Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Τζέφρι Ευγενίδης: «Ένας λογοτέχνης χρειάζεται να κρατά αποστάσεις από θέματα της επικαιρότητας»

Μια συνέντευξη με τον κορυφαίο Ελληνοαμερικανό συγγραφέα με αφορμή την επανακυκλοφορία στα ελληνικά του μυθιστορήματος «Αυτόχειρες Παρθένοι» (εκδ. Πατάκης), που τον σύστησε ως λογοτέχνη, έγινε διεθνές μπεστ σέλερ και ταινία από τη Σοφία Κόπολα.
Είμαι 60 χρονών και δεν θυμάμαι ποτέ τις ΗΠΑ σε χειρότερη κατάσταση, σε πολλά επίπεδα.

Είναι απόλαυση να συζητάς με τον Τζέφρι Ευγενίδη, έστω εξ αποστάσεως, ακόμα, δε, πιο απολαυστικό είναι να βυθίζεσαι στις σελίδες των βιβλίων του που έχουν το σπάνιο χάρισμα αφενός της πρωτότυπης σύλληψης, αφετέρου μιας γραφής τόσο τρυφερής, διεισδυτικής, μελετημένης και ταυτόχρονα σμιλεμένης, εκλεπτυσμένης και ακριβολόγας –χωρίς ποτέ να καταλήγει επιδεικτική ή στομφώδης– ώστε σε καθηλώνουν από την πρώτη κιόλας σελίδα.


Με ρίζες μικρασιάτικες (από τον πατέρα) και αγγλοϊρλανδικές (από τη μητέρα), δεν ανήκει στους πολυγραφότατους συγγραφείς κι ας έχει «μέντορά» του τον Λέοντα Τολστόι. Νιώθει, λέει, κοντύτερα σε θαλάσσια θηλαστικά όπως τα δελφίνια και οι φάλαινες «που κυοφορούν μόνο ένα νεογνό κάθε φορά, στο οποίο αφοσιώνονται και το φροντίζουν στοργικά επί μακρόν μέχρι να ενηλικιωθεί», γεγονός είναι όμως ότι κάθε του δουλειά –από τις «Αυτόχειρες Παρθένους» και το «Middlesex» (βραβείο μυθιστορήματος Πούλιτζερ 2003) μέχρι το «Συμβόλαιο Γάμου» και το «Δελτίο Παραπόνων»– αποτελεί ένα μεγάλο εκδοτικό γεγονός.


Μιλήσαμε για το ιδιαίτερο λογοτεχνικό του σύμπαν και τις αφορμές του, για την τρέχουσα πολιτικοκοινωνική επικαιρότητα στις ΗΠΑ, τον ρατσισμό (υπάρχει μάλιστα στις «Αυτόχειρες Παρθένους» μια χαρακτηριστική αναφορά στο πώς βλέπει τους Αφροαμερικανούς ο μέσος λευκός), για την αστυνομική βαρβαρότητα που θεωρεί περισσότερο σύμπτωμα παρά αιτία: «Χρειάζεται να εστιάσουμε περισσότερο στη φτώχεια, τους αποκλεισμούς, τις διακρίσεις γιατί εκεί βρίσκεται η ρίζα του κακού». Αναφερθήκαμε ακόμα στις συνέπειες της πανδημίας, την αναμενόμενη τηλεοπτική μεταφορά του επικού «Middlesex», την προοπτική οι «Αυτόχειρες Παρθένοι» μετά τον κινηματογράφο να μεταφερθούν και στο θέατρο και για το νέο βιβλίο που έχει στα σκαριά.

 

Σε μεγάλες εφημερίδες όπως οι New York Times γράφτηκαν βέβαια πολύ θετικά πράγματα για το πώς η Ελλάδα χειρίστηκε το πράγμα, σε αντιδιαστολή με άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και βέβαια τις ΗΠΑ. Αυτά όμως τα διαβάζουν συνήθως μόνο όσοι έχουν λόγους να ενδιαφέρονται για τη διεθνή επικαιρότητα όπως εγώ, ας πούμε, που παρακολουθώ στενά τα ελληνικά πράγματα.


Τέλος, για τα μυστήρια εκείνα και τις περιπλανήσεις, που με τις νέες τεχνολογίες χάνουν κάτι από τη μαγεία τους, για μια παραπαίουσα Αμερική που πασχίζει να επανεφεύρει τον εαυτό της και που για να το καταφέρει αυτό χρειάζεται καταρχήν να επενδύσει «στην ανόρθωση της οικονομίας και την ανάσχεση των ανισοτήτων», καθώς επίσης για το «ταξίδι ανακάλυψης» που σκοπεύει να κάνει με τον αδελφό του στην Αθήνα, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

 

— Επανακυκλοφόρησαν πρόσφατα στα ελληνικά οι «Αυτόχειρες Παρθένοι», το βιβλίο που σας καθιέρωσε. Αισθάνεστε κάποιο ιδιαίτερο «δέσιμο» μαζί του;

