Κάθε ρεπόρτερ έχει ένα απωθημένο, μια συνέντευξη που δεν πήρε ποτέ, αλλά πάντα ονειρευόταν. Οι δημοσιογράφοι του πολιτικού ρεπορτάζ ήθελαν τον Καραμανλή (τον θείο φυσικά), αλλά εκείνος ποτέ δεν τους έκανε τη χάρη. Οι Αμερικανοί θα τρελαίνονταν να ξεσκίσουν τον Ρίτσαρντ Νίξον, αλλά τους πρόλαβε ο Ντέιβιντ Φροστ κι έγινε Sir. Μικρός αναρωτιόμουν πώς θα ήταν ο Τσάρλι Τσάπλιν από κοντά και τελικά έφτασα μέχρι την κατοικία του στο Vevey της Ελβετίας, συναντώντας τη στρατιά των παιδιών και των εγγονιών του και, κυρίως, κοιτώντας τα βουνά και τη λίμνη απ’ το αγαπημένο του σημείο, στην άκρη ενός ησυχαστηρίου, το τελικό λιμάνι ενός τόσο ανήσυχου ανθρώπου.

 

Το πραγματικό μου απωθημένο, ωστόσο, ήταν ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο θεός των σκηνοθετών («un demiurge parmi les hommes», όπως είχε γράψει ο πολύς Ζαν-Μισέλ Φροντόν στη νεκρολογία της «Monde»), ο εμμονικός τεχνίτης, ο θρυλικός ερημίτης, ο αυστηρός αρχιτέκτονας της ανθρώπινης σχισμής, ο ιδιοφυής μονόλιθος στα δικά μου μάτια. Δεν μίλαγε ποτέ, αν και θυμάμαι την έκπληξή μου όταν, φοιτητής ακόμη στο Παρίσι, είχε πέσει στα χέρια μου ένα τεύχος του περιοδικού «Premiere» με αποκλειστική συνέντευξή του στη Μισέλ Αλμπερστάτ, τη μοναδική σε όλα τα διεθνή media, όπως η ίδια διατυμπάνιζε (κι έλεγε αλήθεια), με αφορμή το Full metal jacket. 

 

Το ταξίδι με τον Κιούμπρικ δεν σταματά εδώ. Ένας ανεκτίμητος, τεράστιος τόμος απ' την Taschen κυκλοφορεί ήδη και μια έκθεση με υλικά, σημειώσεις κι ενθυμήματα (περίπου σαν κι αυτή που είχαμε δει πρόπερσι στο Gropius Bau στο Βερολίνο) περιοδεύει σε όλον τον κόσμο. Ξέχασα να ρωτήσω την κυρία Κιούμπρικ τι σήμαινε ακριβώς η αγαπημένη μου σκηνή, το δωμάτιο όπου ο αστροναύτης συναντά την ετοιμοθάνατη εκδοχή του, λίγο πριν ξαναγεννηθεί, στο 2001. Στοιχηματίζω πως και να ήξερε δεν θα μου έδινε απάντηση.

 

Τα χρόνια πέρασαν, ταινίες ανήγγελλε και ταινίες του δεν βλέπαμε, ώσπου έφτασε η ώρα του Μάτια ερμητικά κλειστά, μια ώρα που έμοιαζε με χρόνια, γιατί χρόνια χρειάστηκαν να φτάσει στο σημείο να δώσει ημερομηνία εξόδου στις αίθουσες από τη στιγμή που έγραψε το σενάριο - η περιπέτεια έχει καταγραφεί λεπτομερώς απ’ τον συνεργάτη του Φρεντερίκ Ραφαέλ. Κι ένα ανοιξιάτικο πρωί, το 1999, μου τηλεφωνούν απ’ τη Village (ήξεραν τη λόξα μου) για να μου πουν πως πέθανε ο Κιούμπρικ, ξαφνικά.

