Το ελληνικό ντοκιμαντέρ είναι πολύ παλιά ιστορία. Η Αλίντα Δημητρίου στο μνημειακό βιβλίο της Φιλμογραφία Ταινιών Μικρού Μήκους [ΦΙΛΜ / Εκδόσεις Καστανιώτη, 1976] γράφει πως τα πρώτα ελληνικά ντοκιμαντέρ ίσως είναι οι ταινίες Νότιος Εύβοια - Κάρυστος και Τήνος, γυρισμένες το 1928 από τον Δημήτρη Μεραβίδη. Το «ίσως» σημαίνει πως δεν αποκλείεται να υπάρχει και κάτι ακόμη πιο παλιό...

 

Βασικά και για πολλά χρόνια (μέχρι το 1960 χοντρικά) η πλειονότητα των ντοκιμαντέρ που γυρίζονταν στην Ελλάδα ήταν παραγγελίες του κράτους προς τους κινηματογραφιστές, προκειμένου να δημιουργηθούν ταινίες τουριστικού, ιστορικού, πληροφοριακού ή και επιστημονικού περιεχομένου. Το κουκούλι αυτό αρχίζει να δέχεται κάποιες πιέσεις στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '50, όταν ο Βασίλης Μάρος γυρίζει την ταινία Η Αθήνα Χορεύει Ροκ εντ Ρολ (1957) και σπάει με θορυβώδη τρόπο λίγα χρόνια αργότερα, όταν στην πρώτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη, το 1960, προβάλλεται και βραβεύεται ο ποιητικός Μακεδονικός Γάμος του Τάκη Κανελλόπουλου.

 

Εκεί ακριβώς μπαίνει για πρώτη φορά κι ένα θεωρητικό θέμα. Το ντοκιμαντέρ είναι στεγνά μια ταινία τεκμηρίωσης ή μπορεί να διακριθεί και σαν ταινία με συγκεκριμένα ιδεολογικοπολιτικά και αισθητικά χαρακτηριστικά; Φυσικά, ο χρόνος δικαίωσε τη δεύτερη περίπτωση – δίχως τούτο να σημαίνει πως έπαυσε να γυρίζονται ντοκιμαντέρ και για απλούς, καθημερινούς και πιο πεζούς λόγους.

 

Θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο ή ένα φιλμ για να αποδοθεί το πώς, χωρίς να το καταλάβω, οι ίδιοι οι ανθρακωρύχοι με οδήγησαν τελικά στο φιλμ: κι όχι μόνο γιατί με τη φιλία τους, την εμπιστοσύνη τους, τις διηγήσεις τους μ' έφεραν κοντά στη ζωή τους. Κυρίως, γιατί με το πλησίασμα αυτό ζωντάνεψαν και έκαναν ευαίσθητα απονεκρωμένα ή μουδιασμένα κύτταρα μέσα στον ίδιο μου τον εαυτό.

 

Το 1963 γυρίζεται το πολιτικό ντοκιμαντέρ Εκατό Ώρες του Μάη σε συν-σκηνοθεσία Δήμου Θέου-Φώτου Λαμπρινού (επικεντρωμένο στην πολιτική δολοφονία του βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη), ενώ δύο χρόνια αργότερα (1965) στην Έκτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη προβάλλεται η ταινία του Λάμπρου Λιαρόπουλου Γράμμα απ' το Σαρλερουά.

 

Η ταινία φεύγει από το φεστιβάλ με Β Τιμητική Διάκριση (βραβείο το οποίο αρνείται ο σκηνοθέτης), ενώ διακρίνεται επίσης στο Φεστιβάλ της Λειψίας, στην τότε Ανατολική Γερμανία, παίρνοντας το βραβείο της Παγκόσμιας Ένωσης Συνδικάτων (World Federation of Trade Unions).

 

Ποια ήταν/είναι όμως η αξία αυτής της ταινίας, που προβάλλεται την Παρασκευή (19/4) στην Ταινιοθήκη και ποιος ο σκηνοθέτης της;

Ο Λάμπρος Λιαρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936. Τελειώνει τη Νομική και το 1961 φεύγει με υποτροφία για σπουδές σκηνοθεσίας στο Ινστιτούτο Ανωτάτων Κινηματογραφικών Σπουδών (IDHEC ή L'Institut des Ηautes Études Cinématographiques) στο Παρίσι. Γνωρίζεται με τον θρυλικό Henri Langlois (Ανρί Λανγκλουά) μέγα σινεφίλ, αρχειοθέτη ταινιών και συνιδρυτή της Γαλλικής Ταινιοθήκης, και γίνεται γραμματέας του.