Όλα τα βιβλία μου τα αγαπώ εξίσου, είναι όμως αλήθεια ότι με το συγκεκριμένο διατηρώ μια ιδιαίτερη, πολύπλοκη σχέση. Ήταν το πρώτο μου, δεν με ήξερε κανείς τότε, δεν είχα ιδέα αν όντως αξίζω ως συγγραφέας κι αν θα είχε κάποια τύχη. Υπήρχαν μέσα μου πολλές αντικρουόμενες σκέψεις και συναισθήματα, δεν φανταζόμουν ότι θα είχε τέτοια επιτυχία –στις ΗΠΑ ήδη κυκλοφορεί η 25η έκδοση– κι ότι θα έφτανε να γίνει μέχρι ταινία. Επόμενο είναι, οπότε, να κατέχει μια ξεχωριστή θέση στο προσωπικό μου σύμπαν.


— Κάπου στο βιβλίο αναφέρεστε στο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον για τις απανωτές αυτοκτονίες των κοριτσιών της οικογένειας Λίσμπον και από επαγγελματική «διαστροφή» αναρωτιέμαι πώς θα κάλυπταν τα ΜΜΕ μια τέτοια είδηση αν ήταν πραγματική.

Θα γινόταν πρώτο θέμα και σίγουρα θα έδινε τροφή τόσο στον σκανδαλοθηρικό Τύπο, όσο και στα κοινωνικά δίκτυα. Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου στηρίζεται, ξέρετε, στο μυστήριο της ζωής αυτών των κοριτσιών μέσα στο σπίτι τους, κάτι που σήμερα δεν θα ήταν δυνατό, αν οι πέντε αδελφές διέθεταν τάμπλετ, κινητά τηλέφωνα και προφίλ στα σόσιαλ μίντια, όπως κάνουν όλοι οι έφηβοι σήμερα. Και φυσικά τα αγόρια της γειτονιάς θα ήξεραν πολύ περισσότερα πράγματα γι' αυτές, χωρίς να κοπιάσουν ιδιαίτερα. Τίποτε δεν μένει σήμερα κρυφό, για το καλύτερο ή το χειρότερο, εκτός και ανήκεις σε καμιά τεχνοφοβική σέκτα όπως οι Άμις, που όμως κι εκεί ακόμα οι νεότεροι χρησιμοποιούν πλέον κινητά.


— Έχετε πει πως οι «Αυτόχειρες Παρθένοι» παραπέμπουν στα χρόνια της νεότητάς σας. Υπάρχουν και αναφορές σε αληθινά περιστατικά;

Όχι, οι ιστορίες είναι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες. Ισχύει όμως ότι είναι μια ιστορία ενηλικίωσης και ότι, παρότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα αχρονικό και ατοπικό, απηχεί αρκετά το κλίμα και το σκηνικό του βιομηχανικού Ντιτρόιτ όταν ακόμα άκμαζε. Μια εποχή ευφορίας και αισιοδοξίας την οποία διαδέχθηκε η εγκατάλειψη και η παρακμή, σαν άρχισαν να κλείνουν και να μεταφέρονται αλλού οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι άλλες μεγάλες εργοστασιακές μονάδες τη δεκαετία του '70. Η ατμομηχανή της ανάπτυξης ξέμεινε από καύσιμο, η ανεργία εκτοξεύτηκε, η εγκληματικότητα επίσης. Πολλοί κάτοικοι μετανάστευσαν, πλήθος κτιρίων εγκαταλείφθηκαν και ερήμωσαν, ακόμα και ιστορικά κτίρια όπως ο Σιδηροδρομικός Σταθμός.

 

Μόλις τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει η πόλη αυτή κάπως να συνέρχεται. Υπήρχαν βέβαια και την καλή εκείνη εποχή ακόμη ανισότητες, ο πλούτος ήταν συγκεντρωμένος στα χέρια λίγων λευκών, υπήρχαν όμως κι ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης. Αλλά φοβάμαι ότι οι ανισότητες έχουν τώρα μεγαλώσει κι ενώ η μεγάλη κρίση του '08 δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί, προστέθηκε τώρα σε αυτήν η κρίση που προκάλεσε η πανδημία.

 

Σκηνή από τη μεταφορά των «Αυτόχειρων Παρθένων» στον κινηματογράφο από τη Σοφία Κόπολα.
Σκηνή από τη μεταφορά των «Αυτόχειρων Παρθένων» στον κινηματογράφο από τη Σοφία Κόπολα.


— Με αυτά τα δεδομένα, πόσο πιστεύετε παραμένει ζωντανό το περίφημο αμερικανικό όνειρο;

Αν υποθέσουμε ότι αυτό το όνειρο αντιπροσώπευε την κοινωνική κινητικότητα, την οικονομική άνθιση και τις ευκαιρίες που σου έδινε το σύστημα, φοβάμαι ότι οι ΗΠΑ έχουν πια υποσκελιστεί από άλλες χώρες. Εντούτοις το όνειρο αυτό έχει συνυφανθεί με την Αμερική από τότε που ονομαζόταν Νέος Κόσμος και παραμένει ελκυστικό για πολλούς ανθρώπους. Εξαρτάται βέβαια και πώς το χειρίζεται κανείς γιατί δεν υπάρχει μόνο η «φωτεινή» πλευρά. Η οικογένειά μου είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, ο πατέρας μου ως επιχειρηματίας εκμεταλλεύτηκε τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν κι έκανε μεγάλη περιουσία, ένα μεγάλο μέρος της οποίας όμως αργότερα έχασε (ήταν στη «φούσκα» των στεγαστικών) γιατί δεν αρκέστηκε σε όσα είχε και ήθελε να αποδείξει ότι μπορούσε ακόμη να παίρνει ρίσκα.

 

— Με ποιον λογοτεχνικό ήρωα ή ηρωίδα σας θα ταυτιζόσασταν περισσότερο;

Δεν έχω καν στο μυαλό μου εξαρχής πώς θα είναι ο τάδε χαρακτήρας, τον «χτίζω» σταδιακά και στη συνέχεια αποκτά αυτονομία κινήσεων, δεν διατηρώ κάποια σχέση εξάρτησης μαζί του ούτε του επιβάλλω στοιχεία της δικής μου προσωπικότητας. Έπειτα, ένα βιβλίο δεν είναι μόνο οι χαρακτήρες του, είναι πολλά άλλα μαζί, το περιβάλλον που τους τοποθετείς, η ιστορική περίοδος, το κοινωνικό πλαίσιο κ.ά. Κάποιοι στην πορεία βεβαίως ξεχωρίζουν.

 

Στις «Αυτόχειρες Παρθένους» και τα πέντε κορίτσια των Λίσμπον που αυτοκτονούν είναι ιδιαίτεροι χαρακτήρες, ειδικά η Λουξ που είναι η πιο απελευθερωμένη, η πιο μυστηριώδης και η πλέον επιθυμητή – οι περιπέτειές της έχουν αντίκτυπο σε όλη την οικογένεια κι εξάπτει τη φαντασία των αγοριών της γειτονιάς που τυχαίνουν παρατηρητές και αφηγητές της ιστορίας ταυτόχρονα. Το ίδιο και ο Τριπ Φοντέιν, μορφονιός, ολίγον αλητάμπουρας, «καρδιοκατακτητής» και εραστής της Λουξ που μετά την αυτοκτονία της καταλήγει αλκοολικός. Η πληθωρική κ. Λίσμπον επίσης, μητέρα των κοριτσιών, βαθιά θρησκευόμενη και κεφαλή ουσιαστικά της οικογένειας...


— Δεν είστε πάντως από εκείνους τους συγγραφείς που εκδίδουν ένα βιβλίο κάθε εξάμηνο με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια και αναρωτιέμαι αν αυτό είναι γνώρισμα ενός γνήσιου ταλέντου ή ευκολία, «μανιέρα».

Εξαρτάται. Καμιά φορά σκέφτομαι την παρομοίωση με τα ψάρια που γεννάνε εκατομμύρια αβγά, τα περισσότερα από τα οποία είναι καταδικασμένα να χαθούν ενώ αντίθετα τα θαλάσσια θηλαστικά όπως τα δελφίνια και οι φάλαινες κυοφορούν μόνο ένα νεογνό κάθε φορά, στο οποίο αφοσιώνονται και το φροντίζουν στοργικά μέχρι να ενηλικιωθεί. Προσωπικά ανήκω στη δεύτερη κατηγορία – δεν είμαι καθόλου το είδος του πολυγραφότατου συγγραφέα, δίχως όμως να υποστηρίζω ότι όλοι οι παραγωγικοί συγγραφείς είναι λιγότερο σοβαροί, ούτε ότι οι πιο «βραδυφλεγείς» είναι απαραίτητα καλύτεροι. Καθένας έχει τους δικούς του ρυθμούς, τις δικές του ανάγκες. Δεν μπορώ πάντως να δω τη συγγραφή σαν «αγώνα δρόμου», δεν με διασκεδάζει καν αυτό και συνηθίζω στη ζωή μου να κάνω πράγματα που μου δίνουν ευχαρίστηση. Τώρα έχω ξεκινήσει ένα καινούργιο βιβλίο που θα εκτυλίσσεται πάλι το Ντιτρόιτ, το συνηθισμένο μου μυθιστορηματικό «τερέν», δεν μπορώ όμως να μου βάλω προθεσμίες.

 

— Έτυχε, ξέρετε, να διαβάσω το Middlesex –που πραγματικά με συνεπήρε– τη χρονιά που κυκλοφόρησε (2003), όταν μια φίλη μού δάνεισε την πρώτη του έκδοση στα αγγλικά. Συνταξιδεύαμε τότε στην Ινδία, μια χώρα που κι εσείς είχατε νεότερος επισκεφθεί και «χαθεί» επί μήνες εξερευνώντας την, όπως έχετε πει.

