Το «Μνήμες Φόνων» βασίζεται στους αληθινούς φόνους που διέπραξαν κατά συρροή δολοφόνοι στη Νότια Κορέα από τον Σεπτέμβριο του 1986 ως τον Απρίλιο του 1991 σε μια επαρχιακή περιοχή στο βόρειο τμήμα της χώρας. Η ανικανότητα του απροετοίμαστου δικτατορικού καθεστώτος, καθώς και η έλλειψη τεχνολογικής υποδομής, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα και μόλις μετά τον όγδοο από τους συνολικά δέκα φόνους με θύματα γυναίκες από 13 έως 71 ετών οι Αρχές έστειλαν δείγματα DNA στην Ιαπωνία για εξέταση.

 

Τα μέσα ενημέρωσης ασχολήθηκαν εκτεταμένα με το ζήτημα, δύο εκατομμύρια αστυνομικοί εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό, χιλιάδες άνδρες εξετάστηκαν και όταν τίποτε δεν φαινόταν να οδηγεί στον δολοφόνο, το κράτος αναγκάστηκε να επεκτείνει το όριο παραγραφής ενός εγκλήματος πέρα από τα 15 χρόνια. Μόλις στις 19 Σεπτεμβρίου του 2019 ένας άνδρας που εξέτιε την ποινή του από το 1994 για τον βιασμό και τον φόνο της αδελφής του ταυτοποιήθηκε και ομολόγησε τους φόνους.

 

Όπως ένας αόρατος ιός, η μνήμη των εγκλημάτων μεταδίδεται μέσα στο χρονικό διάστημα που εκτυλίσσεται αυτό το forensic δράμα και μολύνει τη σκέψη, σκεπάζοντας με σήψη και υποψίες τους διώκτες.

 

Για τη δεύτερη σκηνοθετική του απόπειρα μετά το «Σκυλιά που γαυγίζουν δεν δαγκώνουν» ο Μπονγκ Τζουν Χο ερεύνησε την πολύκροτη υπόθεση επί έναν χρόνο, δουλεύοντας παράλληλα στη διασκευή ενός θεατρικού έργου που πραγματευόταν τους φόνους στο χωριό Γουασόνγκ. Οι «Μνήμες Εγκλημάτων», που θα κάνουν την επίσημη ελληνική τους πρεμιέρα από την ψηφιακή πλατφόρμα του Cinobo δεκαεπτά χρόνια μετά την πρώτη παγκόσμια προβολή τους, ξεκινούν αντικατοπτρίζοντας τη σύγχυση που βιώνει ο τοπικός αστυνομικός (ο τρομερός Σονγκ Κανγκ Χο, μόνιμος πρωταγωνιστής του Μπονγκ Τζουν Χο) όταν έρχεται αντιμέτωπος με τους ειδεχθείς φόνους δύο νέων γυναικών, τα κακοποιημένα πτώματα των οποίων εντοπίζονται σε μικρή απόσταση μεταξύ τους σε ένα χωράφι.

 

 

 

Χωρίς επαρκή στοιχεία, αυτόπτες μάρτυρες, πείρα επί του θέματος και ικανοποιητική στήριξη, εμπιστεύεται αρχικά το ένστικτό του. Πιστεύει ακράδαντα πως ως άλλος σαμάνος διαθέτει το ταλέντο να διακρίνει τον ένοχο από το βλέμμα του ‒ νομίζει πως παίζει στο «Body Heat» ή ότι έχει επιτέλους την ευκαιρία για κάτι σημαντικό στην καριέρα του, παρά τις παραινέσεις της νοσηλεύτριας φίλης του να αλλάξει επάγγελμα. Για βοήθεια έρχεται από τη Σεούλ ένας ντετέκτιβ με το cool του πρωτευουσιάνου και την επιτίμηση ενός έμπειρου σε σχέση με τους χωριάτες, μπρούτους συναδέλφους του, οι οποίοι ξυλοφορτώνουν τους υπόπτους με ασήμαντη αφορμή και βιάζονται να στείλουν στα κάτεργα έναν καθυστερημένο της περιοχής.

 

Τις πρώτες φαρσικές εντυπώσεις διαδέχεται ένας αυξανόμενος προβληματισμός για τη φύση των εγκλημάτων. Απ' ό,τι φαίνεται, ο δράστης χτυπά βροχερές νύχτες γυναίκες που φορούν κόκκινα και, όπως διαπιστώνει ο λακωνικός ντετέκτιβ, πάντα σε σχέση με ένα τραγούδι που παίζει στο ραδιόφωνο. Τα στοιχεία, αραιά και μάλλον τυχάρπαστα, κλίνουν σε διαφορετικό προφίλ κάθε φορά και καθώς οι πίστες μεταβάλλονται, η νευρικότητα αλλάζει ρόλους: ο επισκέπτης αστυνομικός συνειδητοποιεί πως δεν ελέγχει την κατάσταση και το ντόπιο λαγωνικό βλέπει την εικόνα, και τα περιθώρια, να στενεύουν, όσο πυκνώνουν οι φόνοι, ακριβώς στο ίδιο στυλ.

 

Η κατάθεση μιας κοπέλας που κατάφερε να αποδράσει δίνει μια ένδειξη, χωρίς να διαλευκάνει περισσότερο το πρόσωπο, από το οποίο απέστρεψε τη ματιά της, γιατί φοβόταν πως θα σήμαινε το τέλος της.

 

Όπως ένας αόρατος ιός, η μνήμη των εγκλημάτων μεταδίδεται μέσα στο χρονικό διάστημα που εκτυλίσσεται αυτό το forensic δράμα και μολύνει τη σκέψη, σκεπάζοντας με σήψη και υποψίες τους διώκτες. Ο εχθρός είναι πρωτοφανής και μυστηριώδης, τα κίνητρά του ανεξιχνίαστα και απρόβλεπτα και το τραύμα που προκαλούν οι πράξεις του εν τέλει διαβρώνει μια φιλήσυχη, καθόλου ανήσυχη κοινότητα που στην αρχή παρακολουθεί με ενθουσιασμό και προσήλωση παρόμοιες ιστορίες στην τηλεόραση και στην πορεία τις βιώνει παντελώς ανίκανη να αντιδράσει.

 

 

 

Ο Μπονγκ, ώριμος ήδη από αυτή την ταινία, μαέστρος στην κίνηση και στην παύση, οργανωμένος μέχρι κεραίας στη διάταξη και στη σκηνογραφία, εντυπωσιακός στις σκηνές δράσης και ενδελεχής στις σεναριακές λεπτομέρειες ενός πολυεπίπεδου στόρι, δεν επιχειρεί να μπει στο μυαλό του δολοφόνου και να αναλύσει τη συγκεκριμένη τελετουργία ή, πιο γενικά, τη γένεση του Κακού, γιατί δεν γνωρίζει την ταυτότητά του, ούτε καν μία γωνία του προσώπου του, παρά μόνο (κι αυτό με ένα ερωτηματικό) ότι έχει λεία, μικρά χέρια.

 

Ωστόσο, εναλλάσσει συχνά την οπτική γωνία, μπαίνει και βγαίνει με άνεση από το αδιέξοδο της εγκληματολογικής σπαζοκεφαλιάς και σε μια απίθανη σεκάνς, προσομοίωση επίθεσης ενός αρπακτικού σε κινούμενους στόχους, βάζει τον θεατή σχεδόν να διαλέξει ένα από τα θύματά του που διασταυρώνονται σε ένα σκοτεινό μονοπάτι. Είναι και τα δύο ήδη γνωστά σ' εμάς, συνδέονται με τους δύο αστυνομικούς, το ακαριαίο χτύπημα είναι απόρροια της συγκυρίας και της στιγμής και η συνέπεια βαθαίνει ακόμα περισσότερο την προσωπική εμπλοκή στη μακάβρια παράθεση από τυχαία, αθώα θύματα μιας παράλογης διαστροφής.

 

Το φινάλε, εύλογα ανοιχτό, αλλά καθόλου αντιφατικό, σπάει τον τέταρτο τοίχο και απευθύνεται όχι μόνο στον θεατή αλλά και στον δολοφόνο, που μέχρι το 2003 διέφευγε ανενόχλητος και ατιμώρητος, ένα κοινότοπος άνθρωπος, όπως είναι συνήθως τα διακεκριμένα τέρατα. Αν σας άρεσε το «Zodiac», οι «Μνήμες Εγκλημάτων» θα σας συναρπάσουν.