 

To  Γράμμα απ' το Σαλερουά ήταν η πρώτη ελληνική ταινία-ντοκιμαντέρ με θέμα τη μετανάστευση, ένα φαινόμενο που μάστιζε την κοινωνία της εποχής, γυρισμένη μάλιστα όχι σε κάποιο (ελληνικό) λιμάνι ή σε σταθμό τραίνου, αλλά απ' ευθείας στην ξενιτιά.
To Γράμμα απ' το Σαλερουά ήταν η πρώτη ελληνική ταινία-ντοκιμαντέρ με θέμα τη μετανάστευση, ένα φαινόμενο που μάστιζε την κοινωνία της εποχής, γυρισμένη μάλιστα όχι σε κάποιο (ελληνικό) λιμάνι ή σε σταθμό τραίνου, αλλά απ' ευθείας στην ξενιτιά.

 

Όπως είχε πει και ο ίδιος ο Λιαρόπουλος, σχετικά με την πρώτη ταινία του Γράμμα απ' το Σαρλερουά:

Το ξεκίνημα της ταινίας το οφείλω στον Ανρί Λανγκλουά. Τρία χρόνια μαθητής του ήδη είχα «προαχθή» εκείνο το φθινόπωρο του '64 σε «πρώτο γραμματέα» του – υπαγόρευε δηλαδή σε μένα τα άρθρα του για τον κινηματογράφο και τα σχόλια τού προγράμματος (της ταινιοθήκης). Με πλήρωνε τετρακόσια φράγκα μισθό, την κίνηση και είχα δικαίωμα να βλέπω τα φιλμ τζάμπα.

 

Όσοι έχουν εργαστεί κοντά στον Λανγκλουά μπορούν να διανοηθούν σε τι δουλειά μεταφραζότανε το τιμητικό όσο και ανεκτίμητο πόστο τού πρώτου γραμματέα: κανένα ωράριο, καμιά δικαιολογία δεν ήταν ισχυρή αν προσπαθούσες να ξεφύγεις (το μόνο που έπιανε πότε-πότε ήταν το «δεν μπορώ, θέλω να δω το φιλμ»), μέρα και νύχτα έπρεπε να 'σαι δίπλα του, παρών, να γράφεις, να αντιγράφεις, να τηλεφωνείς και κυρίως να 'χεις ν' αντιμετωπίσεις κόσμο και κόσμο, από τους στενούς συνεργάτες έως τους άσχετους επισκέπτες, που στηνόντουσαν έξω από το εκάστοτε γραφείο, όπου κρυβότανε κάθε φορά που ήθελε να γράψει κάποιο άρθρο ή άλλο σημαντικό κείμενο.

 

Σημειώνω αυτές τις λεπτομέρειες, από τη θητεία μου στη Γαλλική Ταινιοθήκη, για να φανεί πόσο ήταν αδύνατο μέσα σε κείνο τον πυρετό και την αδιάκοπη συνάφεια με τον κινηματογράφο να βρεθεί τρόπος «να κάνω και γω κάτι», όπως του 'λεγα πότε-πότε και μου απαντούσε με το κλασικό «bon, on verra», θα δούμε δηλαδή, και συνέχιζε να μου υπαγορεύει σαν να μην έτρεχε τίποτα. Όταν επέμενα και κατάφερνα να του μιλήσω «για τα σχέδιά μου»(...) μ' άκουγε σιωπηλός και δεν έλεγε τίποτα.

 

Γινόμουνα, φυσικά, θηρίο και σε ανοίκειο τόνο έλεγα ό,τι κατέβαζε το θερμό μου κεφάλι: αναντάμ μπαμπαντάμ παράπονα, επικρίσεις για «αδυναμία του να με καταλάβει» κ.λπ. «Cessez vos jérémiades» απαντούσε ψύχραιμα, να πάψω τις ιερεμιάδες δηλαδή, έτσι τις αποκαλούσε εκείνες τις εκρήξεις μου.(...)