Ναι, πράγματι, η Ινδία ήταν μια ξεχωριστή εμπειρία. Βρέθηκα εκεί αρχές της δεκαετίας του '80, μια εποχή που μπορούσες πραγματικά να «χαθείς» και κανείς να μη μαθαίνει νέα σου, ούτε φίλοι ούτε γονείς, αν εσύ δεν επικοινωνούσες – Ίντερνετ, σόσιαλ μίντια, smartphone ήταν άγνωστες λέξεις ενώ ούτε καν σταθερά τηλέφωνα έβρισκες παντού–, κάτι αδιανόητο σήμερα με τις νέες τεχνολογίες. Που είναι φυσικά πολύ χρήσιμες αν βρεθείς σε ανάγκη και χρειαστείς βοήθεια π.χ., έχει όμως ταυτόχρονα χαθεί αυτή η μαγεία τού να μπορείς να πάρεις το ρίσκο του απρόβλεπτου, να απομονωθείς εντελώς και να αφοσιωθείς απερίσπαστος στην ανακάλυψη τόσο καινούργιων τόπων, ανθρώπων και πραγμάτων όσο και του ίδιου σου του εαυτού.

 

Θεωρώ πολύ απελευθερωτικό αλλά και διδακτικό το να μπορείς να είσαι όποιος θες, όπου θες, όποτε θες. Καμία σχέση με ένα σύγχρονο ταξίδι όπου πρώτο μέλημα των περισσότερων ανθρώπων δεν είναι τι θα αποκομίσουν από αυτό ως εμπειρία αλλά πώς θα γίνει να ανεβάσουν όσες περισσότερες selfies και φωτογραφίες μπορούν στο Instagram και τα άλλα κοινωνικά δίκτυα. Μια έμμεση συγγραφική αναφορά σε εκείνη την ταξιδιωτική μου εμπειρία υπάρχει στο «Συμβόλαιο Γάμου», όπου ένα ολόκληρο κεφάλαιο διαδραματίζεται στην Ινδία.


— Ο κορωνοϊός δυσκόλεψε πολύ, ωστόσο, όλα τα ταξίδια, πόσο μάλλον τα μακρινά.

Πράγματι, είναι όμως αλήθεια ότι ο μαζικός τουρισμός είχε φτάσει στο απροχώρητο με έναν τρόπο που πλέον προξενούσε περισσότερη ζημιά παρά οφέλη, όχι μόνο στους δημοφιλείς προορισμούς, αλλά σε κάθε γωνιά του πλανήτη σχεδόν. Ξέρω βέβαια ότι για πολλές χώρες όπως και για την Ελλάδα ο τουρισμός αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για πολύ κόσμο, εντούτοις η απόλυτη και άνευ όρων «παράδοση» σε αυτόν μακροπρόθεσμα φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Αλλά και η ζημιά που προκαλεί η τουριστική υπερανάπτυξη στο φυσικό περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες είναι δύσκολα αναστρέψιμη. Στην Ελλάδα, πάντως, τα πήγατε πολύ καλά με τη διαχείριση της πανδημίας, σωστά; Το διαφημίζουν βλέπω και οι τουριστικές καμπάνιες.

 

Υπάρχουν ήδη συζητήσεις και σχέδια για τη θεατρική μεταφορά των «Αυτόχειρων Παρθένων» και έχω μεγάλο ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα γιατί αγαπώ πολύ το θέατρο, είχα δοκιμαστεί και σε αυτό όταν έκανα τον ηθοποιό.
Υπάρχουν ήδη συζητήσεις και σχέδια για τη θεατρική μεταφορά των «Αυτόχειρων Παρθένων» και έχω μεγάλο ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα γιατί αγαπώ πολύ το θέατρο, είχα δοκιμαστεί και σε αυτό όταν έκανα τον ηθοποιό.


— Ναι, έτσι φαίνεται. Αυτό πιστεύουν και στην Αμερική;

Κοιτάξτε, για τον μέσο Αμερικανό ο υπόλοιπος κόσμος είναι ένα άγνωστο μέρος, δεν ξέρει ούτε και τον ενδιαφέρει το τι γίνεται παραέξω. Σε μεγάλες εφημερίδες όπως οι New York Times γράφτηκαν βέβαια πολύ θετικά πράγματα για το πώς η Ελλάδα χειρίστηκε το πράγμα, σε αντιδιαστολή με άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και βέβαια τις ΗΠΑ. Αυτά όμως τα διαβάζουν συνήθως μόνο όσοι έχουν λόγους να ενδιαφέρονται για τη διεθνή επικαιρότητα, όπως εγώ, ας πούμε, που παρακολουθώ στενά τα ελληνικά πράγματα. Δεδομένου ότι τα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων οι αναφορές των αμερικανικών όπως και των περισσότερων ξένων ΜΜΕ στην Ελλάδα ήταν σχεδόν μόνιμα αρνητικές, η εξέλιξη αυτή σίγουρα βελτίωσε τη διεθνή εικόνα της χώρας.


— Η πανδημία και όλο αυτό που συμβαίνει στον πλανήτη, αφότου ξέσπασε, θα μπορούσε πάντως να προσφέρει πολύ συγγραφικό υλικό.

