Όλη η αρρώστια της ελληνικής επαρχίας. Όλη η αρρώστια της ελληνικής κοινωνίας. Όλη η αρρώστια της ελληνικής «αγίας» οικογένειας. Με όλη την εγχώρια, οικεία, τοξική ανθρωπογεωγραφία σε παράταξη. Από την Ελληνίδα μάνα που ευνουχίζει τον κανακάρη της, με τα ταπεράκια, μέχρι τον «καμένο» σκυλά, τον αδίστακτο μαφιόζο και τον μπάτσο που χρηματίζεται. Βία, αίμα, σπέρμα και ακατάσχετη βωμολοχία.


Όλα σχεδόν είναι αναγνωρίσιμα στη νέα, αποκαλυπτική, απολαυστική μέχρι δακρύων ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Η μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», έξι χρόνια μετά το σκοτεινό «Μικρό Ψάρι», η οποία κάθε τόσο κάνει μια τρίπλα αλά Ταραντίνο, εξοκέλλει επιδέξια στο μάτσο γκροτέσκο των σπαγγέτι γουέστερν, φλερτάρει με τη μελαγχολία και τη μεταλλική σκληράδα των αδελφών Κοέν και συνομιλεί με τον ποιητικό σουρεαλιστικό κόσμο του Σταύρου Τσιώλη. Η σφραγίδα παραμένει πάντα αναγνωρίσιμη: Γιάννης Οικονομίδης στα πιο δυνατά του.


Αλλά, ναι, εδώ υπάρχει μια διαφορά: χαραμάδες συθέμελου αυτοσαρκασμού και χλεύης που φέρνουν τα πάνω κάτω όταν τα πράγματα φτάνουν στο αμήν.


Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς του ταλαντούχου Κύπριου κινηματογραφιστή και σεναριογράφου που βγαίνει στις αίθουσες στις 5 Μαρτίου, «φυτεμένη» με μαεστρία χιλιοστού στη σκοτεινή μαύρη χοάνη της αβάσταχτης ελληνικής επαρχίας των κωλόμπαρων, των σκυλάδικων και των συμπλεγμάτων, πήρε τα ρίσκα της και κέρδισε. Το μισό της καστ, δίπλα στον συγκλονιστικό Στάθη Σταμουλακάτο και τους σάρκινους, σπαρταριστούς Βασίλη Μπισμπίκη, Γιάννη Τσορτέκη, Βίκυ Παπαδοπούλου και Βαγγέλη Μουρίκη, είναι ερασιτέχνες. Που κόβουν την ανάσα.

 

Είμαστε επαρχία, ρε Ιωάννα. Είμαστε επαρχία, δεν είμαστε μητρόπολη, ως χώρα. Και λόγω επαρχίας υπάρχει ένας κομφορμισμός στον κόσμο. Το ένα είναι αυτό. Και το άλλο είναι ότι του έχει σπάσει ο τσαμπουκάς του Έλληνα, είναι φοβισμένος. Έχει διαψευστεί 100 φορές, τον έχουν κοροϊδέψει, τον έχουν κλέψει. Είναι με κομμένα τα χέρια, τα πόδια και τα φτερά.

 

— Kαταιγισμός! Αναρωτιέμαι, είμαστε τόσο σκάρτοι όσο μας δείχνετε;

Μέσα στην αθωότητα και στη βλακεία τους κάποιοι απ' τους χαρακτήρες σώζονται! Είναι και η ηρωίδα, μην ξεχνάς, η Όλγα.

 

— Η «ωραία κοιμωμένη» σας.

Που περάσαν τόσα πράγματα από δίπλα της...

 

— Έχει γίνει κανονικό μακελειό...

... και δεν πήρε χαμπάρι. Είναι στο συναίσθημα αυτή.

 

— Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ότι είχατε φτιάξει εικόνες για τους ήρωές σας προτού τους «χτίσετε». Για τον «σκυλά» Μάνο Ζαφειρόπουλο, που υποδύεται ο Βασίλης Μπισμπίκης, είχατε κατά νου τον Νίκο Μακρόπουλο, ενώ για τη δολοφονική μάνα του την Κατερίνα Στανίση. Έτσι γίνεται η δουλειά;

Ήθελα να φιλοτεχνήσω τις καρικατούρες τους, ας πούμε, για να φτιάξω τον φάκελο παραγωγής. Κόβεις δρόμο έτσι. Τελικά, δημιουργήθηκε ένα σύμπαν προσώπων και τύπων που με βοήθησαν στην όλη αισθητική, στις φάτσες, στα ρούχα, στις κομμώσεις και στη χροιά που πήρε η ταινία.