 

Ήταν, όπως λέμε επί ματαίω, σαν να έχασα έναν δικό μου άνθρωπο αλλά και μια ευκαιρία να τον δω από μακριά έστω, σε κάποιο φεστιβάλ, αν αποφάσιζε να υποβάλει την ταινία του, και να τον ακούσω να μιλάει ή να υπομειδιά τευτονικά και συγκαταβατικά, ακούγοντας τους Κρουζ και Κίντμαν ν’ αναλύουν πώς έχασαν την μπάλα αλλά και τον γάμο τους, υποδυόμενοι ένα ζευγάρι σε κρίση. Ήταν τόση η αδημονία μου να δω το φιλμ όσο γρηγορότερα γινόταν, που δέχθηκα να πάω στο Λος Άντζελες για να κάνω συνέντευξη με τον Άνταμ Σάντλερ για μια ταινία που ποσώς μ’ ενδιέφερε, την εβδομάδα της κυκλοφορίας του Μάτια ερμητικά κλειστά στις αμερικανικές αίθουσες.

 

Νοίκιασα ένα αυτοκίνητο και με τις βαλίτσες στο πορτ-μπαγκάζ και τη δυσάρεστη ζαλάδα απ’ το jet lag έκοψα τρία εισιτήρια σ’ ένα σινεμά για να το δω ισάριθμες φορές συνεχόμενα, αρνούμενος να υποκύψω στη νύστα. Είναι και η μόνη ταινία που έχω δει ποτέ στην Αμερική (σε πολιτισμένη γειτονιά), στην οποία ο κόσμος γέλαγε από αμηχανία και οργή, εγκαταλείποντας την αίθουσα σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας. Εκείνοι πήγαν να δουν τον Κρουζ και την Κίντμαν κι αισθάνθηκαν εξαπατημένοι, ενώ εγώ είδα Κιούμπρικ κι εκστασιάστηκα. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο θαυμασμός μου για την ταινία δεν έχει κοπάσει, όσο κι αν κάποιοι υποστηρίζουν πως είναι έργο μινόρε ή πως δεν πρόλαβε καν να τη μοντάρει.

 

Τον Μάιο που μας πέρασε μου ζήτησαν να συναντήσω την Κριστιάνε Κιούμπρικ, τη χήρα του σκηνοθέτη, τον Γιαν Χάρλαν, τον αδελφό της και παραγωγό των περισσότερων ταινιών του, και τον Μάλκολμ ΜακΝτόουελ, με αφορμή τα 40 χρόνια από την πρώτη προβολή του φιλμ Κουρδιστό Πορτοκάλι στις Κάννες. Ο Βρετανός ηθοποιός, αφού με συνεχάρη για τις επιδόσεις του Κυργιάκου στο αγγλικό πρωτάθλημα και με συλληπήθηκε με ειλικρίνεια για την οικονομική κατάντια μας, επιβεβαίωσε πως τα γυρίσματα της ταινίας δεν ήταν ακριβώς σαδιστικά αλλά δύσκολα σε αφόρητο βαθμό, αφού έπρεπε να βουτήξει το κεφάλι του σ’ έναν κουβά με νερό που περιείχε λίπος και χημικά που το έκαναν βρόμικο και θολό, χώρια οι σταγόνες που του έριχναν στα τεντωμένα με αυτοσχέδια μανταλάκια μάτια του. Πόσες λήψεις, ρωτάω. «Αρκετές», μου απάντησε χαμογελώντας ο ΜακΝτόουελ, εννοώντας πως ο χρόνος απαλύνει τον πόνο, ειδικά όταν ταυτόχρονα δικαιώνει τις προθέσεις ενός τελειομανούς σκηνοθέτη. Αυτή, όμως, που μ’ ενδιέφερε ήταν η χήρα.

 

Πώς είναι, πώς κρατιέται, τι έχει να πει για έναν άντρα σιωπηλό και μυστηριώδη, έναν άνθρωπο που έγινε ακόμη και θέμα ταινίας, το Color me Kubrick με τον Τζον Μάλκοβιτς, που αφορούσε την αληθινή ιστορία ενός καλλιτεχνίζοντος, ανισόρροπου απατεώνα που πόζαρε ως Κιούμπρικ για να κοροϊδεύει την κοινωνία - αφού κανείς δεν είχε δει τον αυθεντικό, επόμενο ήταν να βρεθεί κάποιος τρελός για να τον υποκαταστήσει. Πρώην καλλονή, ζωγράφος που μάλιστα φιλοτέχνησε με έργα της το σπίτι του ζεύγους στο Μάτια ερμητικά κλειστά αλλά και την οικία του βιασμού στο Κουρδιστό Πορτοκάλι, η γερμανικής καταγωγής Κριστιάνε γνωρίστηκε με τον Στάνλεϊ στα γυρίσματα των Σταυρών στο μέτωπο, όπου εκείνη υποδυ- όταν την τραγουδίστρια, παντρεύτηκαν έναν χρόνο μετά κι έζησαν μαζί αδιάλειπτα μέχρι τον θάνατό του. Τώρα είναι μια αξιοσέβαστη κυρία κοντά στα 80, με λεπτούς τρόπους, τα φυσικά της μαλλιά πιασμένα σε κότσο και δι- ακριτικό μακιγιάζ, αργή ομιλία, αλλά με μια σπίθα στο βλέμμα όποτε αναφερόταν στοάνδρα της ζωής της.

 

«Ο Στάνλεϊ ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος, πολύ γλυκός με τις κόρες του και με μένα, που δούλευε συνέχεια στο σπίτι, έγραφε ασταμάτητα για τα σχέδιά του, διορθώνοντας κι επεμβαίνοντας στα σενάρια, ή κρατώντας σημειώσεις σε βιβλία που διάβαζε», μου επισήμανε. Το δικό του μεγάλο απωθημένο ήταν ο μεγαλεπήβολος Ναπολέων, που κάποτε συζήταγε σοβαρά με τον Τζακ Νίκολσον - όταν είχα ρωτήσει τον Νίκολσον το 1997, μετά από τις φήμες που ήθελαν τον Τομ Κρουζ παγιδευμένο σε ατελείωτες πρόβες κι αλλαγές με τον τυραννικά απαιτητικό Κιούμπρικ, τι θα ρωτούσε τον συνάδελφό του αν τον συναντούσε, εκείνος απάντησε «How’s Stanley?», κάνοντας την γκριμάτσα του Τζακ Τόρανς απ’ τη Λάμψη.

 

Δίπλα στην Κριστιάνε καθόταν ο αδελφός Χάρλαν, και κοιτώντας τον δεν μπορούσα να μη θυμηθώ πως ο θείος του ήταν ένας φημισμένος Γερμανός σκηνοθέτης ταινιών ναζιστικής προπαγάνδας κι αντισημιτικού περιεχομένου που κατάφερε ν’ αθωωθεί απ’ τις κατηγορίες μετά τον πόλεμο. Μάλιστα, ο Κιούμπρικ σχεδίαζε να κάνει μια βιογραφία για τον αμφιλεγόμενο Φάιτ Χάρλαν, αλλά την εγκατέλειψε σε αρχικό στάδιο. Αναφερόμενος στο ακανθώδες θέμα της βίας που οδήγησε τις βρετανικές αρχές σε χρόνια απαγόρευση του φιλμ Κουρδιστό Πορτοκάλι, ο Γιαν Χάρλαν είπε πως ο Κιούμπρικ είχε διαισθανθεί την αναταραχή στη νεολαία της εποχής, εξερευνώντας την αναίτια αυξανόμενη επιθετικότητα στο πλαίσιο μιας κοινωνικής παθογένειας. Στο τέλος της σύντομης συνάντησης, η Κιούμπρικ με ρώτησε πόσα χρόνια έχω να δω την ταινία.

 

Μια δεκαετία, της απάντησα. « Ήρθε η ώρα να τη δείτε αποκατεστημένη», με χαιρέτισε, και μία βοηθός μού έδωσε μια κόπια Βlu-ray. Το ταξίδι με τον Κιούμπρικ δεν σταματά εδώ. Ένας ανεκτίμητος, τεράστιος τόμος απ’ την Taschen κυκλοφορεί ήδη και μια έκθεση με υλικά, σημειώσεις κι ενθυμήματα (περίπου σαν κι αυτή που είχαμε δει πρόπερσι στο Gropius Bau στο Βερολίνο) περιοδεύει σε όλον τον κόσμο. Ξέχασα να ρωτήσω την κυρία Κιούμπρικ τι σήμαινε ακριβώς η αγαπημένη μου σκηνή, το δωμάτιο όπου ο αστροναύτης συναντά την ετοιμοθάνατη εκδοχή του, λίγο πριν ξαναγεννηθεί, στο 2001. Στοιχηματίζω πως και να ήξερε δεν θα μου έδινε απάντηση.