 

Ο πυρετός εκείνης της εποχής είχε (πάντως) σαν ευτυχές επακόλουθο να ξεχάσω το άγχος της «καριέρας». Έτσι ένα απόγευμα, νωρίς, όταν ήρθε σπίτι μου για πρώτη φορά τ' αφεντικό (έτσι τον λέγαμε όλοι στην σινεματέκ) να με ρωτήσει αν την μεθεπομένη (που ήταν Χριστούγεννα) μπορούσα να τον βοηθήσω να μοντάρουμε κάτι κομμάτια Λυμιέρ στη μουβιόλα και του είπα ναι, κάθισε. Μιλήσαμε λίγο για όλα. «Θα 'θελα να κάνω ένα φιλμ για τους Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο. Ακούστε αυτή τη μουσική» είπα κι έβαλα το ταξίμι του Τσιτσάνη στο πικάπ.

 

Όσο έπαιζε το κομμάτι μιλούσα. Όταν τελείωσε το 'βαλα απ' την αρχή και συνέχισα. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι έλεγα. Θυμάμαι όμως πόσο ζεστάθηκα από εκείνη την παράξενη σιωπηλή προσοχή του αφεντικού...

 

Στο τέλος του μήνα, τη μέρα των πληρωμών, ο λογιστής μού 'δωσε με το μισθό μου και άλλες δυόμισι χιλιάδες φράγκα. «Ο Λανγκλουά μου είπε να σου δώσω αυτά τα λεφτά για το φιλμ. Για ποιο φιλμ;». 

 

 

Σκηνή από το ντοκιμαντέρ Γράμμα απ' το Σαλερουά
Σκηνή από το ντοκιμαντέρ Γράμμα απ' το Σαλερουά

 

Και συνεχίζει ο Λιαρόπουλος:

Πέρασα ολόκληρο σχεδόν το Γενάρη του '65 στο Σαρλερουά. Μου είναι δύσκολο, σήμερα, να θυμηθώ γεγονότα από εκείνη την επαφή. Πήγα με σκοπό να δω, να καταγράψω, να σημειώσω. Χωρίς να το καταλάβω ο σκοπός αυτός πήγε περίπατο μαζί με την «ιδιότητα» του σκηνοθέτη και τον «προορισμό» που είχα τάξει στον εαυτό μου, δηλαδή να κάνω ένα φιλμ.

 

Ό,τι έβλεπα και ό,τι ένοιωθα τις πρώτες μέρες, συχνάζοντας στα ελληνικά καφενεία κι αργότερα στα σπίτια των εργατών, έσβησαν την εικόνα του φιλμ που είχα φέρει μαζί μου. Η πραγματικότητα τού εξωτερικού κόσμου δεν έμπαινε στα «καλούπια» που είχα ετοιμάσει.

 

Και για να εξηγηθώ σαφέστερα επάνω στο λεπτό αυτό θέμα, όλα όσα ήξερα και υπέθετα για τη φύση της δουλειάς στο ανθρακωρυχείο, για τις αμοιβές των εργατών, τις συνθήκες διαβίωσης, το κλίμα κ.λπ. αποδειχνόντουσαν λίγο έως πολύ αλήθεια. Δεν άργησα, άλλωστε, στο επίπεδο της πληροφόρησης να «καλύψω» το θέμα. Έβλεπα όμως ότι αυτό, το τόσο ουσιώδες, δεν έφτανε. Το φιλμ σαν προοπτική μού έφευγε απ' τα χέρια.

 

Όσο για τις περί «κινηματογραφικής αισθητικής» αντιλήψεις μου, για τις οποίες ήμουν τόσο υπερήφανος, πήγαν κι αυτές περίπατο επιτείνοντας τη σύγχυση (και την απελπισία) που με είχε πιάσει. Δεν έβλεπα να γίνεται το φιλμ, είχα καθίσει στα ρηχά σαν καράβι. Σοκ και χωρίς υπερβολή απόγνωση.

 

«Μη σε νοιάζει, θα το κάνουμε το φιλμ» μου 'λεγαν στο καφενείο τα βράδια, έτσι όπως μ' έβλεπαν σκεφτικό και αφηρημένο. «Θα το κάνουμε» έλεγα κι εγώ και με έτρωγαν τα φίδια.(...)

 

Θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο ή ένα φιλμ για να αποδοθεί το πώς, χωρίς να το καταλάβω, οι ίδιοι οι ανθρακωρύχοι με οδήγησαν τελικά στο φιλμ: κι όχι μόνο γιατί με τη φιλία τους, την εμπιστοσύνη τους, τις διηγήσεις τους μ' έφεραν κοντά στη ζωή τους. Κυρίως, γιατί με το πλησίασμα αυτό ζωντάνεψαν και έκαναν ευαίσθητα απονεκρωμένα ή μουδιασμένα κύτταρα μέσα στον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν μ' άφησαν δηλαδή να στέκω απέναντι και να τους κοιτώ για να κάνω ένα φιλμ, μ' έβαλαν δίπλα τους να δούμε μαζί τον κόσμο.(...)