 

Σίγουρα θέατρο θα ξανακάνω. Καταρχάς, γιατί το ευχαριστήθηκα και είναι και μια δημιουργική διέξοδος για μένα. Φωτο: Freddie F.
Σίγουρα θέατρο θα ξανακάνω. Καταρχάς, γιατί το ευχαριστήθηκα και είναι και μια δημιουργική διέξοδος για μένα. Φωτο: Freddie F.

 

— Παρ' όλο το τρελό ανθρωποκυνηγητό γύρω απ' το παράνομο ζευγάρι και μια τσάντα με 1 εκατομμύριο, το κέντρο είναι ένα και μπετόν αρμέ: οι σκύλες-μανάδες των δυο αντεραστών. Θέλατε να μας υπενθυμίσετε τη ρίζα του κακού;

Οι μανάδες ήταν η βασική ιδέα όλου του plot.

 

— Την Ελληνίδα μάνα σκιαγραφείτε;

Τη μεσογειακή μάνα. Θα μπορούσε να είναι η Ισπανίδα, η Ιταλίδα μάνα.


Παρότι ως φόρμα η ταινία είναι ελληνική, μιλάει ελληνικά, οι χαρακτήρες είναι Έλληνες, πολύ συγκεκριμένα πράγματα, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια προσέγγιση του πώς κινείται ο κόσμος γενικά. Δηλαδή, δεν είναι αν είμαστε ή όχι τόσο χάλια εμείς. Είναι ότι οι ανθρώπινες καταστάσεις, οι άνθρωποι, οι σχέσεις τους, το διακύβευμά τους, είναι μεταξύ μεταξύ τραγωδίας και γελοιότητας. Είναι η φάρσα της ζωής μας, είναι η φάρσα του κόσμου μας. Ίσως είναι κι ένας τρόπος να μπορέσουμε να αντεπεξέλθουμε σε εποχές που είναι πολύ μαύρες και σκοτεινές.

 

— Το 'χετε πει κιόλας: «Ήθελα να κάνω τους συμπατριώτες μου να γελάσουν, ήθελα αυτήν τη φορά να δώσω λίγη χαρά μέσα στη μιζέρια».

Ναι. Αντί να τρομάζεις, να φρικάρεις και να σε παίρνει από κάτω απ' τον ζόφο και αυτό που σου θυμίζει τον εαυτό σου, γελάς με το χάλι σου. Το χιούμορ λειτουργεί καταλυτικά, απελευθερωτικά, αποκαλυψιακά, ξαναβαφτίζεσαι μέσα απ' την πλάκα, που είναι όμως η πλάκα της ζωής, του κόσμου, είναι το ανέκδοτο που έχει στήσει ο Διάβολος ή ο Θεός για να γελάμε με εμάς τους ίδιους. Δεν είναι τυπική κωμωδία, είναι η ανθρώπινη κωμωδία με τον μπαλζακικό όρο.

 

— Ενώ έχουμε τα αρχέτυπα της Ελληνίδας μάνας, του Έλληνα μάγκα εκτός σπιτιού και εντός του μαμάκια γιου, του σκυλά, του μαφιόζου, του νεόπλουτου, του αδίστακτου τυχοδιώκτη, υπάρχει κι ένας αινιγματικός, εξαιρετικά σύνθετος ήρωας, ο Γλάρος, που τον ερμηνεύει ο Στάθης Σταμουλακάτος. Δολοφονικός τύπος, αλλά διαβάζει Άρλεκιν!

Είναι ένας σκοτεινός αισθηματίας. Η ζωή και οι άνθρωποι έχουν πολλές αντιφάσεις, ξέρεις. Οι χαρακτήρες είναι μέσα στις αντιφάσεις τους. Είναι κι αυτό κάτι που πραγματεύεται η ταινία.

 

— Και η «ωραία κοιμωμένη» σας διαβάζει το «Γκιάκ» και βλέπει φιλμ του Τσιώλη. Κρυφοκουλτουριάρα;

Στα φοιτητικά της χρόνια, προτού μπλέξει με τον Σκυλογιάννη (τον υποδύεται ο Γιάννης Τσορτέκης), του οποίου το ίνδαλμά είναι ο Νότης Σφιακιανάκης ‒δεν είναι τυχαίο!‒, διάβαζε βιβλία, άκουγε ροκ μουσική.

