Πόσο μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις μας; Μέχρι ποιου σημείου είμαστε υπεύθυνοι για τις συνέπειες μιας συγκεκριμένης πράξης; Μπορούμε πραγματικά να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας; Ή μήπως οι επιλογές μας είναι προκαθορισμένες από την καταγωγή και την κοινωνική μας τάξη;

 

Να μερικά από τα ερωτήματα που θέτει ο Ζία Χάιντερ Ράχμαν στο παρθενικό του μυθιστόρημα "Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε" (μετ. Α. Μιχαηλίδης, εκδ. Πόλις): ένα στοχαστικό και ταυτόχρονα συναρπαστικό έργο «για τη διάλυση των κρατών, τον πόλεμο κατά τον 21ο αιώνα, τον γάμο στην αγγλική αριστοκρατία και τα μαθηματικά του έρωτα», που εκτυλίσσεται ανάμεσα στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη και την Καμπούλ μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου.

 

Ένα μυθιστόρημα που θυμίζει το «Στόουνερ», το «Confiteor», το «Επιστροφή στο Μπράιντσχεντ» κυρίως, και το οποίο έκανε μεγάλη αίσθηση το 2014, όταν πρωτοκυκλοφόρησε.

 

Ο Ράχμαν έπλασε τον Ζαφάρ με βάση τις δικές του ανησυχίες, έδεσε τον ήρωά του στο άρμα ενός άδοξου, βασανιστικού έρωτα, κι άφησε τον εαυτό του ελεύθερο ν' αρδεύσει από όλα τα γνωστικά πεδία που του ήταν γνώριμα -μαθηματικά, ιστορία, φιλοσοφία, λογοτεχνία, διεθνείς σχέσεις, οικονομικά, πολιτική.

 

Στο βιογραφικό του Ζία Χάιντερ Ράχμαν δεν δηλώνεται η ηλικία του –πρέπει να πλησιάζει τα πενήντα. Ούτε ο κεντρικός πρωταγωνιστής του «Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε», ο Ζαφάρ, γνωρίζει ποια ακριβώς χρονιά γεννήθηκε.

 

Γεγονός είναι πως, όπως κι ο ήρωάς του, ο Ζία Χάιντερ Ράχμαν κατάγεται από το Μπανγκλαντές (αυτήν την αιματοκυλισμένη γωνιά της νοτιοανατολικής Ασίας που αποσχίστηκε από το Πακιστάν το 1971), μεγάλωσε στη Βρετανία, σπούδασε μαθηματικά και νομικά στα καλύτερα πανεπιστήμια της Δύσης (Οξφόρδη, Κέμπριτζ, Γιέιλ), εργάστηκε ως ανώτερο στέλεχος στον χρηματοπιστωτικό τομέα κι έπειτα άλλαξε ρότα, στρεφόμενος προς την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και την πάταξη της διαφθοράς σε διεθνές επίπεδο.

 

Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, το «Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε» υπήρξε καρπός έντονης εσωτερικής αναζήτησης, μετά την παραίτησή του από την Goldman Sachs κι αφού είχε ταξιδέψει πολύ. Μια ανάλογη υπαρξιακή περιπέτεια αναδύεται κι από το μυθιστόρημά του, ο πραγματολογικός πλούτος του οποίου μοιάζει απέραντος.

 

Ο Ράχμαν έπλασε τον Ζαφάρ με βάση τις δικές του ανησυχίες, έδεσε τον ήρωά του στο άρμα ενός άδοξου, βασανιστικού έρωτα, κι άφησε τον εαυτό του ελεύθερο ν' αρδεύσει από όλα τα γνωστικά πεδία που του ήταν γνώριμα -μαθηματικά, ιστορία, φιλοσοφία, λογοτεχνία, διεθνείς σχέσεις, οικονομικά, πολιτική.

 

Αρχικά, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου δίνει την εντύπωση κλοσάρ. Τέτοια εικόνα παρουσιάζει ο Ζαφάρ το φθινόπωρο του 2008, σε μια αριστοκρατική γειτονιά του Λονδίνου, όταν εμφανίζεται στο κατώφλι ενός παλιού συμφοιτητή του απ' την Οξφόρδη –επίσης νοτιοασιάτη αλλά από τους προνομιούχους- με τον οποίο, είκοσι χρόνια τώρα, είχε κόψει κάθε επαφή. «Έδειχνε να βρίσκεται σε κατάσταση έντονης σύγχυσης. Δεν μιλούσε ασυνάρτητα αλλά με μια παράξενη σοβαρότητα, κι έμοιαζε να συνεχίζει μια συζήτηση που είχε διακοπεί...».

 

Στην Οξφόρδη, μαθαίνουμε, ο ίδιος άνθρωπος- μια μαθηματική ιδιοφυΐα!- ακτινοβολούσε ως εστέτ. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, ο Ζαφάρ έμοιαζε τόσο έξυπνος, τόσο γοητευτικός, τόσο συμφιλιωμένος με τον εαυτό του και τους άλλους, που ήταν αδύνατον ν' αντιληφθεί κανείς τι καταιγίδα μαινόταν μέσα του.

 

Στις αρχές του ΄90, τότε που ξεκινούσε την καριέρα του στην Γουόλ Στριτ, αν ο Ζαφάρ αποφάσιζε ν' ανοίξει τα χαρτιά του, θα συστηνόταν κάπως έτσι: «Ξεκίνησα από πολύ μακριά, από μια καλύβα που την περίοδο των βροχών γεμίζει λάσπη, από ένα μέρος του κόσμου που το γνωρίζετε μόνο ως χωματερή για τη δυστυχία. Ως παιδί, ζούσα για έναν χρόνο στο υπόγειο ενός ετοιμόρροπου κτιρίου, σ' ένα διαμέρισμα με δυό δωμάτια και κοινόχρηστη τουαλέτα.

 

Όποτε προσπαθώ να φέρω στον νού μου την κουζίνα, βλέπω μόνο τη μισή, το κομμάτι που δεν είχε αρουραίους. Μεγάλωσα στις χειρότερες συνοικίες του Λονδίνου. Με κλωτσούσαν και μ' έφτυναν εξαιτίας της φυλής μου. Κάποιοι δάσκαλοι με έστελναν σε τάξεις για καθυστερημένα, γιατί νόμιζαν πως είμαι ηλίθιος επειδή παρέμενα σιωπηλός. Στη σύντομη ζωή μου πέρασα δια πυρός και σιδήρου μέχρι να φτάσω εδώ. Έχω τσαγανό λοιπόν;».

 

Τι απέγινε εκείνος ο άνθρωπος; Τι του συνέβη στο μεσοδιάστημα; Γρήγορα αντιλαμβανόμαστε πως ό,τι διαβάζουμε είναι η περιπέτεια του Ζαφάρ όπως την αφηγείται –μ' εκφραστική δεινότητα!- ο παλιός συμφοιτητής του, με βάση τις σημειώσεις που του εμπιστεύτηκε και τις εκμυστηρεύσεις που του έκανε ο Ζαφάρ το φθινόπωρο του 2008.

 

Ο αφηγητής –πακιστανικής καταγωγής, γεννημένος στις ΗΠΑ, κι αναθρεμένος μέσα στην αριστοκρατία του χρήματος και του πνεύματος- ανασυνθέτει γραπτώς την ιστορία του Ζαφάρ με την ελπίδα να καταλάβει καλύτερα και τον εαυτό του.

 

Ο Ζαφάρ, ως αυτοδημιούργητος, είχε καταλάβει στη φαντασία του «τη θέση ενός τοτέμ», ήταν η ζωντανή απόδειξη ότι «δεν είμαστε δεσμώτες της ζωής που διάγουμε», και η επίσκεψή του τον είχε βρει σ' εύθραστη κατάσταση.

 

Η σταδιοδρομία του είχε χτιστεί πάνω στα πάλαι ποτέ κερδοφόρα τοξικά παράγωγα, και τώρα η εταιρεία του θέλει να τον κρεμάσει στην πλατεία για να ικανοποιήσει τη δίψα του κοινού για αίμα...

 

Έχοντας μείνει σ' έναν γάμο άγονο, χωρίς αγάπη, έχοντας προσκολληθεί χωρίς όρια στα υλικά αγαθά, έχοντας κάνει επιλογές κόντρα στις βαθύτερες επιθυμίες του, ο (πάντα ανώνυμος) αφηγητής ευελπιστεί ότι, κατανοώντας τη διαδρομή του Ζαφάρ, θα δει πώς αλλιώς θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα και για τον ίδιο.

 

Ο όψιμος διάλογος των παλιών φίλων φωτίζει αλλιώς τα περασμένα - σαν να μπαίνει ένας μεγεθυντικός φακός πάνω στο ταξικό τους χάσμα, τις ιδεολογικές τους μεταπτώσεις, τις μαύρες τρύπες της σχέσης τους. Κάθε τόσο ανασύρονται στην επιφάνεια παγίδες, προδοσίες, απάτες που συνέβαιναν και παλιότερα μπροστά τους, αλλά δεν μπορούσαν να τις δουν. Αλίμονο, τίποτε καινούριο, τίποτε νέο δεν είναι ορατό, «παρά μόνο υπό το φως των όσων γνωρίζουμε»...

 

Διόλου τυχαία, το βιβλίο του Ράχμαν ανοίγει και κλείνει με αναφορές σ' ένα από τα σπουδαιότερα μαθηματικά επιτεύγματα του 20ου αιώνα, στο θεώρημα της Μη πληρότητας του Γκέντελ. Μια ανακάλυψη που αμφισβητεί τη βεβαιότητα εκεί όπου θα την περιμέναμε περισσότερο. Ένα θεώρημα που μας διδάσκει ότι υπάρχουν μαθηματικές αλήθειες για τις οποίες δεν θα μπορέσει ποτέ να βρεθεί απόδειξη.

 

Διόλου τυχαία, το βιβλίο του Ράχμαν ανοίγει και κλείνει με αναφορές σ' ένα από τα σπουδαιότερα μαθηματικά επιτεύγματα του 20ου αιώνα, στο θεώρημα της Μη πληρότητας του Γκέντελ.
Διόλου τυχαία, το βιβλίο του Ράχμαν ανοίγει και κλείνει με αναφορές σ' ένα από τα σπουδαιότερα μαθηματικά επιτεύγματα του 20ου αιώνα, στο θεώρημα της Μη πληρότητας του Γκέντελ.

 

Ο χώρος των μαθηματικών όπου «όλα υπάρχουν παντού και για πάντα», αυτός ο μοναδικός κλάδος «όπου το κοινωνικό στάτους, η θέση και η αυθεντία δεν αξίζουν δεκάρα», λειτουργεί για τον Ζαφάρ ως ιδανικό καταφύγιο για ένα διάστημα.

 

Στη συνέχεια, θ' αγκιστρωθεί στο δόλωμα του έρωτα. Μήπως προσπαθώντας να γίνει αποδεκτός από ένα περιβάλλον που τον ξεπερνούσε, ο Ζαφάρ υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του; Τι τον διέλυσε; Τι τον οδήγησε ως το Αφγανιστάν;

 

Πώς εγκατέλειψε τον κόσμο των εταιρειών και «την καλλιέργεια ενός εαυτού που να ταιριάζει με την κοινωνία των υπολοίπων», για ν' αναλάβει δράση στην άκρη της γης, στον γενέθλιο τόπο του; Και, πάνω απ' όλα, για ποιά κρίματά του νιώθει την ανάγκη ν' απολογηθεί;

 

Παρ' ότι ο ίδιος ο Ράχμαν, στις συνεντεύξεις του, δηλώνει πεσιμιστής, το «Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε», από μια άποψη, είναι αισιόδοξο: ξεδιπλώνει την ιστορία ενός χαρισματικού, ταπεινής καταγωγής ανθρώπου που αφοσιώθηκε στην αναζήτηση της γνώσης όχι για να βελτιώσει τον εαυτό του αλλά για να καταφέρει να πατήσει σε στέρεο έδαφος. Ενός ανθρώπου που έζησε τη ζωή του «δεχόμενος απανωτά χτυπήματα και παραμένοντας όρθιος».

 

Από μια άλλη άποψη, ωστόσο, είναι πολύ στενάχωρο έργο, πολύ απομυθοποιητικό. Ο Ζία Χάιντερ Ράχμαν περνάει από κόσκινο τις φιλελεύθερες δυτικές ελίτ, τις διαποτισμένες από τις αρχές του οριενταλισμού και της πολιτικής ορθότητας, που πατούν πάνω στον βράχο του ευρωπαϊκού διαφωτισμού για να φέρουν όλον τον κόσμο στα μέτρα τους.

 

Δεν χαρίζεται καθόλου στις στρατιές των ΜΚΟ και του εκστρατευτικού σώματος των «νέων ιεραποστόλων» που εφόρμησαν το 2002 ν' ανοικοδομήσουν το Αφγανιστάν βαυκαλιζόμενοι ότι θα κάνουν τη διαφορά μόνο και μόνο επειδή δήλωναν καλοπροαίρετοι.

 

Παίζοντας στα δάχτυλα τις γεωπολιτικές ισορροπίες, ο συγγραφέας ανατρέχει στις συνέπειες του τέλους της βρετανικής αποικιοκρατίας στην Κεντρική Ασία, δηλώνει πίστη στο αμερικανικό όνειρο «που κάνει κάθε Βρετανό να κοκκινίζει από αμηχανία», και μας προσφέρει στο πιάτο τους μηχανισμούς που προκάλεσαν το παγκόσμιο οικονομικό κραχ.

 

Μιλάει για τον καημό του εξόριστου ν' αποκτήσει ρίζες αλλά και για την ασφυξία που φέρνει ο κοινωνικός κορσές, μιλάει για την αγάπη που είναι η άλλη πλευρά του μίσους, όπως μιλάει και για τη βία που ελλοχεύει μέσα μας και, κάποια στιγμή, μπορεί να εκτοξευστεί με λύσσα πάνω σ' εκείνον που μας έχει ταπεινώσει...

 

Πόσο αλαζονικό είναι να πιστεύουμε ότι είμαστε υπεράνω της οργής, πόσο μάταιο είναι να θέλουμε να ελέγξουμε έναν κόσμο που μας περιλαμβάνει, λέει με τον τρόπο του Ράχμαν. Ίσως πράγματι, η μοναδική αποστολή που μπορούμε ν' αναλάβουμε ως θνητοί, «είναι να αφήσουμε τις ερωτήσεις να ξεδιπλώνονται, να μπαίνουμε στο ποτάμι χωρίς να ξέρουμε αν θα μας βγάλει στη θάλασσα, και να αποδεχόμαστε πως είμαστε υπηρέτες της ζωής».