 

 

Γράμμα απ' το Σαρλερουά

 

Τελικά η ταινία γυρίζεται, ήταν μικρού μήκους φυσικά, με διάρκεια περί τα 12 λεπτά και διέθετε μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη (κάποια στιγμή ακούγεται και η Πόλυ Πάνου στο «Κάποια μάνα αναστενάζει»). Ήταν η πρώτη ελληνική ταινία-ντοκιμαντέρ με θέμα τη μετανάστευση, ένα φαινόμενο που μάστιζε την κοινωνία της εποχής (1965), γυρισμένη μάλιστα όχι σε κάποιο (ελληνικό) λιμάνι ή σε σταθμό τραίνου, αλλά απ' ευθείας στην ξενιτιά.

 

Όπως διαβάζουμε και στο πρόγραμμα της ταινιοθήκης:

«Δέκα χρόνια μετά την πρώτη μεταναστευτική αποστολή Ελλήνων εργατών στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου, ο σκηνοθέτης βλέπει από μια ιδιαίτερη προσωπική σκοπιά τη θέση και τα προβλήματα αυτών των εργατών σε μια ευρωπαϊκή χώρα που, ως προς τα υλικά αγαθά, τους προσφέρει τα πάντα, εκτός από την πιθανότητα γυρισμού στην Ελλάδα. Το σενάριο είναι βασισμένο σε μια επιστολή που στέλνει στη μάνα του ένας Έλληνας εργάτης ανθρακωρυχείων στο Σαρλερουά του Βελγίου. Ο εργάτης μιλάει για τη ζωή στο Βέλγιο και για τη σχέση του με την πατρίδα. Αισθάνεται νοσταλγία και βρίσκεται σε αδιέξοδο, παγιδευμένος στην ξενιτιά. Παρακολουθούμε, παράλληλα με την αφήγηση, σκηνές από τη ζωή των Ελλήνων μεταναστών-εργατών στην ξενιτιά».

 

Η ταινία μπορεί να αποφεύγει την άμεση πολιτική παράθεση –δεν περιγράφονται, ούτε υπονοούνται οι πολιτικοκοινωνικοί λόγοι που οδήγησαν στη μετανάστευση, δεν επιμερίζονται ευθύνες, ούτε καταγγέλλονται πολιτικές, παρά το γεγονός πως, κάποια στιγμή, γίνεται αναφορά στον Εμφύλιο, στη μάχη της Κόνιτσας μεταξύ Δημοκρατικού και Εθνικού Στρατού– μένοντας, κυρίως, στο συναισθηματικό κομμάτι που σφίγγει τη ζωή του μετανάστη, στο βίαιο χωρισμό του από αγαπημένα πρόσωπα, στην ανάγκη να βρεθεί και πάλι στην πατρίδα του. Η κινηματογράφηση σε ασπρόμαυρο, η πνιγηρή αφήγηση και οι πενιές του Τσιτσάνη βοηθούν, οπωσδήποτε, στη δημιουργία, μιας μαύρης, σχεδόν απελπιστικής ατμόσφαιρας.

 

Σκηνή απ' τη μικρού μήκους ταινία Αθήνα Πόλη Χαμόγελο
Σκηνή απ' τη μικρού μήκους ταινία Αθήνα Πόλη Χαμόγελο

 

Δύο χρόνια αργότερα ο Λάμπρος Λιαρόπουλος θα σκηνοθετήσει τη δεύτερη μικρού μήκους ταινία του Αθήνα Πόλη Χαμόγελο (τι ωραίος... ειρωνικός τίτλος!). Δεν ήταν ντοκιμαντέρ, μα μικρού μήκους ταινία με υπόθεση που διαρκούσε λιγότερο από 20 λεπτά. Η ταινία τελειώνει το Φεβρουάριο του 1967, πέφτει πάνω στη δικτατορία και δεν προβάλλεται πουθενά (εντός της χώρας). Η Αλίντα Δημητρίου γράφει πως παίχτηκε για πρώτη φορά (εκτός συναγωνισμού) το 1968, στο Φεστιβάλ της Τουρ (Γαλλία) και ξανά το 1970 στη Νέα Υόρκη.

 

Την ταινία την είχα δει πολύ παλιά στην κρατική τηλεόραση και θυμάμαι ένα μόνο πράγμα. Την ανέλπιστη πρώτη ηχογράφηση του διάσημου τραγουδιού των Μάνου Λοΐζου-Γιάννη Νεγρεπόντη «Τ' ακορντεόν»!

 

Δύο νέοι της εποχής πιέζονται από το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της σκληρής περιόδου μετά τα Ιουλιανά (Αποστασία), που θα οδηγήσει, μαθηματικά, στη δικτατορία. Κάποια στιγμή ακούγεται «Τ' ακορντεόν». Τραγουδούν και παίζουν όργανα ο Γιάννης Πουλόπουλος, ο Μάνος Λοΐζος (κιθάρα), ο αδελφός τού σκηνοθέτη Λυκούργος Λιαρόπουλος και ο Δήμος Μούτσης (μάλλον φυσαρμόνικα). Το τραγούδι μπορεί να αναφέρεται στη γερμανική κατοχή, αλλά η φράση «δεν θα περάσει ο φασισμός» δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή από κανένα δικτατορικό καθεστώς. Κατανοητό, λοιπόν, γιατί η ταινία θάφτηκε.

 

 

Το ακορντεόν - Λοϊζος - Πουλόπουλος

 

Να συμπληρώσουμε στα προηγούμενα πως, πρώτον, η συνεργασία Λοΐζου-Πουλόπουλου, στην ταινία του Λιαρόπουλου, δεν ήταν πρωτόφαντη, αφού είχαν ήδη κυκλοφορήσει δύο 45άρια (τέσσερα τραγούδια) του Λοΐζου στη Lyra, το 1965, στα οποία τραγουδούσε ο Πουλόπουλος («Το φεγγάρι έρημο», «Νύχτα μικρή αρχόντισσα», «Καράβια αλήτες», «Μικρός ο κόσμος γύρω μου») και, δεύτερον, πως ο Δήμος Μούτσης έπαιζε φυσαρμόνικα σε δίσκους τουλάχιστον από το 1965.

 

Η επιβολή της δικτατορίας οδηγεί τον Λιαρόπουλο ξανά στη Γαλλία. Όπως είχε πει και ο ίδιος:

Ομολογώ ότι το φάσμα της δικτατορίας με διέλυσε. Τιμώ όσους έμειναν και ακόμη όσους αγωνίστηκαν εναντίον αυτής της εθνικής καταστροφής, που μας βρήκε. Για πολλούς λόγους δεν μπορούσα να κάνω το ίδιο. Κι ας το πω πιο ίσια: δεν είχα κανένα λόγο να φύγω το '67.

 

Η αναγνώριση της δουλειάς μου ήταν γενική, η έκταση της πρώτης επαφής μου με το κοινό ανέλπιστη για την εποχή. Η πολιτική ταραχή της διετίας πριν τη δικτατορία δεν άφηνε περιθώρια για πολυτέλειες καλλιτεχνικών απολογισμών, όμως το Γράμμα απ' το Σαρλερουά αντιμετωπίστηκε σύμφωνα με τους λογαριασμούς του Γραφείου Εκμεταλλεύσεως που το αγόρασε – μισό εκατομμύριο θεατές είδαν την ταινία. Και με παρα-εμπορικές κόπιες παιζότανε από τα Γυμνάσια έως τα Κέντρα Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων. Ωστόσο οικονομικά δεν απέφερε αρκετά για να κάνω ελεύθερος το παράτολμο βήμα για την Αθήνα Πόλη Χαμόγελο.

 

Έτσι και λόγοι αναζήτησης μιας καλύτερης τύχης (ανάμεσα σε άλλους) σπρώχνουν και τον ίδιο τον Λάμπρο Λιαρόπουλο να ξενιτευτεί. Το Παρίσι ήταν το δεύτερο σπίτι του εξάλλου. Εκεί, ανάμεσα στα χρόνια 1968-1973 θα γυρίσει δεκάδες ταινίες για τη γαλλική τηλεόραση, χρηματοδοτημένες αποκλειστικά από το κράτος. Μία απ' αυτές τις ταινίες, σχετική με τον Γάλλο ζωγράφο Ενγκρ (Ingres) μπορείτε να την δείτε εδώ.