 

Η ζωή και οι άνθρωποι έχουν πολλές αντιφάσεις, ξέρεις. Οι χαρακτήρες είναι μέσα στις αντιφάσεις τους. Είναι κι αυτό κάτι που πραγματεύεται η ταινία.
Η ζωή και οι άνθρωποι έχουν πολλές αντιφάσεις, ξέρεις. Οι χαρακτήρες είναι μέσα στις αντιφάσεις τους. Είναι κι αυτό κάτι που πραγματεύεται η ταινία.

 

— Ακούει Nightstalker στο φιλμ.

Nαι, είχε ένα άλλο παρελθόν, αλλά κάνει λάθος κινήσεις. Από τον Σκυλογιάννη πάει στον Ζαφειρόπουλο, στον «σκυλά».

 

— Απ' τα πρώτα πλάνα μάς πετάτε και όλο το σκατό της ελληνικής τηλεόρασης.

Αφού η ελληνική τηλεόραση είναι πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα!

 

— Το άμεσο πολιτικό σχόλιο είναι, ωστόσο, ένα: ο χρηματισμός του μπάτσου.

Όλα αυτά δεν γίνονται ποτέ, βλέπεις, ερήμην της υψηλής αρχής.

 

— Ο επαρχιακός βούρκος, ο τόπος δράσης μπορεί να τοποθετηθεί κάπου γεωγραφικά; Δουλεύετε με εικόνες. Είχατε κάποια περιοχή στο μυαλό σας; Μακεδονία, Θεσσαλία, Πελοπόννησο;

Είναι κάπου χαμένος στη Στερεά Ελλάδα, αλλά η ιστορία θα μπορούσε κάλλιστα να εκτυλίσσεται στη μεσογειακή επαρχιακή Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι και στον αμερικανικό Νότο, χαλαρά. Είναι μια ιστορία που λούζεται με φως, με εξωστρεφή συναισθήματα. Είχα πολύ στο μυαλό μου το Μεξικό όταν έφτιαχνα την ταινία. Το Μεξικό και την Αμερική του Νότου. Και εννοείται την Ισπανία, την Ιταλία. Δεν φέρει, σώνει και καλά, τη στάμπα ότι είναι ένα ελληνικό πράγμα. Είναι όλα όσα είναι η Δύση στο πίσω μέρος, ο δυτικός πολιτισμός. Το δυτικό χάλι, ο Δυτικός άνθρωπος και το χάλι του, που είναι βυθισμένος στη ματαιοδοξία, στο εύκολο κέρδος, στον αμοραλισμό, στα ψεύτικα συναισθήματα, στις ψεύτικες ιδέες, στα ψεύτικα νοήματα, σε όλο αυτό το παιχνίδι με την εξουσία και την επικυριαρχία, ποιος θα φάει ποιον, ποιος θα την «κάνει». Όλο αυτό το πράγμα απαντάται στη Δύση, με κοινά χαρακτηριστικά, κοινή τραγωδία, κοινή γελοιότητα, κοινό καραγκιοζιλίκι.

 

— Εξού και το φιλμ κλείνει με το μουσικό θέμα του Καραγκιόζη, διασκευασμένο απ' τον Μπάμπη Παπαδόπουλο (την υπόλοιπη μουσική υπογράφει ο Jean-Michel Bernard);

Ναι, δεν είναι καθόλου τυχαίο. Συνοψίζει όλη την ταινία, τον τρόπο που πρέπει να δεις όλη την ταινία.

 

— Το μισό φιλμ, πάντως, είναι το φοβερό casting. Πού τους βρήκατε όλους αυτούς τους απίθανους τύπους που δεν είναι ηθοποιοί; Η μητέρα της Μαρίας Καλλιμάνη είναι αποκάλυψη!

Την κυρία Βασιλική τη γνώρισα από τη Μαρία. Μου έκανε εντύπωση η προσωπικότητά της. Και από τη στιγμή που αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο με τον Χάρη Λαγκούση και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο, μου καρφώθηκε στο μυαλό ότι τον ρόλο της κυρα-Φωτεινής θα μπορούσε να τον κάνει η Βασιλική Καλλιμάνη. Και άρχισε ένα pressing με την κόρη της.