Όχι για μένα. Δεν θα έβρισκα καμία πρωτοτυπία στο να ασχοληθώ συγγραφικά με κάτι τόσο πρόσφατο και τόσο κραυγαλέο. Προτιμώ λιγότερο αναμενόμενες, λιγότερο προβλέψιμες αφορμές όταν είναι να γράψω. Ένας λογοτέχνης χρειάζεται νομίζω να κρατά αποστάσεις από θέματα της επικαιρότητας, να μη γράφει «εν θερμώ».

 

— Όταν δεν γράφετε, με τι καταπιάνεστε;

Δεν καταπιάνομαι με τίποτε άλλο, ούτε «χόμπι» έχω, αν εξαιρέσουμε ότι ασκούμαι τακτικά γιατί μου αρέσει να νιώθω σε καλή φυσική κατάσταση. Αν όμως έχετε κάποια καλή ιδέα, ευχαρίστως να την ακούσω! Ένας φίλος π.χ. έχει πάθος με το birdwatching, εμένα όμως δεν μου κάνει καμία εντύπωση να κάθομαι να παρατηρώ πουλιά με τις ώρες. Ούτε αυτό ούτε η τοξοβολία, το σκι, οι καταδύσεις ή κάτι ανάλογο με συγκίνησαν ποτέ! Ίσως φταίει που είμαι σε μια αρκετά ώριμη πλέον ηλικία για να με ενθουσιάσουν καινούργια πράγματα εκτός από αυτά που σχετίζονται με τη δουλειά μου – αυτό τον καιρό, ας πούμε, συνεργάζομαι με την Paramount και τη Σαμ Τέιλορ Τζόνσον για τη μεταφορά του Middlesex στην τηλεόραση ως σίριαλ. Η αρχική πρόβλεψη είναι για δέκα επεισόδια...


— Ακούγεται πολύ καλή ιδέα, απορώ μάλιστα που το Middlesex δεν γυρίστηκε ακόμη ταινία όπως το Virgin Suicides, παρότι επίσης επιτυχημένο μυθιστόρημα και πρόσφορο για κινηματογραφική μεταφορά.

Ενδιαφέρθηκαν κάποιοι σκηνοθέτες, το πράγμα όμως δεν προχώρησε γιατί το κόστος μιας τέτοιας παραγωγής κρίθηκε πολύ μεγάλο. Είναι βλέπετε ένα βιβλίο πολύπλοκο, με πολλούς χαρακτήρες κι ένα σωρό ιστορικές, κοινωνικές και βέβαια έμφυλες αναφορές, αν και κάποια πράγματα πάνω σε αυτές έχουν αλλάξει σήμερα. Δεν αποκλείεται όμως να μεταφερθεί κι αυτό κάποια στιγμή στη μεγάλη οθόνη.


— Θα βλέπατε κάποιο βιβλίο σας να γίνεται θεατρικό έργο;

Υπάρχουν ήδη συζητήσεις και σχέδια για τη θεατρική μεταφορά των «Αυτόχειρων Παρθένων» και έχω μεγάλο ενδιαφέρον για το αποτέλεσμα γιατί αγαπώ πολύ το θέατρο, είχα δοκιμαστεί και σε αυτό όταν έκανα τον ηθοποιό. Βέβαια η καριέρα μου ως ηθοποιού δεν προχώρησε, τα κατάφερα τελικά καλύτερα με τη λογοτεχνία, το γεγονός όμως ότι μπορεί να «επιστρέψω» στη θεατρική σκηνή ως συγγραφέας με χαροποιεί ιδιαίτερα. Για να υλοποιηθεί βέβαια αυτό πρέπει να υποχωρήσει και η πανδημία καθώς το θέατρο παραμένει ουσιαστικά σε καραντίνα.

 

Δεν μπορώ πάντως να δω τη συγγραφή σαν «αγώνα δρόμου».
Δεν μπορώ πάντως να δω τη συγγραφή σαν «αγώνα δρόμου».


— Κάποιοι λένε ότι όλη αυτή η ιστορία με τον κορωνοϊό ήταν ένα «σήμα», τρόπον τινά, ότι η παγκοσμιοποίηση, η αλόγιστη ανάπτυξη όπως και η διαρκής επέκταση σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος έχουν ένα όριο, ότι ίσως η ανθρωπότητα πρέπει να αλλάξει ρότα. Συμφωνείτε;

