Πόσο έχουμε προχωρήσει ως χώρα αλλά και ως κοινωνία στο ζήτημα της ισότητας των φύλων, της αντιμετώπισης των διακρίσεων, του σεξισμού, του ρατσισμού και της καταπολέμησης της βίας, ανεξαρτήτως ερωτικών προτιμήσεων και ταυτότητας φύλου; Πόσο έχουμε απομακρυνθεί από βαθιά ριζωμένα στερεότυπα, προκαταλήψεις και νοοτροπίες; Τι πρόοδοι έχουν συντελεστεί αλλά και τι ελλείψεις, παραλείψεις και αστοχίες υπάρχουν ακόμη;


Δυο νέες γυναίκες απόφοιτες του ΑΠΘ, η νομικός και μεταπτυχιακή φοιτήτρια του τομέα Διεθνών Σπουδών Δέσποινα Νάτση με ενεργή συμμετοχή στις πανευρωπαϊκές καμπάνιες No Hate Speech movement και Playing for Equality, καθώς επίσης η δικηγόρος Θωμαή Παπά, με μεταπτυχιακό στον τομέα του Δημοσίου Δικαίου και της Πολιτικής Επιστήμης είναι οι συγγραφείς του εν λόγω πονήματος: «Αφορμή για την ενασχόλησή μας με την ανάδειξη του ζητήματος των έμφυλων διακρίσεων στη χώρα μας υπήρξε η αύξηση των περιστατικών έμφυλης και οικογενειακής βίας τα τελευταία χρόνια, απόρροια τόσο των κοινωνικών συνθηκών όσο και –κυρίως– των βαθιά ριζωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων... Tο ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο συμμετοχής γυναικών σε νευραλγικές θέσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (από τα θεσμικά όργανα της Πολιτείας αφενός έως τη διοίκηση επιχειρήσεων) σε συνδυασμό με τη σταθερή παρουσία και έκφραση ακροδεξιού πολιτικού λόγου και ρητορικής μίσους με έντονο ρατσιστικό και σεξιστικό περιεχόμενο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, υπενθυμίζει την ανάγκη για συνεχή αγώνα παράλληλα με τις νομοθετικές ρυθμίσεις κυρίως σε επίπεδο αλλαγής των κοινωνικών αντιλήψεων» λένε γι' αυτήν τη χρήσιμη σε ακτιβιστές, νομικούς, ερευνητές αλλά και απλούς ενεργούς πολίτες πρωτοβουλία.

 

Η αποτελεσματική εφαρμογή των νομικών αλλαγών σε νομοθετικό επίπεδο παραμένει ζητούμενο, όπως και η ανάγκη να συνδυαστούν αυτές με ευρύτερες πολιτικές, δράσεις και ενέργειες για την καταπολέμηση κάθε λογής έμφυλων διακρίσεων καθώς οι νόμοι από μόνοι τους δεν αρκούν, όσο άψογοι ή αυστηροί κι αν είναι.

 

«Εστιάζουμε στους νόμους που ψήφισε η ελληνική βουλή το τελευταίο διάστημα για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των θυμάτων της έμφυλης βίας που αφορούν κυρίως γυναίκες, καθώς επίσης των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας» συμπληρώνει η Όλγα Δρόσου, εκπρόσωπος του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ που επιμελήθηκε την έκδοση. Με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το Ίδρυμα που σχετίζεται με το Κόμμα των Γερμανών Πρασίνων δραστηριοποιείται από το 2012 και στην Ελλάδα, όπως σε τριάντα ακόμα χώρες, στοχεύοντας, όπως αναφέρει, στην εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών και την προώθηση ενός βιώσιμου κοινωνικού αναπτυξιακού μοντέλου με «πράσινο» πρόταγμα, σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, ακαδημαϊκούς φορείς και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

 

Η ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου για τα δικαιώματα των γυναικών (ο νόμος 4521/2018 για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, η κύρωση με τον νόμο 4531/2018 και οι μεταρρυθμίσεις της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης αναφορικά με την ελληνική νομοθεσία, το υπό ψήφιση νομοσχέδιο για την προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας (η δημόσια διαβούλευση γι΄αυτό ολοκληρώθηκε ήδη από πέρσι), η ίση μεταχείριση όλων ανεξαρτήτως ερωτικών προτιμήσεων και ταυτότητας φύλου (νόμοι 4556/2015 και 4491/2017 για την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια και για την αναγνώριση ταυτότητας φύλου αντίστοιχα, νόμος 4538/2018 για την αναδοχή και την τεκνοθεσία σε σχέση και με τις προαναφερόμενες περιπτώσεις), η ποινική αντιμετώπιση των ρατσιστικών εκδηλώσεων στον δημόσιο λόγο και χώρο και τα σχετικά με αυτές εγκλήματα και διακρίσεις (νόμοι 4285/2014 & 4356/2015) και τέλος η αξιολόγηση επιμέρους και συνολικά του θεσμικού πλαισίου για τις έμφυλες διακρίσεις από φορείς και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών (Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων, ΓΣΕΕ, Συνήγορος του Πολίτη, Οργάνωση Γυναικείων Δικαιωμάτων Το Μοβ, Ελληνική Ένωση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Οικογένειες Ουράνιο Τόξο, Colour Youth) είναι τα θέματα που διαπραγματεύεται η εν λόγω έκδοση.