 

— Πώς καταφέρνετε να κάνετε τους ηθοποιούς τόσο άμεσους και αληθινούς; Πέφτει ξύλο;

Όχι, όχι. Είναι το δυνατό μου στοιχείο, φαίνεται. Είναι και η σωστή επιλογή ανθρώπων. Σ' αυτή την ταινία οι μισοί ηθοποιοί είναι ερασιτέχνες. Έχω κάνει πράγματα που δεν έχω ξανατολμήσει. Η Σοφία Κουνιά, που κάνει τη μάνα του Μπισμπίκη, είναι μαθηματικός, στο τεχνικό προσωπικό του Πανεπιστημίου Αθηνών, ιδιοφυΐα στους υπολογιστές και στη ρομποτική. Την ανακάλυψα τυχαία, σε έναν γάμο. Ο Τσέκος είναι θείος της γυναίκας μου. Μένει στο Λος Άντζελες. Τον έβλεπα τα καλοκαίρια και μου έκανε τρομερή εντύπωση. Κάποια στιγμή του λέω: «Βασίλη, ήρθε η ώρα σου! Δεν έρχεσαι να μείνεις εδώ για λίγους μήνες, να παίξεις στην ταινία;». Φατσικά, είναι ανάμεσα σε Τσαρλς Μπρόνσον και Χάρβεϊ Καϊτέλ. Ποιον ηθοποιό θα έβρισκα που να παίξει πειστικά τον ρόλο του Τσέκου, του άρχοντα του υποκόσμου μιας ολόκληρης πόλης, που να τον βλέπεις και να λες «Παναγιά μου, αυτός είναι», χωρίς να χρειάζεται να μιλήσει; Παίζει και ο γνωστός σκιτσογράφος Αντώνης Κοτζιάς. Πολλοί ερασιτέχνες.

 

Βασίλης Μπισμπίκης και Βίκυ Παπαδοπούλου.
Βασίλης Μπισμπίκης και Βίκυ Παπαδοπούλου.

 

— Κάνετε ταινία περίπου κάθε 5 χρόνια.

Κάθε 4. Αλλά τώρα δυσκολεύτηκα παραπάνω. Όσο περνά ο καιρός τα πράγματα γίνονται ολοένα και πιο δύσκολα. Έτσι κι αλλιώς, η χώρα πάει κατά διαόλου, δεν έχει μία, και γίνεται όλο και πιο δύσκολο το να βρίσκεις πόρους για να κάνεις κινηματογράφο. Τα κανάλια είναι αλλού, η ιδιωτική τηλεόραση είναι αλλού, η καλωδιακή τηλεόραση είναι τελείως αλλού ‒ ό,τι κάνει εδώ είναι προέκταση των σίριαλ και της τηλεόρασης. Η δε γραφειοκρατία γιγαντώνεται, θεριεύει, αντί το πράγμα να ελαφραίνει και να γίνεται πιο ευέλικτο. Μιλάμε για βουνό γραφειοκρατίας. Και παλιά ήταν ζόρικα, αλλά κάποιοι κανόνες δούλευαν. Πλέον τα πράγματα είναι αφάνταστα δυσκίνητα.

 

— Θα συνεχίσετε να κάνετε φιλμ ανά τετραετία; Έτσι θα το πηγαίνετε; Να περιμένουμε το επόμενο φιλμ μετά το 2024;

Για να στήσεις στο ευρωπαϊκό σινεμά μια παραγωγή πρέπει να πας by the book, να φτιάξεις σενάριο, φακέλους, περνά ο καιρός, περνάνε τα χρόνια, πρέπει να βρεις συμπαραγωγούς...

 

— Επάγγελμα για εύπορους. Πώς ζείτε;

Από τον Μαχαιροβγάλτη και μετά έχω την αμοιβή μου απ' τις ταινίες. Έχω τα δικαιώματα και κάνω και σεμινάρια σε σχολές. Ευτυχώς, ήρθε και το Στέλλα Κοιμήσου, χάρη στο οποίο, πρέπει να σου αποκαλύψω, ήταν η πρώτη φορά που πήρα μια ανάσα.