 

Από τις πιο σημαντικές συνεισφορές του Λάμπρου Λιαρόπουλου εκείνη την εποχή ήταν η κινηματογράφηση της δημόσιας πρώτης του Canto General του Μίκη Θεοδωράκη στη Γιορτή της εφημερίδας του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος L'Humanité.

 

Στη fête de l'Humanité τον Σεπτέμβρη του 1974 είχαν συμμετάσχει ο Leonard Cohen, o Leny Escudero, η Juliette Gréco, οι Kinks, o Maxime Le Forestier, o Claude Nougaro, οι Χιλιανοί Quilapayún, ο Pierre Vassiliu και βεβαίως ο Μίκης Θεοδωράκης με την Ορχήστρα του.

 

Το υλικό πιθανόν να είναι ακόμη αμοντάριστο ή και χαμένο, αλλά για καλή μας τύχη ένα απόσπασμα εκείνων των γυρισμάτων είχε δοθεί από τον Λιαρόπουλο και τον οπερατέρ του Χρήστο Μάγκο (ο οπερατέρ της Ευδοκίας του Δαμιανού) στον Γιώργο Παπαστεφάνου, το 1976, για την ανάγκη της τηλεοπτικής εκπομπής του Μουσική Βραδυά..., που ήταν αφιερωμένη στην Μαρία Φαραντούρη. Αυτό το απόσπασμα ανέβασε στο YouTube ο ίδιος ο Παπαστεφάνου τον περσινό Ιούλιο.

 

 

Vegetaciones

 

Το 1976, όντας πλέον στην Ελλάδα, ο Λάμπρος Λιαρόπουλος έχει έτοιμη την πρώτη και εν τέλει τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του, Το Άλλο Γράμμα. Η εποχή είναι κακή για τον ελληνικό κινηματογράφο. Είναι γνωστό αυτό. Αρκεί να σκεφθούμε πως εκείνη τη σεζόν είχαν γυριστεί ελάχιστες ταινίες και ακόμη λιγότερες (μόλις 17) είχαν βρει το δρόμο προς τις αίθουσες – όταν την περίοδο 1966-67 για παράδειγμα είχαν προβληθεί 117!

 

Μέσα σ' αυτό το σκηνικό, με τον ελληνικό κινηματογράφο να προκαλεί το μικρό ενδιαφέρον του κόσμου βασικά με κάποια σοφτ-πορνό και ορισμένες περιπέτειες, δεν είναι παράδοξο το γεγονός της αποτυχίας της ταινίας στις αίθουσες – καθώς Το Άλλο Γράμμα κόβει μόλις 769 εισιτήρια, όντας τελευταία στον κατάλογο των εισπράξεων της σεζόν.

 

Η ταινία, να το πούμε αυτό, εκτιμήθηκε στο 17ο Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου (στη Θεσσαλονίκη), καθώς έλαβε το Β Βραβείο Καλύτερης Ταινίας (το πρώτο είχε λάβει το Χάππυ Νταίη του Παντελή Βούλγαρη), ενώ είχε γράψει γι' αυτήν ο Γιάννης Σολδάτος στην Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου [Αιγόκερως, 1982]:

«Ο Λάμπρος Λιαρόπουλος, προσπαθώντας να αυτοπροσδιορίσει την ταινία του Το Άλλο Γράμμα, γράφει στο πρόγραμμα του φεστιβάλ. "Η ταινία δεν έχει υπόθεση, ούτε ηθοποιούς. Πρωταγωνιστής είναι ο χρόνος, που έρχεται και φεύγει, και ο κόσμος γύρω μας που αλλάζει. Η κινηματογραφική μηχανή γράφει εικόνες από την καθημερινή ζωή και αποτυπώνει πάνω στο φιλμ τη σημασία τους. Αυτές οι εικόνες, η μία με την άλλη, θα γίνουν το άλλο γράμμα. Που θέλουμε να μιλάει για τη σχέση μας με τη ζωή και με την Ελλάδα".

 

Η εντύπωση που δίνει η ταινία είναι η προσπάθεια για μία αυτοκριτική του παρελθόντος και για έναν εντοπισμό του στίγματος της κινηματογραφικής δημιουργίας στο παρόν της ελληνικής πραγματικότητας. Η αυτοκριτική του παρελθόντος περνάει μέσα από την ενσωμάτωση των δύο παλιότερων μικρού μήκους ταινιών του σκηνοθέτη, το Γράμμα απ' το Σαρλερουά (1965) και το Αθήνα Πόλη Χαμόγελο (1967).