 

Περιέχονται επίσης βασικές έννοιες και προσεγγίσεις που αφορούν το φύλο, το οποίο δεν νοείται διπολικά αλλά ως «φάσμα» εφόσον «η έμφυλη ταυτότητα αφορά όχι μόνο το βιολογικό φύλο αλλά επίσης την έκφραση και την ταυτότητα φύλου», σημειώνεται δε ότι «η αυστηρή τήρηση των συμβατικών έμφυλων ρόλων καταλήγει ενίοτε καταπιεστική ακόμα και για τους θεωρούμενους ως προνομιούχους λευκούς ετεροφυλόφιλους άνδρες».

 

Στο βιβλίο χαιρετίζονται καταρχήν οι αξιοσημείωτες –παρά τις συνήθεις αντιδράσεις από ακραίους συντηρητικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους με ερείσματα κατά πολύ ισχυρότερα από την πραγματική κοινωνική τους δυναμική– θεσμικές πρόοδοι των τελευταίων ετών που οφείλονται αφενός στην πίεση των ευρωπαϊκών θεσμών και τις απανωτές καταδίκες της χώρας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) ύστερα από προσφυγές ενδιαφερόμενων, αφετέρου σε μια σοβαρότερη μολονότι εξαιρετικά διστακτική πολιτική βούληση (π.χ. το σύμφωνο δεν εξισώθηκε με τον γάμο, ούτε αποδόθηκαν γονεϊκά δικαιώματα σε ομόφυλα ζευγάρια). Σημειώνεται επιπλέον ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των νομικών αλλαγών σε νομοθετικό επίπεδο παραμένει ζητούμενο, όπως και η ανάγκη να συνδυαστούν αυτές με ευρύτερες πολιτικές, δράσεις και ενέργειες για την καταπολέμηση κάθε λογής έμφυλων διακρίσεων καθώς οι νόμοι από μόνοι τους δεν αρκούν, όσο άψογοι ή αυστηροί κι αν είναι.

 

Όσο αφορά στα θετικά, σε αυτά συγκαταλέγονται η υιοθέτηση και νομοθετική αναγνώριση της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης για τη βία κατά των γυναικών και την έμφυλη βία, η ποινικοποίηση του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων (που συνιστά «έθιμο» για τα κορίτσια σε κάποιες αφρικανικές χώρες) όπως επίσης της παρενοχλητικής παρακολούθησης (stalking) και η αυστηροποίηση της ποινικής διαμεσολάβησης, η απαγόρευση των αναγκαστικών γάμων (μέχρι σχετικά πρόσφατα σε περίπτωση αποπλάνησης ανήλικης ο δράστης δεν διώκονταν ποινικά αν παντρευόταν το θύμα), η επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, η νομοθετική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου-ΝΑΤΦ, η επέκταση του αντιρατσιστικού νόμου ώστε να καλύπτει σεξουαλικό προσανατολισμό, ταυτότητα και έκφραση φύλου. Επίσης, η ενσωμάτωση της έννοιας της συναίνεσης στον ορισμό του βιασμού φέτος τον Ιούνιο ύστερα από έντονες κινηματικές αντιδράσεις.


Ανάμεσα τώρα στα αρνητικά και τα χρήζοντα βελτίωσης ή αναθεώρησης περιλαμβάνονται μια σειρά παραλείψεις, αστοχίες και ελλείψεις συνοχής των επιμέρους νόμων όπως οι υποθετικές και όχι κυριολεκτικές διατυπώσεις τύπου «εμφανώς», «μπορεί να» αναφορικά με τον νόμο 4604/2019 για την πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας, η μη υιοθέτηση μέτρων όπως η εισαγωγή σχετικού εκπαιδευτικού υλικού στα σχολεία, η έλλειψη δομών αλλά και η κατάρτιση επαγγελματιών που ασχολούνται με τα θύματα της βίας (γιατροί, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, αστυνομικοί κ.ά.), η μη θέσπιση γάμου και πλήρων γονεϊκών δικαιωμάτων πλην της αναδοχής για τα ομόφυλα ζευγάρια, κάτι προβληματικό και για τα ίδια τα τυχόν βιολογικά τους παιδιά – πόσο μάλλον που τα εν λόγω δικαιώματα δεν αναγνωρίζονται ούτε σε πολίτες άλλων χωρών της ΕΕ ακόμα κι αν ο ένας γονέας έχει ελληνική υπηκοότητα. Η προϋπόθεση επιπλέον της αγαμίας και της πλήρους δικαιοπρακτικής ικανότητας για τη μετάβαση φύλου που δεν ίσχυαν με το προηγούμενο νομικό καθεστώς, τα νομοθετικά κενά της ΝΑΤΦ σε ασφαλιστικά και ιατρικά θέματα, η μη πρόβλεψη υποβοηθούμενης αναπαραγωγής για ζευγάρια λεσβιών, αλλά και η μη ορατότητα των intersex ατόμων.