«Πράξε τα αστέρια/ όπως το ψάρι σπαρταρά έξω απ' τη θάλασσα/ ζητώντας να γυρίσει καθώς με λέξεις/ η ποίηση σπαρταρά να επιστρέψει» έγραφε ο Καρούζος, επιβεβαιώνοντας τη μόνιμη συνθήκη της ποίησης, που είναι να επανέρχεται διαρκώς γεμάτη νέες μορφές ζωής ή έκφρασης. Στη μεταφορική της δύναμη, άλλωστε, ανιχνεύεται το ανέστιο και το καινούργιο.

 

Η ποίηση θέλει μια πρώτη ματιά, θέλει όμως γνώση και υποψία. Στο πέρασμα των χρόνων φτιάχτηκαν σχολές και διαμορφώθηκαν συνειδήσεις, αλλά ακόμα αναζητούνται τα ίχνη ποιητών που είτε δεν ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο είτε έμειναν να ανάβουν μόνοι τις φλόγες που τους έκαψαν. Και όλοι μαζί συνυπήρξαν σε έναν ελληνικό κόσμο που ήταν εξαρχής ποιητικός, όπως προστάζει το τέκνο του Ηράκλειτου, αφού τα απομεινάρια τα βρίσκουμε σε μεγάλο βάθος.

 

Στο πέρασμα των χρόνων φτιάχτηκαν σχολές και διαμορφώθηκαν συνειδήσεις, αλλά ακόμα αναζητούνται τα ίχνη ποιητών που είτε δεν ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο είτε έμειναν να ανάβουν μόνοι τις φλόγες που τους έκαψαν

 

Μέχρι σήμερα, όμως, το ποιητικό γίγνεσθαι έχει ανάλογη ένταση: πρόσφατα καταγράψαμε σημαντικές απόπειρες να σταχυολογηθούν τα ποιήματα της κρίσης είτε με τον ιδιόμορφα πρωτότυπο τρόπο της ανθολόγησης του Θοδωρή Χιώτη είτε με τον ξεκάθαρα πολιτικό της Βαν Ντάικ, όπως επίσης είδαμε να μετατοπίζονται οι ποιητικές φωνές από το κλεινόν άστυ στην περιφέρεια.

 

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ποιητή Κυριάκου Συφιλτζόγλου (έχουμε δει συλλογές του από τις εκδόσεις Μελάνι και Θράκα), ο οποίος καταθέτει ένα πολύ ενδιαφέρον φωτο-ποιητικό ντοκουμέντο με το ιδίωμα της Δράμας και τον χαρακτηριστικό τίτλο Δραμάιλο από τις εκδόσεις Αντίποδες. Κατά τα άλλα, σταθερότητα εμφανίζουν οι ποιητικές εκδόσεις γνωστών ονομάτων που έχουν αφήσει το δικό τους ισχυρό ή πρωτότυπο αποτύπωμα στην ελληνική παραγωγή.


Σταθερή η παρουσία του Χάρη Βλαβιανού, ο οποίος έχει διαμορφώσει τον δικό του μοντερνιστικό/ειρωνικό/διανοητικό χώρο, είτε με τις δικές του συλλογές είτε με την εξαιρετική έκδοση της Ποιητικής.

 

Η νέα του συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη με τον τίτλο Αυτοπροσωπογραφία του λευκού διαθέτει τις γνωστές ισχυρές δόσεις πνευματικής ειρωνείας, διακειμενικών παιχνιδιών, ισομερούς καταμερισμού του άτυχου με το τυχαίο και του ασήμαντου με το σημαντικό, εμπλουτισμένη ωστόσο με παραπάνω εξομολογητικά, θαρρεί κανείς, στοιχεία.

 

Το πένθος που ενσκήπτει ξαφνικά κινητοποιεί ποιήματα ξεχωριστής ακρίβειας, όπως το «Ecce Mater» (Ξέρω πόσο ύπουλες είναι οι λέξεις / σε ανακουφίζουν για λίγο / για να σ' εκδικηθούν αργότερα / με μεγαλύτερη μανία), παραπέμποντας άμεσα στην «Απώλεια» (Η λέξη αυτή φυσικά πονάει / Αλλά όπως απέδειξε η πραγματικότητα / (ο μέγας ιεροξεταστής) / ήμουν ο πιο ακατάλληλος άνθρωπος / στην πιο κατάλληλη στιγμή).

 

Ο ποιητής εμφανίζεται άλλοτε πιο προσωπικός και όμως πιο ουδέτερος, άλλοτε πιο δημόσιος και επικίνδυνος −βλέπε το πικάντικο παράρτημα του «Σχεδόν διάσημος»− και άλλοτε εντοπισμένος στο εσωτερικό της ποιήσεως. Πάντοτε, όμως, το ίδιο δηκτικός.

 

Η συνθήκη από την οποία φτιάχνεται ένα ποίημα δεν παύει να απασχολεί τον Βλαβιανό («Rose is a Rose is A rose»), όπως και το ερώτημα από ποια ασήμαντη λεπτομέρεια ή ποια μικρή ιστορία μπορεί ακριβώς να εκκινεί η αφήγηση της τέχνης. Στη «Λευκή Πινελιά» δίνεται μια αντι-εξήγηση της μη εξήγησης του εξηγήσιμου πίνακα ή έργου. Την κρατάμε μέχρι τέλους.


Από μια αντίστοιχη ανάγκη να χτυπήσει το υψηλό προκύπτει η Αλφαβήτα των πραγμάτων της Ειρήνης Γιαννάκη από τις εκδόσεις Μελάνι. Δεν είναι μόνο η μελετημένη τοποθέτηση των λέξεων και του κόσμου αλλά και ο τρόπος που τα καυστικά κρεσέντο απευθύνονται με δύναμη όχι μόνο στην ποίηση αλλά και στην ίδια την Ιστορία.

 

Θαρρείς πως η βάρκα της Γιαννάκη έχει κατεύθυνση αντίθετη από αυτήν της νοσταλγικής χώρας του Σεφέρη και πορεύεται προς μια terra incognita −«για μια χώρα που υπήρχε μόνο στα χαρτιά τραβούσαμε»− με ένα μοναχικό κορίτσι «πάνω στο πλοίο με φόντο την καταστροφή / δεν ξέρει πως ποζάρει για την ιστορία». Προς μια έρημο, δηλαδή, του τώρα. Άλλωστε «Η μόνη μας η σερμαγιά / ήταν μια βάρκα με πανιά / με μάγια αντί για άρμενα / για ξάρτια λιανοτράγουδα».

 

Δεν υπάρχουν προσδοκίες εδώ, ούτε αυταπάτες. Ενδεχομένως να χρειάζεται μια άλλη ποιητική γλώσσα να ανατρέψει τις ψευδαισθήσεις, ένα άλλο αλφάβητο, πέρα από αυτό της υποτιθέμενης έμπνευσης ή της μεγάλης αλήθειας, σαν μια «Ζωγραφιά» (Πώς είναι να μαθαίνεις νήπιο το αλφάβητο με εικόνες; Έτσι και τα πράγματα / απαιτούν από τη γλώσσα / μιαν άλλη τοιχογραφία).


Ένταση, πάθος, ελευθερία και ξανά ελευθερία σε ένα αδιανόητο κενό όπου «αμύνονται οι λέξεις τα χαράματα / λίγο πριν ακουστεί ο ήχος / Της σιωπής» διαπερνά τον ποιητικό χώρο της Εύας Σπαθάρα.

 

Στην ποιητική της συλλογή Ντάλιτ (εκδόσεις Θράκα) −τίτλος εμπνευσμένος από τους Ανέγγιχτους της Ινδίας, τους ανθρώπους έξω από κάθε κάστα, που δεν ξέρουν ακριβώς πού και γιατί κατοικούν− ανιχνεύεται αυτή η ανάγκη κατάκτησης του ανέκφραστου, οικειοποίησης μιας γλώσσας που δεν έχει ακόμα ανιχνευτεί, «της γλώσσας που / δεν μπορεί πια να αυθαδιάσει».

 

Ξεκινά από τα βασικά ειρωνικά συγκείμενα στον βαθμό που η ποιητική γλώσσα δεν είναι αυτή της Ρητορικής του Αριστοτέλη –«Δεν εκτελούνται μεταφοραί εδώ Αριστοτέλη»− και μπορεί και ακροβατεί πέρα από τα «Σάπια μήλα του Νεύτωνα». Αντίστοιχα έντονη είναι και η διακειμενική συνομιλία της ποιήτριας με ομότεχνους, όπως ο Άραβας ποιητής Μπαχά Σάλα Ζαχν, και ακόμα πιο οξυδερκής είναι η ποιότητα της ειρωνείας της: «Φυσικά και ξέρω ότι δεν είμαι / η σφήνα στην άκρη της γλώσσας». Η ποίηση της Σπαθάρα «κυκλοφορεί ελεύθερη / σημαδεύει ό,τι της γουστάρει / δαγκώνει το χέρι που τη γράφει / κι εκτελεί-η αχάριστη / Με ακρίβεια χιλιοστού».


Και τώρα στο προκείμενο, το outing, την ομολογία, αλλά με έναν τρόπο υπόγειο, χωρίς τυμπανοκρουσίες, σαν ένα παιχνίδι που οφείλεις να αναγνωρίσεις για να μπορέσεις να μεταμφιεστείς και να γίνεις άλλος.

 

Όλα αυτά συμβαίνουν στην πανούργα ποίηση της Μιράντας Τερζοπούλου στα Ομοερωτικά σαν τα άλλα ερωτικά ποιήματά της (εκδόσεις Γαβριηλίδης) που δείχνουν τελικά να εναντιώνονται στην απαρχή του ομοερωτισμού τους και ξεχωρίζουν ακριβώς γιατί κατακρημνίζουν απόλυτα τις ίδιες τους τις ασφαλιστικές δικλείδες: την πίστη, την αλήθεια, την αγάπη, την ομορφιά.

 

Άλλωστε, στο ερωτικό παιχνίδι, ό,τι θεωρείς ως αλήθεια είναι ψέμα, ό,τι πιστεύεις ως ψέμα είναι αλήθεια, γιατί «Σου είπα ψέματα πως δεν σε πίστευα» − από τους πιο αληθινούς στίχους που έχουν γραφτεί για τον έρωτα.

 

Οι στίχοι της Τερζοπούλου γίνονται άλλοτε χειροβομβίδα που πέφτει με σιωπή και ύπουλα στο εσωτερικό των λέξεων και άλλοτε σημαία που υψώνεται δυνατά, φωνάζοντας «Ανακωχή / με το σκοτάδι της καινούργιας χώρας μου / που ρουφάει την προσφυγιά». Καμία ασφάλεια δεν μένει όρθια και καμία ειρηνική συνθήκη δεν υπάρχει στον έρωτα, αφού η «κόλαση είναι η ίδια / ακόμη και για αμαρτίες διαφορετικές». Μοναδική απάντηση είναι, και πάλι, η ποίηση, γιατί το «νηστικό σώμα τότε γεννά ποίηση, η ποίηση έχει φωνή που δεν θα την ακούσεις ποτέ».