 

Ο εντοπισμός του στίγματος στο παρόν περνάει μέσα από την κατάδειξη αφ' ενός τη σημερινής κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας και αφ' ετέρου του τρόπου δημιουργίας της ταινίας.

 

Τελικά η όλη υπόθεση φαίνεται να παίρνει τη μορφή εξομολόγησης, μέσα από ένα ημερολόγιο που εκφράζει τον προσωπικό προβληματισμό του δημιουργού της πάνω στην πορεία τού χρόνου. Στο τέλος ο Λιαρόπουλος στηρίζει την ελπίδα της αλλαγής στους εργάτες».

 

Ο Λιαρόπουλος με τον Μίκη θεοδωράκη και τον Πέτρο Πανδή.
Ο Λιαρόπουλος με τον Μίκη θεοδωράκη και τον Πέτρο Πανδή.

 

Το 1976 ο Λιαρόπουλος γίνεται μέλος του ΚΚΕ και οπωσδήποτε κάποια συμπεράσματα της ταινίας του (και στο θεωρητικό-κινηματογραφικό επίπεδο με τις αναφορές στον Τζίγκα Βερτώφ, όπως και στο πολιτικοκοινωνικό με αναφορές στην λενινιστική ιδεολογία), σχετίζονται και με τις τότε πεποιθήσεις του. Παρά ταύτα Το Άλλο Γράμμα δεν βρήκε πολλά ευήκοα ώτα ακόμη και μέσα στους κόλπους της Αριστεράς.

 

Είναι χαρακτηριστική η κριτική του Βασίλη Ραφαηλίδη στην εφημερίδα Το Βήμα της 2ας Οκτωβρίου 1976:

«(...)Τα πρώτα 15 λεπτά του φιλμ, που είναι αμιγώς ντοκυμανταιριστικά, κι όπου η εξομολόγηση ενός κινηματογραφιστή για τη δουλειά του αποχτά την ακριβή της σημασία, είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια πολύ καλή ταινία μικρού μήκους, η οποία θα μας πληροφορούσε με πρωτότυπο τρόπο για τα προβλήματα και τις δυσκολίες της δουλειάς. Αν το φιλμ τηρούσε σ' όλο το μήκος του ένα ανάλογο στυλ κι αν δεν ενσωματώνονταν σ' αυτό και δύο προγενέστερες ταινίες μικρού μήκους, που υποτίθεται πως αποτελούν το αντικείμενο ενός είδους καλλιτεχνικής αυτοκριτικής, Το Άλλο Γράμμα θα διαβαζόταν με περισσότερο ενδιαφέρον και θα ήταν λιγότερο πληκτικό».

 

Τα επόμενα χρόνια ο Λιαρόπουλος θα δουλέψει βασικά για την τηλεόραση και για το κόμμα, ενώ θα ασχοληθεί και με τον συνδικαλισμό. Θα σκηνοθετήσει πορτρέτα στο Παρασκήνιο («Ρόζα Εσκενάζυ», «Χρήστος Λεοντής», το ανέβασμα της παράστασης του Δημήτρη Ποταμίτη στον Σκαπίνο του Μολιέρου κ.ά.), θα κάνει μια σειρά εκπομπών για τη Βόρεια Ελλάδα, θα κινηματογραφήσει συνέδρια του ΚΚΕ και φεστιβάλ της ΚΝΕ, θα γυρίσει για την ΕΡΤ-2 (1983) ντοκιμαντέρ για τον Κ.Π. Καβάφη (με αφορμή τη συμπλήρωση, τότε, 50 χρόνων από το θάνατό του) και ακόμη, επίσης για την ΕΡΤ-2 θα ετοιμάσει το σήριαλ Γ' Χριστιανικό Παρθεναγωγείο, από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Έλλης Αλεξίου, με το πρώτο επεισόδιο εκείνης της σειράς να μεταδίδεται την Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 1983.

 

Ήταν η τελευταία δουλειά του, την οποία, όμως, δεν θα προλάβαινε να δει στην τηλεόραση, καθώς την προηγούμενη μέρα, την 6η Σεπτεμβρίου, ο Λάμπρος Λιαρόπουλος θα έφευγε ξαφνικά από τη ζωή στα 47 μόλις χρόνια του.