Κοιτάξτε, δεν νομίζω ότι όλο αυτό είναι κάτι σαν θεία τιμωρία ή θεϊκό σημάδι, ούτε ότι η φύση μάς «τιμωρεί» – απορρίπτω γενικότερα τις μεταφυσικές ερμηνείες. Αληθεύει όμως ότι χρειάζεται να αναλογιστούμε ως είδος μερικά πράγματα, ακόμα και όσον αφορά την καθημερινότητά μας. Λίγο πριν από την καραντίνα καταφύγαμε με τη σύντροφό μου και τη γάτα μας σε ένα σπίτι στην εξοχή όπου κάναμε φυσική ζωή, μαγειρεύαμε σπίτι καθημερινά, βρίσκαμε τρόπους να γεμίσουμε πιο δημιουργικά τη μέρα μας, χαλαρώναμε ταυτόχρονα περισσότερο και καλύτερα, ανακαλύπταμε ακόμα και αφορμές να διασκεδάσουμε αφού δεν μπορούσαμε να πάμε πουθενά. Και φυσικά μας έκανε καλό που ξεφύγαμε λίγο από το άγχος, τις υψηλές ταχύτητες και την πίεση της καθημερινότητας η οποία είναι ώρες-ώρες τέτοια που σε συντρίβει. Μια τέτοια εμπειρία είναι σίγουρα χρήσιμη, αν καταφέρεις να την αξιοποιήσεις επιστρέφοντας στην κανονικότητα. Η εικόνα μιας έρημης Νέας Υόρκης ήταν πράγματι «αποκαλυπτική», γρήγορα όμως η πόλη επανήλθε στους κανονικούς της ρυθμούς με ακόμη μεγαλύτερη ένταση όπως διαπιστώσαμε επιστρέφοντας στη βάση μας στο Γκρίνουιτς Βίλατζ.


— Αλλά πριν καλά-καλά επανέλθει η κανονικότητα, η Νέα Υόρκη όπως πολλές άλλες αμερικανικές πόλεις έγιναν «πεδίο μάχης» εξαιτίας της δολοφονίας του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικό.

Ναι, ήταν απαράδεκτο αυτό που συνέβη, για πολλοστή κιόλας φορά, και δικαίως υπήρξαν τόσο εκτεταμένες αντιδράσεις. Στη Νέα Υόρκη οι διαδηλώσεις και οι ταραχές έφτασαν ένα τετράγωνο από το σπίτι μου, τα βλέπαμε από το μπαλκόνι μας. Το πιο εντυπωσιακό ήταν η μαζική συμμετοχή λευκών, κάτι που δεν συνέβαινε σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν. Ίσως επειδή ευαισθητοποιείται πλέον περισσότερος κόσμος σε θέματα ρατσισμού και αστυνομικής βίας, ίσως κι επειδή η υπόθεση Φλόιντ ήταν απλώς η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι σε μια Αμερική που βρίσκεται σε κρίση, οικονομική και όχι μόνο, έχοντας επιπλέον για Πρόεδρο έναν απίστευτο τύπο όπως ο Ντόναλντ Τραμπ. Μια Αμερική επίσης όπου παρότι οι νόμοι του Τζιμ Κρόου περί φυλετικού διαχωρισμού στις Πολιτείες του Νότου έπαψαν να ισχύουν το 1965, το πνεύμα τους παραμένει ενεργό.


— Έχει πάντως ενδιαφέρον ότι ένα από τα αιτήματα είναι η κατάργηση της αστυνομίας καθαυτής κι ότι αυτό δεν είναι πια μια αξίωση κάποιων «ακραίων».

Ναι, ισχύει, διατηρώ ωστόσο κάποιες ενστάσεις. Δεν μπορείς να πεις έτσι απλά «καταργώ την αστυνομία» γιατί δεν ζεις σε μια κοινωνία αγγελική. Ούτε αντικαθιστώντας τη με ένα είδος κοινοτικής πολιτοφυλακής, ας πούμε, θα εξαφανιστούν αυτόματα από την κοινωνία ο αυταρχισμός, ο ρατσισμός και οι διακρίσεις. Χρειάζεται να εστιάσουμε περισσότερο στη φτώχεια, την ανισότητα, τους αποκλεισμούς, τις διακρίσεις γιατί εκεί βρίσκεται η ρίζα του κακού. Η συμπεριφορά της αστυνομίας, που βέβαια σαφώς χρειάζεται εκδημοκρατισμό και αλλαγή νοοτροπίας, είναι περισσότερο σύμπτωμα παρά αιτία.


— Λέγατε σε μια συνέντευξη ότι με τον εξωφρενικό αυτό Πρόεδρο, η Αμερική κινδυνεύει να χάσει την ίδια την υπόστασή της.

Το έλεγα και το εννοούσα. Είμαι 60 χρονών και δεν θυμάμαι ποτέ τις ΗΠΑ σε χειρότερη κατάσταση, σε πολλά επίπεδα. Αν και φύσει αισιόδοξος άνθρωπος, δυσκολεύομαι να βρω λόγους να ελπίσω ότι θα αλλάξει κάτι θεαματικά στο άμεσο μέλλον. Θα χρειαστεί φοβάμαι να περάσει τουλάχιστον μια δεκαετία για να συνέλθει η χώρα από όλο αυτό, ακόμα κι αν αλλάξει ηγεσία και πολιτικές στο μεταξύ.