 

— Μπήκατε στο θέατρο και κάνατε «ζημιά», προκαλέσατε αναφυλαξίες, αντιζηλίες. Θα συνεχίσετε;

Με στενοχώρησε που, μετά την επιτυχία, κανένας απ' τους ηθοποιούς της Στέλλας δεν ήταν ξανά σε διανομή του Εθνικού. Σίγουρα θέατρο θα ξανακάνω. Καταρχάς, γιατί το ευχαριστήθηκα και είναι και μια δημιουργική διέξοδος για μένα. Δεν έχω αυταπάτες. Η επόμενη ταινία μου θα αργήσει. Είναι πολύ μεγάλη ανηφόρα. Το θέμα, τώρα, είναι αυτός ο κόσμος να δει την ταινία στη μεγάλη οθόνη, όχι στον υπολογιστή, στην τηλεόραση ή στο κινητό, γιατί είμαι καλλιτέχνης, σκηνοθέτης, είμαι όμως ταυτόχρονα και μάστορας. Προσέχω μέχρι την τελευταία βίδα στην κατασκευή μιας ταινίας. Και θέλω ο άλλος να το αναγνωρίσει αυτό. Ζητούμενο είναι να φτιαχτεί μια ελληνική ταινία που να μπορεί να σταθεί τεχνικά δίπλα στις ευρωπαϊκές, δίπλα στις αμερικανικές, πέρα απο ερμηνείες και σενάριο. Να είναι τζιτζί, να νιώθουμε περήφανοι ότι μπορούμε να κάνουμε και εμείς μια ταινία που να 'χει ένα production value, να 'ναι όλα τεχνικά άψογα.

 

— Το επόμενο «χτύπημα» θα είναι θεατρικό;

Θέατρο! Δικό μου έργο, σε σκηνοθεσία μου.

 

— Στο Κέντρο Κινηματογράφου τι γίνεται; Διαρκώς βγαίνουν μαχαίρια, παραιτούνται ή καθαιρούνται πρόσωπα. Ξαναπροκηρύχθηκαν τώρα οι διευθυντικές θέσεις. Τι τρέχει;

Προσπαθούν να βρουν ανθρώπους αξιόλογους με έργο, αλλά δεν δέχεται κανείς να αναλάβει. Κι αρχίζουν οι εκπτώσεις. Κατά καιρούς έχουν βάλει σε πόστα του διάφορους απίθανους τύπους. Να δούμε τώρα ποιους θα φέρουν. Οι καλύτερες περιπτώσεις που περάσαν από το Κέντρο είναι ο Καραντινάκης και ο Γρίβας. Θυμάσαι πόσο πήρε τότε επάνω του το πράγμα; Ε, τους φάγανε. Βρήκαν και τον μπελά τους στο τέλος! Για τι δεν τους κατηγορήσαν! Ε,από κει και πέρα, άρχισε η ατελείωτη κατηφόρα. Οι καινούργιοι που έρχονται κάθε φορά, έρχονται ως σταυροφόροι, να καθαρίσουν τη φάση. Και αναρωτιέσαι ποιος κοροϊδεύει ποιον. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στο Κέντρο. Αν έχεις λίγο μυαλό, πας να μπλέξεις οπουδήποτε; Όχι, βέβαια! Θες να βοηθήσεις τη χώρα σου, σου ζητάνε να εμπλακείς. Έχεις εμπιστοσύνη;

 

Φωτο: Freddie F.
Φωτο: Freddie F.

 

— Πάντως, δεν κουνιέται φύλλο.

Γιατί είμαστε επαρχία, ρε Ιωάννα. Είμαστε επαρχία, δεν είμαστε μητρόπολη, ως χώρα. Και λόγω επαρχίας υπάρχει ένας κομφορμισμός στον κόσμο. Το ένα είναι αυτό. Και το άλλο είναι ότι του έχει σπάσει ο τσαμπουκάς του Έλληνα, είναι φοβισμένος. Έχει διαψευστεί 100 φορές, τον έχουν κοροϊδέψει, τον έχουν κλέψει. Είναι με κομμένα τα χέρια, τα πόδια και τα φτερά. Είναι καψαλισμένος. Έχει τα δικά του ζόρια. Η ζωή είναι πια πολύ δύσκολη. Είναι στα χαρακώματα ο Έλληνας. Οπότε, τι να κάνει; Δεν υπάρχει στην Ελλάδα η νοοτροπία των Γάλλων, που έχουν από πίσω τους επαναστάσεις. Εδώ είναι σε κατάθλιψη ο κόσμος. Μιλάω για τους υγιείς ανθρώπους, γι'αυτούς που παλιά ανέπτυσσαν μια δράση, είχανε τις ευαισθησίες τους, κατέβαιναν στους δρόμους, είχαν λόγο, συγκρούονταν.

 

— Έπαιξε ρόλο σ' αυτή την κατάθλιψη η «αριστερή παρένθεση» του ΣΥΡΙΖΑ;

Εννοείται.

 

— Καθώς ερχόμουν να σας βρω, είδα σε ένα γκράφιτι να αναπαρίσταται ένα ζευγάρι σε ερυθρόμορφο αρχαίο αγγείο που κάνει έρωτα, με τον τίτλο: «Until every hole is rent». Είναι ακόμα μια καταγγελία για το Αirbnb στα Εξάρχεια. Έχει αλωθεί η περιοχή από τον «επαναστατικό» Αirbnb τουρισμό, τα μπάχαλα και την αστυνομοκρατία;

Γίνεται ένας άτυπος πόλεμος εδώ. Τους αναρχικούς τους κυνηγάνε. Γνωστό. Γιατί αυτό που τους νοιάζει είναι αυτό που αντιλαμβάνονται και εννοούν ‒και ετούτοι και οι προηγούμενοι‒ ως πολιτικό έγκλημα, αφήνοντας προκλητικά το ποινικό ανενόχλητο. Είναι εμβολισμένα σε όλες τις γωνίες των Εξαρχείων τα ΜΑΤ και ενώ μπορεί στα 15 μέτρα να βγάλουν το μαχαίρι σε μια γριούλα, δεν θα κάνουν κάτι. Γίνεται της πουτάνας στην περιοχή απ' το ποινικό έγκλημα και δεν αντιδρά κανείς.

 

— Η πρώτη είδηση παραμένουν τα «ντου» του Ρουβίκωνα με τρικάκια και σπρέι.

Εντελώς. Τόσα χρόνια εδώ ποτέ δεν ένιωσα να απειλούμαι απ' τα παιδιά, τους αναρχικούς. Απειλήθηκες εσύ ποτέ, αισθάνθηκες ότι απειλείται το κράτος ή η κοινωνία, η τάξη και η ασφάλεια απ' τον Ρουβίκωνα; Μην κοροϊδευόμαστε. Βγες παραέξω, γύρω από το κέντρο! Όλοι έχουν να σου πουν μια ιστορία βίας.Ok! Latin America! Κι όποιος ζήσει, ας ομολογήσει, που λέει κι ο Γλάρος στην ταινία. Κατά τα άλλα, το πρόβλημα είναι οι πέντε πιτσιρικάδες που θα ρίξουν ένα γκαζάκι και που θα πάνε να βάψουν έναν τοίχο. Εντάξει. Κοροϊδεύουν τον κόσμο. Τι να σου πω τώρα; Υπάρχει κόσμος ΠΟΥ μασάει. Αφού το 'πε η τηλεόραση, έτσι θα 'ναι!

 

— Για το περιστατικό με τον Ινδαρέ έχετε εικόνα; Υπάρχει μια επιμονή από την κυβερνητική πλευρά ότι δεν είναι τόσο αθώος.

Καλά! Εμείς πιστεύουμε τον Ινδαρέ φυσικά, γιατί τον ξέρουμε κιόλας. Ως άνθρωπος είναι άψογος, είναι ένας κύριος, και είναι και δεξιός! Έχει κανέναν λόγο να βγαίνει και να λέει παπαριές; Αυτό που είπε, αυτό είναι! Τόσο απλά. Την αστυνομική βία, όμως, δεν την έχουμε δει μόνο στον Ινδαρέ. Από την άλλη, το ξύλο δεν έχει χρώμα. Δεν είναι μόνο γαλάζιο. Έχει πέσει πολύ ξύλο και πριν. Μη σου πω ότι το ξύλο που έπεσε επί ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει προηγούμενο! Αυτό που συμπεραίνει επομένως ο πολίτης, ο ανθρωπάκος, είναι «ποιος, διάολο, κυβερνά αυτήν τη χώρα!». Κυβέρνηση έρχεται, κυβέρνηση φεύγει, ανεβαίνουν, κατεβαίνουν και βλέπεις τα ίδια πράγματα!

