απλό και από κέικ πορτοκάλι σάς το δείχνω και ο Θεός βοηθός. Δηλαδή πόσο χειρότερο μπορεί να γίνει απ' αυτό που έχετε ήδη;

 

 

* Ευχαριστούμε τη Δήμητρα Σαμαρά ([email protected]) για τη συμμετοχή της στο βίντεο.