 

— Αλλά, εντάξει, ο Τραμπ είναι περίπτωση και δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ κανείς να του βρει ψεγάδια. Πόσο όμως πιο αξιόπιστος και ικανός είναι ο υποψήφιος των Δημοκρατικών;

Αρκετά, νομίζω. Πάντα εκτιμούσα τον Τζο Μπάιντεν. Είναι καλός και έμπειρος πολιτικός, με κύρος και αρχές, μπορεί να εμπνεύσει και να ηγηθεί. Έχει βέβαια «ακούσει» πολλά, τον έχει απαξιώσει και ο Τραμπ, κάτι που φυσικά συνηθίζει, να στοχοποιεί και να δυσφημίζει ανθρώπους είτε «ζωντανά», είτε γράφοντας 2-3 αράδες στο Twitter. Δεν νομίζω όμως ότι μπορεί να αμαυρωθεί εύκολα η εικόνα του.

 

Προσωπικά πιστεύω ότι στην παρούσα κατάσταση είναι μια πολύ καλή υποψηφιότητα που μπορεί να επαναφέρει το μέτρο στην κεντρική πολιτική σκηνή, να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κόσμου και την προεδρία, όπως δείχνουν και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις. Πιστεύω επίσης ότι το μεγάλο στοίχημα για όποιον κι αν εκλεγεί θα είναι η ανόρθωση της οικονομίας, η ανάσχεση των ανισοτήτων και η δημιουργία θέσεων εργασίας. Αυτά άλλωστε υποσχόταν και ο Τραμπ προεκλογικά, διακηρύττοντας ότι θα έκανε γρήγορα την Αμερική «μεγάλη ξανά» (με κάποιο μαγικό ραβδί, προφανώς).


— Θα σας δούμε πάλι σύντομα στην Ελλάδα;

Ναι, θα ήθελα πολύ να ξανάρθω, αν και δεν μπορώ ακόμα να ξέρω το πότε. Μια πολύ καλή αφορμή γι' αυτό είναι ότι ο αδελφός μου σκέφτεται καιρό τώρα να μεταναστεύσει μόνιμα στη Ελλάδα και να ζήσει εκεί το υπόλοιπο της ζωής του. Αρχικά σκεφτόταν κάποιο νησί, εγώ όμως του λέω να προτιμήσει μια ήσυχη γειτονιά της Αθήνας γιατί στην πρωτεύουσα θα έχει τα πάντα στα πόδια του –κοντά στα άλλα συμβαίνουν, νομίζω, πολλά ενδιαφέροντα πράγματα σε αυτή την πόλη–, ενώ ταυτόχρονα θα μπορεί να πηγαίνει εύκολα από εκεί σε όποιο άλλο μέρος θέλει. Του υποσχέθηκα λοιπόν να κάνουμε μαζί αυτό το «ταξίδι αναζήτησης», αφού έχω κιόλας επισκεφτεί τη χώρα περισσότερες φορές από εκείνον!

Μαθήτευσε στο Εργαστήρι Δημοσιογραφίας και το αθηναϊκό underground press. Ανήκει στην συντακτική ομάδα της Lifo. Έχει επίσης ασχοληθεί με επιμέλειες κειμένων και εκδόσεων.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Αυτόχειρες Παρθένοι»: Το θρυλικό ντεμπούτο του Τζέφρυ Ευγενίδη επιστρέφει σε νέα μετάφραση
Η Άννα Παπασταύρου, μεταφράστρια όλων των βιβλίων του αγαπημένου Αμερικανού λογοτέχνη, εξηγεί την προσέγγισή της στο εμβληματικό πόνημα για τα δεινά της εφηβείας.
Όσα (υπέροχα) μας είπε χθες ο Τζέφρι Ευγενίδης
Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Ελληνοαμερικανός συγγραφέας που ήρθε στην πόλη μας στα πλαίσια της διοργάνωσης Αθήνα-Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου 2018 μίλησε χτες βράδυ στο ΚΠΙΣΝ
Τα  βιβλία που μάς άλλαξαν τη ζωή
Oι συντάκτες της LIFO γράφουν για εκείνο το ανάγνωσμα που κατά κάποιον τρόπο διαμόρφωσε το βλέμμα τους στον κόσμο
«Δελτία παραπόνων»: Μόλις κυκλοφόρησε η νέα συλλογή διηγημάτων του Τζέφρυ Ευγενίδη
Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ ελληνοαμερικανός συγγραφέας μιλά για ήρωες παγιδευμένους σε έκτακτες, προσωπικές και εθνικές, καταστάσεις

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λέσχη Ανάγνωσης Ιουλίου-Αυγούστου: Οι μεταμορφώσεις στη λογοτεχνία
19 βιβλία που έχουν ως κοινή θεματική τη μεταμόρφωση σε όλες της τις μορφές και τις προεκτάσεις.
Ο έρωτας στο έργο του Παπαδιαμάντη
5 αριστουργηματικά διηγήματα του σπουδαίου Έλληνα πεζογράφου.
Η Ταγγέρη των μπιτ, «a state of mind»
Μια αναδρομή στον θρύλο της μαροκινής πόλης τον καιρό που ως «διεθνής ζώνη» προσέλκυε πνεύματα ανήσυχα, αντικομφορμιστικά και ελευθερόφρονα, με αφορμή το πλέον διάσημο μυθιστόρημα του Πολ Μπόουλς, «Τσάι στη Σαχάρα».
Ευτυχιοκρατία: Η κολλώδης βιομηχανία των «θετικών συναισθημάτων»
Πώς η βιομηχανία της θετικότητας μετακυλίει στους ανθρώπους την ευθύνη για την πλειονότητα των κακοτυχιών και της αντικειμενικής αδυναμίας τους, ανεξαρτήτως του πόσο μυωπική, αστήρικτη ή άδικη είναι μια τέτοια κρίση.
Ο «Mάγος» του Τζων Φώουλς ή οι Σπέτσες ως τόπος μαγείας
Τι είναι αυτό που διατηρεί ανέπαφη τη μαγεία του θρυλικού μυθιστορήματος του Τζων Φώουλς, το οποίο ετοιμάζεται να γίνει σειρά, μετατρέποντας τις Σπέτσες και το ελληνικό καλοκαίρι σε έναν τόπο λογοτεχνικής αναφοράς;
Η ζωή, ο θάνατος και τα ενδιαφέροντα μυστικά του νευρολόγου Όλιβερ Σακς
Ο συγγραφέας του «Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο» και του «Ξυπνήματα» που έγινε και ταινία, ήταν ένας συναρπαστικός τύπος
Ο μυθικός και ένδοξος κόσμος της Ρέας Γαλανάκη
Τα «Διηγήματα» της Ρέας Γαλανάκη, τα οποία ενώνουν αρχετυπικά πρόσωπα και μύθους σε ένα σύγχρονο κοσμοείδωλο, κυκλοφορούν για πρώτη φορά σε ένα τομίδιο από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Oι εκδότες επιλέγουν το αγαπημένο τους βιβλίο από την πρόσφατη παραγωγή
Ζητήσαμε από τους εκπροσώπους 19 ελληνικών εκδοτικών οίκων να επιλέξουν από ένα βιβλίο που εξέδωσαν πρόσφατα και ξεχωρίζουν.
Νάσος Βαγενάς: «Ένας ποιητής πρέπει να ξέρει πότε να σταματά»
Υπήρξε ποδοσφαιριστής στην Α΄ Εθνική, έγινε ποιητής, μεταφραστής και καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στη Δράμα. Ζει στα Εξάρχεια. Δηλώνει «πρώτα απ’ όλα φιλόλογος».
«Μακρύ πέταλο από θάλασσα»: Διαβάστε ένα απόσπασμα από τo νέο μυθιστόρημα της Ιζαμπέλ Αλιέντε
Η Χιλιανή συγγραφέας επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα για το οποίο ήδη γράφονται διθυραμβικές κριτικές. Ήρωές του οι πρόσφυγες του Ισπανικού Εμφυλίου που ταξιδεύουν στη Χιλή με το πλοίο που ναύλωσε ο Πάμπλο Νερούδα. Η LiFO εξασφάλισε ένα απόσπασμα.
Η κόκκινη Μασσαλία (από προχθές πρασινορόζ)
Μετά από ένα τέταρτο του αιώνα δεξιάς παντοκρατορίας, ο ενωτικός συνδυασμός Μασσαλιώτικη 'Ανοιξη κέρδισε την δημαρχία
Ο Τζιμ Κάρεϊ έγραψε μια αυτοβιογραφική νουβέλα με θέμα το τέλος του κόσμου όπως τον ξέραμε
Το βιβλίο του λέγεται «Απομνημονεύματα και Παραπληροφόρηση» και αποτελεί, μεταξύ άλλων, μια σατιρική περιπλάνηση στις εμμονές της αυτοαναφορικής κουλτούρας του Χόλιγουντ.
«Μεσακτή» του Μάκη Μαλαφέκα: Ένα καλοκαιρινό νουάρ στην Ικαρία
Η «Μεσακτή» είναι το δεύτερο παλπ μυθιστόρημα με ήρωα τον Μιχάλη Κρόκο, που ο Μάκης Μαλαφέκας αφιερώνει στους μόνιμους κατοίκους Ικαρίας.
Ο Τζορτζ Πελεκάνος στη LiFO: «Υπάρχει γνήσιο κακό σε αυτό τον κόσμο»
Ο διάσημος Ελληνοαμερικανός αστυνομικός συγγραφέας, σεναριογράφος και τηλεοπτικός παραγωγός σε μια δυνατή, εικονοκλαστική και ολίγον απρόβλεπτη, όπως και ο ίδιος, συνέντευξη με αφορμή το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο άντρας που επέστρεψε» (εκδ. Πατάκης).
82 βιβλία για το καλοκαίρι
Μυθιστορήματα, δοκίμια, ποίηση, non-fiction, Έλληνες και ξένοι συγγραφείς, κλασικές και σύγχρονες επιλογές: Ο οδηγός της LiFO για το φετινό εκδοτικό καλοκαίρι.
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή