Ποιος να το έλεγε ότι η πανδημία του κορωνοϊού και η υποχρεωτική καραντίνα θα έκαναν τον ερωτισμό παστεριωμένο! Είμαι πιο ανέγγιχτη και ατσαλάκωτη από ποτέ. Σαν να μ' έχεις τυλίξει σε προστατευτικό σελοφάν. Θυμίζω ντοστογιεφσκική ηρωίδα, χλωμή και ντροπαλή, που λιποθυμάει στο πρώτο ανοιξιάτικο αεράκι. Μέρα τη μέρα «παρθενοποιούμαι» (προσθέστε, κ. Μπαμπινιώτη, στο λεξικό τη λέξη και τη χρήση της κατά τη διάρκεια του κορωνοϊού). Το μόνο επιτρεπτό πια είναι το χάδι του αέρα και το αυτοχάδι, με την προϋπόθεση στο αυτοχάδι να έχουμε σαπουνισμένα τα χέρια με «happy birthday to you». Επιστροφή, λοιπόν, στις μέρες που μας έδινε χαρά μόνο ο εαυτός μας.


Μόνοι τυχεροί της καραντίνας οι φρεσκοερωτευμένοι. Όλοι οι υπόλοιποι έχουμε πέσει στα τάρταρα της ερωτικής μοναξιάς και αυτοσχεδιάζουμε με το Διαδίκτυο. Ακραίος εφιάλτης όλων η μέρα που θα κοπεί το Ίντερνετ. Σαν να κλείνει ο δίαυλος επικοινωνίας με τους έξω. Χραπ! Η αυτοϊκανοποίηση πήρε πάλι τα πάνω της. Γίναμε όλοι ρυτιδιασμένοι δεκαπεντάχρονοι που ξυπνούν το σώμα τους από την αποχαύνωση της καραντίνας. Η φαντασία έγινε το καταφύγιο του κάθε κορωνοϊο-κατατρεγμένου. Φανταζόμαστε θάλασσες, μεθύσια, ανθρώπους να μας αγκαλιάζουν, γλωσσόφιλα διαρκείας. Φανταζόμαστε, και φανταζόμαστε... Σαν χειρολαβή στο τρελό φορτηγό που ήρθε κατά πάνω μας από τη Γουχάν σε χρόνο dt.


Είναι μέρες που αποφεύγω να δω στον καθρέφτη την αξιοθρήνητη όψη μου (λευκές ρίζες, απεριποίητα νύχια, χλωμή επιδερμίδα). Εκείνες τις μέρες με φαντάζομαι σαν δεκαπεντάχρονη ηρωίδα του Ναμπόκοφ και σέρνομαι νωχελικά στον καναπέ, κάνοντας φανταστικές τσιχλόφουσκες. Αφήνω τον εαυτό μου να παρασυρθεί σε ένα αέναο ονειροπόλημα. Ζω δύο ζωές: την πραγματική και τη φανταστική. Κάθε μέρα ανακαλύπτω και άλλον παρτενέρ απ' το ισταγκραμικό πάνθεον των υπέροχων αυτού του κόσμου.

 

Τζούλη Αγοράκη: Αναπάντητα πέη παντού
H συγγραφέας του άρθρου Τζούλη Αγοράκη

 

Θα λέμε «θυμάσαι εκείνες τις μέρες του κορωνοϊού τι πεο-συρροή είχαμε;». Πολλοί άντρες έχουν μετατραπεί σε διαδικτυακούς εφαψίες. Στέλνουν με άνεση το πουλί τους, ενώ δεν έχουν ανταλλάξει τίποτα πέρα από τα βασικά.


Χθες έκλεισα τα μάτια και φανταζόμουν ‒άκου τώρα‒ τον Άλκη Γιαννακά. Καλά περάσαμε. Για ένα τεταρτάκι, Άλκη, ήσουν ακόμα νέος, μύριζες όμορφα, είχαμε ξεφύγει απ' την ειδησεογραφία. Και μετά, επιστροφή στο πρόγραμμα του εγκλεισμού. Πάλι Νetflix, συνταγές στο Διαδίκτυο, καμιά βόλτα στο τετράγωνο με τον σκύλο, συναντώντας σκυφτούς ανθρώπους, με μάσκες, που με προσπερνούν γρήγορα. Η πραγματικότητα πιο αλλοπρόσαλλη από ποτέ.

 

Ο καταπιεσμένος πόθος διοχετεύεται πλέον σε σπιτική μπεσαμέλ. Τη γυρίζεις στο κατσαρολάκι και νιώθεις ότι φέρνεις γύρες σε ένα κρεβάτι. Η ευχαρίστηση δίνεται διαμέσου της τροφής και της μαγειρικής. Ακούς επαίνους: «Ρε μωρό μου, τι μας έκανες απόψε;» Και εννοεί την μπεσαμέλ. «Σ' αρέσει, ε;» απαντάς και υπάρχει ένας ερωτικός διάλογος, πάντα για την μπεσαμέλ. Επικίνδυνες μαγειρικές που αντικαθιστούν τις επικίνδυνες σχέσεις. Ο Βαλμόν είναι το μοσχαράκι και η μαρκησία Ντε Μερτέιγ το κρεμμυδάκι που θα κάνει το στιφάδο. Δεν βαριέσαι, άμα χορτάσει το στομάχι, τα πράγματα μετά είναι πιο βολικά. Τη μία πείνα τουλάχιστον την κατεύνασες, η άλλη φουντώνει αργά το βράδυ.

 

Οι νύχτες μου, όμως, είναι καλύτερες από τις μέρες σας, όπως λέει στο ομώνυμο βιβλίο της η Raphaële Billetdoux. Τα βράδια πια έχουν μια δική τους μυστική χορογραφία. Κάθεσαι και περιμένεις να βρέξει το κινητό σου πουλιά. Όπως το ακούτε. Να γεμίσει πουλιά το inbox. Τι πουλιά; Όχι μπεκάτσες πάντως. Λόγω άνοιξης, τα λες και αποδημητικά. Το αδιαχώρητο γίνεται στα ινσταγκραμικά και φεϊσμπουκικά σταυροδρόμια.

 

Και να ήμουν η μόνη, να το καυχηθώ, να νιώσω και λίγο Μπριζίτ του κορωνοϊού, καλά θα ήταν, άλλα μεταξύ γυναικών είναι κοινό μυστικό πια. Οι άντρες, από το πολύ «χαβούδιασμα», τρελάθηκαν και δείχνουν τα όργανά τους. Έναν μήνα τώρα έγκλειστοι, είναι λες και ο Ιονέσκο κατσικώθηκε στον καβάλο τους. Ξεσαλώνουν. Ο ερωτισμός χτυπάει κόκκινο και, καθώς δεν βρίσκει παραλήπτη, κάνει τα δικά του.


Από τότε που ο κορωνοϊός μάς έκλεισε στο σπίτι, οι στύσεις έγιναν πιο σκληρές, η επιθυμία των αντρών να μοιραστούν τις στύσεις τους μνημειώδης. Θα λέμε «θυμάσαι εκείνες τις μέρες του κορωνοϊού τι πεο-συρροή είχαμε;». Πολλοί άντρες έχουν μετατραπεί σε διαδικτυακούς εφαψίες. Στέλνουν με άνεση το πουλί τους, ενώ δεν έχουν ανταλλάξει τίποτα πέρα από τα βασικά. «Καλησπέρα, τι κάνεις; Πώς τα βγάζεις πέρα; Πάρε ένα πουλί». Έτσι, ξαφνικά. Σαν να ανοίγουν την καπαρντίνα στον Λυκαβηττό. Χρειάζονται μόνο την έκπληξη που θα προκαλέσουν. Ακόμα καλύτερα, και τον θαυμασμό. «Σ' άρεσε, ε; Α, σ' άρεσε, ωραία, τα λέμε αύριο, καληνύχτα».

 




YΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΛΙΓΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ. ΜΗΝΥΜΑΤΙΚΟ PHONE SEX. «Τι μου κάνεις - τι σου κάνω». Άσχετο αν εκείνη την ώρα εσύ λιμάρεις νύχια ή χαζεύεις κάτι στο Νetflix. Απαντάς γιατί δεν έχεις τι άλλο να κάνεις. Θες να νιώσεις ότι υπάρχει κάποιος εκεί που αναπνέει μαζί σου και συμμερίζεται τον πόθο σου. Οι λεκτικές φαντασιώσεις, και αυτές στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη. Όλες αναμειγνύονται στο μπλέντερ του ασυνείδητού μου και φοβάμαι ότι θα 'χω παρενέργειες. Και το... ψωλ@βροχο συνεχίζεται.


Τόση ανεκμετάλλευτη βούρτσα δεν ξαναείχαμε. Να θες να χτενιστείς και να έχει κορωνοϊό. Τόσα αναπάντητα πέη, σαν αναπάντητες κλήσεις χωρίς τηλεφωνητή. Κάθε βράδυ, μετά τη δύση του ηλίου, αρχίζει το ερωτικό αλισβερίσι. «Στείλε μου, να σου στείλω κι εγώ». Έτσι πάει το πράγμα. Ακόμα κι αν εσύ δεν στείλεις, θες δεν θες, θα λάβεις.

 

Μετά τις έντεκα το βράδυ σημειώνεται αυξημένη κίνηση σε πέη, κάθε σχήματος και μεγέθους. Όλες οι ηλικίες συμμετέχουν, αλίμονο, δεν γίνονται διακρίσεις. Ορεξάτοι εξηντάρηδες, τολμηροί σαραντάρηδες, ασυγκράτητοι εικοσάρηδες και κάποιοι κωμικούληδες που υπόσχονται να τα παρατήσουν όλα, και γυναίκα και παιδιά, για μια βραδιά μαζί σου ‒ όταν αυτή η βραδιά μάς επιτραπεί. Όλα αυτά, βέβαια, σε μηνύματα. Στην πραγματικότητα, τρώνε παντόφλα και μετά σου γράφουν υστερόγραφο: «Παρακαλώ για την εχεμύθειά σου».


Όλα αρχίζουν και τελειώνουν με ένα μήνυμα. Συνειδητοποιείς ότι αυτό που ζεις είναι παρωδία, άλλα, απ' το τίποτα, καλό και το θεατράκι του παραλόγου που ζεις. Υπάρχουν και βραδιές με πέντε ξαναμμένους ταυτόχρονα. Σαν κορωνοϊό ménage à trois. Δεν προλαβαίνεις να ανοίξεις το μήνυμα και έρχεται στο καπάκι άλλο. Διαφορετικά μεγέθη παρελαύνουν στην οθόνη του κινητού. Μικρά, μεσαία, μεγάλα, ακόμα μεγαλύτερα. Τις προάλλες, σε μια φίλη έστελναν ταυτόχρονα τρεις. Μπάστα αγόρια, φλέγεται το κινητό, δεν σας προλαβαίνω. Θέλεις να εξυπηρετήσεις και δεν μπορείς.


Στο μεταξύ, τους περισσότερους δεν τους ξέρεις. Με έχουν θυμηθεί και κάτι αρχαίοι που στέλνουν ψεύτικες φωτογραφίες γιατί νομίζουν ότι στην πενταετία η μνήμη της ξανθιάς παραγράφει λεπτομέρειες. Βρε αχρείε, τον Ρόκο Σιφρέντι τον ξέρουν και οι πέτρες. Ένα σωρό ευτράπελα.


Mε τον εγκλεισμό στο σπίτι, τη μονοτονία, την πειθαρχία, τα βράδια γίνονται βαριά σαν ναζιστική μπότα. Σε κυκλώνει η υπαρξιακή αγωνία και πρέπει να σταματήσεις να σκέφτεσαι. Πάντα ο έρωτας ήταν και θα είναι η απάντηση στο υπαρξιακό μαρτύριο. Τώρα που χανόμαστε, που μπορεί να νοσήσουμε, να χάσουμε τους δικούς μας, να... να... να... Να το χαρείς (έστω και φανταστικά), όπως έλεγε και το ποιηματάκι: «Κουνελάκι θέλω ακόμα, πριν το φάει το μαύρο χώμα».

 

Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα ένα μεγάλο Boeing σε σχήμα πέους που με πήγαινε, λέει, σε μια μακρινή χώρα που μόλις είχε ανοίξει τα σύνορα της, δεν έχω ιδέα από τι. Μάλλον απ' την καραντίνα. Ξάπλωσα σε μια εντυπωσιακή παραλία, άφησα το σώμα μου σαν χαλίκι στην άμμο κι ερχόταν πάνω μου μια θάλασσα αγκαλιές...