 

— Κάτι έχει αλλάξει. Η όψιμη, κάπως ραγδαία, πουριτανική, μεσαιωνικού τύπου οπισθοδρόμηση. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τα αυτόφωρα με ανηλίκους που παρακολουθούσαν το Jocker, την επανανακάλυψη των «εγκλημάτων» της έκτρωσης και της ομοφυλοφιλίας;

Σε αυτό όντως υπάρχει διαφορά μεταξύ αριστεράς και δεξιάς. Έχεις μια αίσθηση ότι εκβιάζεται από παντού ο Μητσοτάκης. Αλλά δεν πιστεύω ότι όλα αυτά τα σπασμωδικά, νευρικά λακτίσματα μιας παλιάς δεξιάς κατάστασης θα πιάσουν στο τέλος τόπο.

 

Ο συγκλονιστικός Στάθης Σταμουλακάτος.
Ο συγκλονιστικός Στάθης Σταμουλακάτος.

 

— Αν, ο μη γένοιτο, στείλουμε στρατό στη Λιβύη, όπως προθυμοποιήθηκε ο ΥΠ.ΕΞ. Νίκος Δένδιας, εσάς σας πιάνει το όριο ηλικίας ή το γλιτώνετε το χακί;

Μάλλον για εσωτερική κατανάλωση γίνονται αυτές οι δηλώσεις. Αν και τους έχω ικανούς να στείλουν στρατεύματα στη Λιβύη κι αυτό θα ήταν πάρα πολύ επικίνδυνο. Αν γίνει κάνα μπραφ με τους Τούρκους, θα πάει η χώρα 100 χρόνια πίσω. Έχω ζήσει πόλεμο και ξέρω. Δεν είναι παίξε-γέλασε! Θα πάμε 100 χρόνια πίσω. Όχι ότι δεν είμαστε πίσω. Λέμε τώρα!

 

— Η δημιουργία πλωτού φράγματος στη Λέσβο που θα αναχαιτίζει τα πλεούμενα μπορεί να είναι λύση στο μεταναστευτικό-προσφυγικό;

Κοίταξε, πρέπει να δεις λίγο την Ελλάδα ως μια επαρχία, ένα αποικιακό μόρφωμα, το οποίο στην πραγματικότητα ούτε ξέρει πού πατά, ούτε ξέρει πού πηγαίνει, ως μια χώρα που δεν έχει λόγο, γιατί χρωστάει παντού, τα χέρια της είναι δεμένα. Και ανάλογα με το ποιοι κυβερνάνε και κάνουν το παιχνίδι κάθε φορά, πετάνε και διάφορα πυροτεχνήματα τέτοιου τύπου: «φράγμα». Γιατί οι άνθρωποι είναι ανιστόρητοι και γιατί όλο αυτό σχετίζεται με το τι πολιτισμό φέρει ο καθένας, τι γνώση έχει γύρω από την ύπαρξη και τη ζωή του.

 

Απ' την άλλη, πρέπει να κινηθεί το χρήμα, να κινηθούν οι εσωτερικές πολιτικές και να δικαιολογήσουν πολλοί τη θέση τους. Και συντελείται μια γενοκτονία με τους πρόσφυγες. Η Δύση δεν έχει τον Θεό της. Αποικιοκρατία στο έπακρο. Θα γίνουν ταινίες, παραστάσεις, θα γραφτούν κείμενα, τραγούδια που θα θίγουν το θέμα, υπάρχει ένας κόσμος που εκφράζει την ευαισθησία του. Να σου πω κάτι; Στο τέλος, τίποτα δεν θα συμβεί, γιατί η αποικιοκρατία ζει και βασιλεύει. Αυτό θα είναι και το μέλλον. Εντάξει; Κι εμείς είμαστε αυτή η παράγκα. Νομίζουμε ότι κάποιοι είμαστε, και προσπαθούμε να πάρουμε θέση σε όλο αυτό το παγκόσμιο νταλαβέρι που γίνεται. Με τέτοια μυαλά και με τέτοιους πολιτικούς! Είναι δυνατόν; Το θέμα, από κει και πέρα, είναι ως άνθρωποι να μη χάσουμε την ανθρωπιά μας, να αντιστεκόμαστε και να μην ενδίδουμε στα φιρμάνια.

 

 

Η «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» βγαίνει στις αίθουσες στις 5 Μαρτίου.