 

Η τελευταία δουλειά του ήταν το σήριαλ Γ' Χριστιανικό Παρθεναγωγείο για την ΕΡΤ-2
Η τελευταία δουλειά του ήταν το σήριαλ Γ' Χριστιανικό Παρθεναγωγείο για την ΕΡΤ-2

 

Οι νεκρολογίες που δημοσιεύτηκαν στον Ριζοσπάστη της 8ης Σεπτεμβρίου ήταν συγκινητικές:

Θόδωρος Αγγελόπουλος

«Ο Λάμπρος δεν αφήνει μεγάλο σε όγκο έργο πίσω του (σ.σ. μάλλον ο όγκος του έργου του Λιαρόπουλου ήταν αρκετά μεγάλος, αλλά φαίνεται πως τον αγνοούσαν ακόμη και οι συνάδελφοί του). Όμως αυτά τα λίγα κι όλα τ' άλλα, τα πολλά που κράταγε μέσα του, ήταν του καιρού και του τόπου του. Θυμάμαι τότε στο Παρίσι, αρχές του '60, γραμμένο ένα στίχο στον τοίχο του φοιτητικού δωματίου του: "Κι άλλο τόπο απ' την Ελλάδα ούτε να το σκεφτούμε". Μαζί με τον Λάμπρο, για μας, τη γενιά του, που πιστέψαμε παιδιάστικα ότι αλλάζοντας τον κινηματογράφο αλλάζουμε τον κόσμο, χάνεται ένα κομμάτι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας».

 

Νίκος Κούνδουρος

«Ο Λιαρόπουλος είχε πάθος με τον κινηματογράφο κι αυτό το πάθος άγιαζε ό,τι έκανε. Δηλαδή ό,τι έλεγε, γιατί πιο πολλά είπε παρά έκανε στη ζωή του, θύμα κι αυτός της Ελληνικής Φτώχειας. Πλούτος του ήτανε η καρδιά του, άδολη καρδιά παιδιού. Αγωνίστηκε σ' όλη του τη ζωή για κοινούς σκοπούς γιατί γι' αυτόν τα κοινά ήταν η φαμίλια του. Βιάστηκε να πεθάνει, τώρα ακριβώς που ο κινηματογράφος χρειάζεται κι αυτός και τον τελευταίο αγωνιστή του, καθώς κινδυνεύει να ακολουθήσει τον καλό μας Λάμπρο στον τάφο του».

 

Βασίλης Ραφαηλίδης

«Γνώρισα τον Λάμπρο το 1966 σαν "εχθρό". Είχε έρθει τότε στην εφημερίδα Δημοκρατική Αλλαγή όπου δούλευα για να με δείρει, όπως δήλωσε μόλις με συνάντησε, διότι είχα γράψει δυσμενή κριτική για το Γράμμα απ' το Σαρλερουά. Ωστόσο στα δέκα πρώτα λεπτά εκείνης της πρώτης συνάντησης γίναμε φίλοι. Και παραμείναμε φίλοι μέχρι προχθές που σταμάτησε η μεγάλη του καρδιά.
Τώρα είναι σίγουρο πως δεν θα ξαναφάω σπίτι του τις εκπληκτικές σπεσιαλιτέ αυτού του σπουδαίου μάγειρα, ούτε θ' ακούσω τις διηγήσεις του για τις γαστρονομικο-κινηματογραφικές περιπέτειές του στο Παρίσι με τον μεγάλο φίλο του Ανρί Λανγκλουά, ούτε θα χαρώ τον καταιγιστικό και πανέξυπνο λόγο του, ούτε θ' απολαύσω το σουρεαλιστικό του χιούμορ, ούτε θα συζητήσω μαζί του για κινηματογράφο, που ήταν το μεγάλο πάθος του.


Ο φίλος μου ο Λάμπρος πέρασε αμετάκλητα στον "κόσμο των σκιών", έναν κόσμο ομόλογο μ' αυτόν του κινηματογράφου, όπου ο διάλογος είναι αδύνατος. Τι νόημα θα είχε λοιπόν αν έλεγα κι εγώ "αιωνία του η μνήμη"; Ο Λάμπρος ήξερε πως σε τούτο τον κόσμο τίποτα δεν είναι αιώνιο, ούτε καν η μνήμη».

 

[Λόγια του Λάμπρου Λιαρόπουλου, όπως και φωτογραφίες, αντλήθηκαν από το booklet αφιέρωμα στον ΛΑΜΠΡΟ ΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟ, που τυπώθηκε το 1983, από την Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών]