Αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο ο Τζο Νέσμπο μοιάζει απόλυτα με τον επιθεωρητή του Χάρι Χόλε, είναι προφανώς οι εμμονές: γράφει καθημερινά, χωρίς σταματημό, αγαπάει απόλυτα τους δικούς του ανθρώπους και επιστρέφει στα μέρη που τον σημάδεψαν. Για την ακρίβεια, στην Κάλυμνο, σε αυτό το ελληνικό νησί που, σε αντίθεση με άλλα, δεν διαφημίζει την κοσμικότητά του. Εδώ, στον οικισμό Μασούρι, ανάμεσα στους εναπομείναντες σφουγγαράδες και στους βαρκάρηδες, με τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου στο οποίο μένει εδώ και χρόνια, τον κύριο Νίκο, να έχει σχεδόν χριστεί δεύτερος πατέρας του και το γειτονικό εστιατόριο, το Αιγιοπελαγίτικο, να έχει γίνει το στέκι του, ο Τζο Νέσμπο συλλαμβάνει τον δικό του κόσμο. «Χρειάζομαι ησυχία και θετική ενέργεια για να συγκεντρωθώ και όλα αυτά η Κάλυμνος μου τα δίνει απόλυτα» μας λέει, εξηγώντας τον έρωτά του για το νησί – μαζί και τα απαραίτητα βράχια για να σκαρφαλώνει.


Επομένως, η συζήτησή μας για το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μας, βιβλίο του, το Μαχαίρι, δεν θα μπορούσε να μη γίνει στην Κάλυμνο. Κατά τη διάρκειά της μας αποκαλύπτει πως το νησί πρωταγωνιστεί στην επόμενη ιστορία του: πρόκειται για ένα διήγημα, που ενδεχομένως να εξελιχθεί σε μυθιστόρημα, το οποίο αναφέρεται σε έναν αναρριχητή που εξαφανίζεται, ενώ κάνει το πρωινό του μπάνιο, πριν από την ανάβαση. Μέσα από αυτό περιγράφει ανάγλυφα τον τόπο, κάνοντας την Κάλυμνο –και όχι μόνο– διάσημη σε ολόκληρο τον κόσμο, αφού είναι ήδη πολύ εξοικειωμένος με την Ελλάδα. Στη γειτονική Τέλενδο, άλλωστε, πριν από λίγα χρόνια, έχοντας μαζί του το λάπτοπ, ένα ζευγάρι ακουστικά και τα γνωστά αεροδυναμικά γυαλιά του, συνέλαβε τον Γιο (Μεταίχμιο), σκεπτόμενος ότι ήθελε να κάνει ένα διάλειμμα από την κυρίαρχη μορφή του Χάρι Χόλε. Εξάλλου, έχει προσπαθήσει να τον σκοτώσει, αλλά τον έχει γλιτώσει την τελευταία στιγμή, επιβεβαιώνοντας τη σαδομαζοχιστική σχέση αγάπης-μίσους που έχει με τον επιθεωρητή του.

 

Στον οικισμό Μασούρι, ανάμεσα στους εναπομείναντες σφουγγαράδες και στους βαρκάρηδες, ο Τζο Νέσμπο συλλαμβάνει τον δικό του κόσμο. «Χρειάζομαι ησυχία και θετική ενέργεια για να συγκεντρωθώ και όλα αυτά η Κάλυμνος μου τα δίνει απόλυτα» μας λέει, εξηγώντας τον έρωτά του για το νησί – μαζί και τα απαραίτητα βράχια για να σκαρφαλώνει.

 

Όταν του λέω πως το τελευταίο κείμενο που έγραψα στη LiFO για εκείνον ήταν ακριβώς γι' αυτήν τη σχέση που έχει με τον Χάρι Χόλε, γελάει γνέφοντας καταφατικά. Ωστόσο, διαφωνεί στο ότι η κόντρα μαζί του θα μπορούσε να οδηγήσει στην εξόντωση: «Τον αγαπώ και τον συμπονώ τον Χάρι και σε καμία περίπτωση δεν θέλω να τον εξοντώσω. Μου αρέσει ως τύπος, αλλά έχει πολλά σκοτάδια και πολλή ένταση. Είναι από τους φίλους με τους οποίους μπορείς να περάσεις ένα ωραίο Σαββατοκύριακο, αλλά τη Δευτέρα δεν θα τον πάρεις τηλέφωνο. Και ο λόγος είναι ότι είναι περισσότερο έντονος απ' όσο αντέχεις. Ωστόσο, τον ευγνωμωνώ, γιατί μέσα από αυτόν κατάλαβα τι σημαίνει να ζει κανείς τη ζωή του σαν τραγωδία ή, τέλος πάντων, αυτά που βιώνει να διέπονται από τις ίδιες αρχές με αυτές της τραγωδίας. Ως εκ τούτου, ο Χάρι είναι αυτός που μου έδωσε τη βαρύτητα που χρειαζόμουν για την εξέλιξη της πλοκής, σε τέτοιον βαθμό, μάλιστα, που δεν μπορούσα καν να εναντιωθώ. Δεν μπορούσα να πάω κόντρα ως συγγραφέας, καθώς ακολουθούσα την ιστορία του και τις ανάγκες της. Παρότι έχω πάντα μια αίσθηση για το πώς πρέπει να είναι η ιστορία και οι πρωταγωνιστές της, αυτός είναι που θα καθορίσει την εξέλιξη και θα μου δείξει τον δρόμο. Οπότε, αγαπώ τον Χάρι, απλώς δεν μπορώ να τον σώσω, αν δεν μπορεί να το κάνει ο ίδιος».


Η αλήθεια είναι πως δεν του συμβαίνουν και λίγα. Ειδικά στο Μαχαίρι –κυκλοφορεί από το Μεταίχμιο, μεταφρασμένο, όπως σχεδόν πάντα, από την Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη–, το πιο κοντινό σε σαιξπηρική τραγωδία βιβλίο του Νέσμπο, εκτός από τον αιματοβαμμένο Μάκβεθ του, ο Χάρι έρχεται αντιμέτωπος με το πιο τραγικό γεγονός της ζωής του: βρίσκει νεκρή τη γυναίκα που αγάπησε, τη Ράκελ, μέσα σε ένα λουτρό αίματος και, το χειρότερο απ' όλα, επειδή έχει απόλυτο μπλακ άουτ, δεν θυμάται καν αν έχει κάποια ανάμειξη ο ίδιος. Με αφορμή αυτό το συμβάν που προκύπτει σε μια στιγμή που οι δυο τους ζούσαν χωριστά, εξαιτίας μιας ανόητης παρασπονδίας του, αρχίζει να ξετυλίγεται ένα γαϊτανάκι αναζήτησης του δολοφόνου. Ακούγοντας τις συμβουλές διαφόρων πρώην φίλων και περιστασιακών ερωμένων –ίσως μια απόδειξη πως η γυναικεία σκέψη υπεισέρχεται πάντα στις ιστορίες του Νέσμπο– που του δίνουν μια κατεύθυνση, επειδή για πρώτη φορά τα έχει εντελώς χαμένα, ο Χάρι προσπαθεί, με τις γνωστές ανορθόδοξες μεθόδους του, να βρει τον δολοφόνο.

 

Στο σημείο αυτό ανακύπτουν διάφορες λεπτομέρειες από προηγούμενες ιστορίες, έρχεται στο προσκήνιο ένας παλιός «γνώριμος», ο Φίνε, που είχε δει τον γιο του να πέφτει νεκρός από τον Χάρι, αλλά και παλαίμαχοι από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και τη Γιουγκοσλαβία, μαζί με τοπία γεμάτα νεκρούς και σκόνη, όνειρα ξεχασμένα, εφιάλτες και τραύματα. Αυτά είναι που σαν αμλετικά φαντάσματα εξακολουθούν να στοιχειώνουν τον ήρωα και να στολίζουν εμμονικά αλλά και αρμονικά τα απόλυτα σκοτάδια του:

 

«Αναβίωση του τραύματος. Όνειρα, αναδρομές στο παρελθόν. Περιορισμένη συναισθηματική ζωή. Γίνεσαι ζόμπι. Νιώθεις σαν ζόμπι, σαν παρίας που παίρνει χάπια, ισοπεδωμένος, χωρίς καμιά διάθεση να ζήσεις περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται. Ο κόσμος μοιάζει ψεύτικος, αλλάζει η αίσθηση του χρόνου. Πας το τραύμα σε δόσεις –ως αμυντικό μηχανισμό–, θυμάσαι κάποιες λεπτομέρειες, άλλες τις απομακρύνεις, κι έτσι όλο το γεγονός και οι συνδέσεις του παραμένουν κρυμμένα» ομολογεί ο ίδιος ο Χάρι Χόλε, σε πρωτοπρόσωπο παραληρηματικό λόγο, σε κάποια από τις λαμπερές, σαν γυαλιστέρο μαχαίρι, περιγραφές του.


Μιλώντας για όλα αυτά, ο Τζο Νέσμπο συμφωνεί μαζί μου ότι το «βαμπίρ» είναι η λέξη-κλειδί, όπως και η συγκεκριμένη παράγραφος, αν θες να καταλάβεις τι συμβαίνει στο μυαλό του ήρωά του, το ίδιο και η ενοχή που υπάρχει εδώ πιο έντονα απ' ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο βιβλίο: «Η ενοχή που φέρει ο Χάρι οφείλεται στο ότι αισθάνεται πως η αιτία των δικών του δεινών, αλλά και των δεινών των άλλων, είναι, ουσιαστικά, ο ίδιος. Και ο λόγος που το Μαχαίρι μοιάζει με τραγωδία είναι γιατί εδώ, περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού, ο Χάρι δεν έχει να κατηγορήσει κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό του. Ξέροντας ότι η μοίρα δεν χτυπάει μόνο αυτόν αλλά και τους ανθρώπους που αγαπά από τότε που ήταν μικρός –με πρώτη τη μητέρα του, που πέθανε από καρκίνο όταν ήταν είκοσι χρονών–, νιώθει να φέρει την κατάρα που συμπαρασύρει στον θάνατο όλους όσοι τον συναναστρέφονται. Για την ακρίβεια, νομίζει ότι σταδιακά μετατρέπεται σε βαμπίρ που ζει ακόμα ανάμεσα σε νεκρούς, των οποίων το τέλος δεν μπόρεσε να αποτρέψει».

 

Ίσως γι' αυτό, σε τούτο βιβλίο, κατά την αναζήτηση του δολοφόνου ο Χάρι Χόλε δεν αμφισβητεί μόνο τις μεθόδους του, που φτάνουν μέχρι τα βασανιστήρια, αλλά και την ίδια του την ικανότητα να ευτυχήσει, να δει τη ρωγμή που επιτρέπει να μπαίνει ελάχιστο, έστω, φως στη ζωή του. Και όπως ομολογεί με πόνο και βαθιά οδύνη στο βιβλίο: «Η ευτυχία δεν έχει σχέση με την ικανοποίηση. Η ευτυχία δεν είναι κάτι το φυσιολογικό. Η Ευτυχία είναι μια αβέβαιη κατάσταση, εκτάκτου ανάγκης, είναι δευτερόλεπτα, λεπτά, ημέρες ολόκληρες που δεν μπορούν να διαρκέσουν για πάντα. Και η απώλειά της γίνεται αντιληπτή όταν τη χάνεις αλλά και όταν τη βρίσκεις. Γιατί με την ευτυχία έρχεται και η οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι πια όπως πριν και σου λείπει ήδη αυτό που έχεις, φοβάσαι ήδη την αποχή απ' την ευτυχία, τη θλίψη της απώλειας, καταριέσαι τη γνώση του τι ευτύχησες να ζήσεις».