Αυτός ο αιώνιος υπέρμαχος της απελπισίας –ένας περήφανος και απείθαρχος στοχαστής ανάμεσα στα ευρωπαϊκά χαλάσματα– δεν έπαψε στιγμή να μας απασχολεί: προκαλεί μάλιστα εντύπωση πόσα έργα του Τόμας Μπέρνχαρντ έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, πόσα θεατρικά του ανεβάσματα έχουν αφήσει εποχή και πόσο τυγχάνει γενικότερης εκτίμησης ένας συγγραφέας που δεν έκανε τίποτε άλλο από το να συνταράσσει παρά να εξωραΐζει. Επιβιώνοντας από κάθε καταστροφή για να μας θυμίσει την κάπνα που καίει ακόμα από τις μεγάλες φωτιές των ναζί ή των Συμμάχων στην καρδιά της Δύσης, ήπιε ακριβώς όπως ο Τσέλαν «το μαύρο γάλα της αυγής / σκάβοντας έναν τάφο στον αέρα όπου κείτεται κανείς ευρύχωρα».

 

Θαρρείς πως η έλλειψη ανθρωπισμού έπρεπε να καταγραφεί σε κάθε απτή ή φαντασιακή λεπτομέρεια από αυτόν τον αλλόκοτο πλην όμως μέγιστο Αυστριακό, ο οποίος τριγυρίζει σαν σαλός προφήτης στην καρδιά της δυτικής Ευρώπης και βλέπει ανθρώπους να ξεβράζονται σε παγωμένες λίμνες, μεγαλογαιοκτήμονες να ξεθάβουν πτώματα που έχουν σκοτώσει οι ίδιοι και καλύπτουν κάθε πλευρά του κτήματός τους, ελαιοχρωματιστές να βουτάνε στο κενό με την μπογιά να τους καλύπτει το ξεχασμένο από καιρό όνομά τους, κεφάλια να κόβονται περιγράφοντας μια παρωδία φρίκης –«την τερατωδία σαν ομορφιά»– μέσα από μικρά στιγμιότυπα που μοιάζουν με φωτογραφικά αποτυπώματα από πολαρόιντ, τα οποία κρέμονται πάνω από τα κεφάλια μας ακόμα και τώρα. Δεν πρόκειται για αποσπάσματα από εφιάλτες που περιγράφει με ενάργεια ο Μπέρνχαρντ αλλά για ιστορίες που έχουν γραφτεί με τρόπο ανάγλυφο και μπεκετικό, πάντοτε όμως με τη σιγουριά μιας πένας βουτηγμένης στο ζεστό αίμα, και περιλαμβάνονται στα άρτι εκδοθέντα Γεγονότα σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη από την κλασική σειρά του Εξάντα.

 

Ακροβατώντας μοναδικά ανάμεσα στην απόγνωση και στην επίμονη αναζήτηση της αλήθειας, ο Τόμας Μπέρνχαρντ μας χάρισε τα πιο γοητευτικά, απογυμνωμένα από κάθε διάθεση εξωραϊσμού κείμενα, θυμίζοντάς μας συνάμα ότι πρέπει να τολμάμε να τραγουδάμε –δηλαδή να κάνουμε τέχνη– την πιο ακραία στιγμή του ολέθρου.


Εδώ ο θάνατος, όπως και σε τόσες άλλες στιγμές της ευλογημένης Δύσης, είναι ακαριαίος ή μάλλον μας περιμένει στην άκρη του δρόμου ως μοναδική απάντηση σε ένα ερώτημα που δεν έχουμε καν θέσει. Ο Μπέρνχαρντ δεν χαρίζεται στιγμή και, το κυριότερο, η γραφή του φροντίζει διαρκώς να μας υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι ένα ακόμα ενσταντανέ σε ένα εργαστήρι του Φρανκενστάιν, όπου ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να «φτιάχνονται ο Μορφωμένος και ο Ανώτερος και ο Διακεκριμένος και ο Εξαιρετικός και ο Ασυνήθιστος», όπως μας αποκαλύπτει ειρωνικά στη συγκλονιστική Αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες σε αναθεωρημένη μετάφραση από τον Βασίλη Τομανά.

 

Ο ίδιος παραδέχεται πως ο λόγος που παραμένει ανηλεώς ακριβής ως προς την τραγικότητα της θνητής μας φύσης και γοητευτικά μισανθρωπικός είναι επειδή «ο άνθρωπος αρνείται να αφήσει να τον ταράξει ο ταραξίας. Τέτοιος ταραξίας ήμουν σε όλη μου τη ζωή και θα είμαι και θα μένω πάντοτε ο ταραξίας, όπως με χαρακτηρίζουν πάντοτε οι συγγενείς μου, ήδη η μητέρα μου, απ' όσο παλιά μπορώ να θυμηθώ, με αποκαλούσε ταραξία, το ίδιο και ο κηδεμόνας μου, τ' αδέλφια μου, έμεινα πάντοτε ο ταραξίας σε κάθε ανάσα, σε κάθε αράδα που γράφω».


Έχοντας, επομένως, ως αποστολή να «χτυπάει» εκεί όπου οι άλλοι παραμένουν πνευματικά ασάλευτοι, ο Μπέρνχαρντ γίνεται ο αγκιτάτορας στην αρχή κάθε ψευδαίσθησης με βαθιά συνείδηση πως το σαθρό ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν έχει αλλάξει και πως κάθε προσπάθεια εξωραϊσμού –εκτός από την αυταξία της μουσικής και της υψηλής λογοτεχνίας– είναι απλώς άσκοπη. Κάτω από τον όμορφο διάκοσμο της δυτικής διανόησης ο ίδιος διέβλεπε τη μανία της παλινόρθωσης μορφών βγαλμένων από το αποτυχημένο μοντέλο του ναζισμού, του σοσιαλισμού ή της θρησκείας. Τα έζησε όλα από μικρός και, καθώς τα είδε να μετατρέπονται σε απόλυτες ιδέες, τα κράτησε μακριά.


«Δεν είχα ποτέ ένα πρότυπο και δεν ήθελα ποτέ να έχω» παραδεχόταν, φτιάχνοντας ένα εντελώς δικό του μυθοπλαστικό σύμπαν όπου συναντούσες ταυτόχρονα την κραυγή του Μουνκ, την τρυφερή απόγνωση και ακρίβεια του Κάφκα, την ευφυΐα και την ειρωνεία του αγαπημένου του Βιτγκενστάιν, τα ρητορικά σχήματα του Μοντέν και την καταβύθιση στην άβυσσο του Ντοστογιέφσκι, απ' όπου απελευθερωνόταν ένα ρεύμα που ηλεκτρίζει κάθε λέξη στη σπειροειδή έλικα της εντελώς ιδιόμορφης αφήγησης. Αν η γλώσσα είναι το όχημα που κατευθύνει τον κόσμο του ευφυούς Αυστριακού, φτιάχνοντας ανοιχτά σχήματα που πολλές φορές δεν συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, αλλά ξανασυναντιούνται αργότερα μέσα από επαναλήψεις, η αφήγηση είναι αυτή που μας αποκαλύπτει τη βαθιά μουσικότητα των κειμένων του (ίσως γι' αυτό και ο μεταφραστής του Βασίλης Τομανάς επιμένει ότι πρέπει να διαβάζονται φωναχτά). Εξού και ότι τα πέντε κεφάλαια της Αυτοβιογραφίας του, τα οποία γράφτηκαν από το 1975 έως το 1982, μοιάζουν μάλλον με μέρη μιας παρτιτούρας, με το κάθε κεφάλαιο να συνιστά και μια αυτόνομη μελέτη θανάτου που άλλοτε φανερώνει το ταμπλό βιβάν της φρικωδίας των πολέμων και άλλοτε την άβυσσο μιας τραυματικής παιδικής ηλικίας, στιγματισμένης από ένα καταπιεστικό εκπαιδευτικό σύστημα.

 

Εγκλωβισμένος, λοιπόν, είτε στην ασφυχτική αίθουσα του εθνικοσοσιαλιστικού και κατόπιν καθολικού οικοτροφείου με αυταρχικούς δασκάλους είτε στα υπόγεια των ρημαγμένων από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς πόλεων, ο νεαρός Αυστριακός διδάχτηκε από μικρός το νόημα της φρίκης. Με έντονες τάσεις αυτοκτονίας και μοναδική παρηγοριά τις ιστορίες που του έλεγε ο αναρχικός παππούς του Γιοχάνες Φροϊμπίχλερ –ο οποίος φρόντισε ο εγγονός του να μάθει βιολί και ξένες γλώσσες–, ο Μπέρνχαρντ έμαθε από νωρίς τι σημαίνει «η πιο αξιολύπητη κακομοιριά των ανθρώπων», νιώθοντας, όπως έγραφε, «στο πετσί του πόσο τρομερές είναι η ζωή και η ύπαρξη». Κουβαλώντας διαρκώς τη φρίκη της καμένης σάρκας –μια μυρωδιά που δεν τον άφησε ποτέ– από τις βομβαρδισμένες πόλεις, ανέλαβε το απαράμιλλο καθήκον να μελετήσει τα «πνευματικά σωθικά ολόκληρου του σώματος της πόλης του Ζάλτσμπουργκ», την οποία μίσησε βαθιά. Είδε, παρατήρησε, έμαθε και αυτήν τη δυνατότητα τη μεταστοιχείωσε σε καταιγιστική αφήγηση, πάντοτε de profundis και πάντοτε στα όρια: «Είναι σπουδαίο να ξέρεις τι βλέπεις. Πρέπει, σιγά-σιγά, να μπορείς όλα τουλάχιστον να τα περιγράφεις. Πρέπει να ξέρεις από πού προέρχεται το καθετί, τι είναι», αν και την ίδια στιγμή δηλώνει πως οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι είναι «αυτοί που ήξεραν ή που ήθελαν να ξέρουν τα πάντα».

 

Ακροβατώντας μοναδικά ανάμεσα στην απόγνωση και στην επίμονη αναζήτηση της αλήθειας, ο Τόμας Μπέρνχαρντ μας χάρισε τα πιο γοητευτικά, απογυμνωμένα από κάθε διάθεση εξωραϊσμού κείμενα, θυμίζοντάς μας συνάμα ότι πρέπει να τολμάμε να τραγουδάμε –δηλαδή να κάνουμε τέχνη– την πιο ακραία στιγμή του ολέθρου. Δηλαδή περίπου όπως εκείνος.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO