Ο Βέλτσος ως βούληση. Το πεπρωμένο του ήταν, είναι και θα είναι η ποίηση. Και έτσι έζησε, ζει και θα ζει: ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος. Αυτό θέλησε, θέλει, θα θέλει. Περιπλανιέται, δεκαετίες τώρα, στην επικράτεια της ποίησης, άλλο μην κάνοντας παρά να ανακατεύει την τράπουλα της γνώσης ξανά και ξανά, αναδιευθετώντας θέσφατα και θεωρίες, μπολιάζοντας με ποίηση τη φιλοσοφία και τη φιλοσοφία με ποίηση. Αδηφάγος αναγνώστης, αλλά ως homo ludens, ως παίζων άνθρωπος, αρνούμενος να εγκλωβιστεί στην όποια φενακισμένη φαινομενικότητα, δραπέτης διαρκώς, ξαναμμένος ξένος, ο Γιώργος Βέλτσος (Αθήνα, 1944) είναι ένας λελογισμένος λυγμός, ένας λυρικός ελιγμός. Ξέρει ότι η ποίηση είναι ο διαρκής εναγκαλισμός με την παιδική ηλικία, μια επίμονη επιστροφή στο ένυλο όνειρο της αθωότητας. Ιδού πώς συμπυκνώνει, και μας δωρίζει, αυτό που όλοι έχουμε ζήσει και, κακώς, αντιποιητικώς, μοχθούμε να λησμονήσουμε, ενώ είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε: «Γδαρμένα γόνατα, αίμα απ' τη μύτη, κλωστή γύρω από το δοντάκι να το τραβήξουν να βγει το καινούργιο». Με τον λιτό τίτλο β' [2006-2016] και τη θαυμαστή φροντίδα των πολυτονικών εκδόσεων Περισπωμένη, ο Βέλτσος έρχεται να μας προσφέρει σε έναν τόμο τις ποιητικές περιπλανήσεις μιας δεκαετίας και να μας ξεναγήσει στο ατελιέ του, στο εργοστάσιο ονείρων που είναι η σωματοψυχή του ποιητή. Θυμίζω ότι ο Ουίλιαμ Μπάροουζ τιτλοφόρησε My Education τον τόμο στον οποίο στέγασε τα όνειρά του. Ο Αντόρνο και ο Βέλτσος μίλησαν για Πρωτόκολλα Ονείρων.

 

2.

Ο Βέλτσος ως παράσταση. Ο Βέλτσος, όπως ο αλλόκοτος αγγελιαφόρος Εμίλ Σιοράν, και ακόμα πιο ταιριαστά ο δαιμόνιος Φιλίπ Σολέρ, ο ευνοούμενος των νεράιδων, όπως τον είχε αποκαλέσει ο Αντρέ Μπρετόν, «παραμένει άνθρωπος του καιρού του: στυλίτης χωρίς στύλο». Ξέρει να κάνει σλάλομ στα δεδομένα, να εμφανίζεται ως κάτι άλλο για να περισώσει αυτό που είναι, να ζει εντός της πραγματικής πραγματικότητας και να παρεμβαίνει μάλιστα πολιτικά/δυναμικά σ' αυτήν, να δρα κοινωνικά με ένα ιδίας επινοήσεως hit and run, να είναι και του σαλονιού, ώστε να μπορεί, απερίσπαστος, στο εργαστήριό του, να συνδιαλέγεται με το άυλο, να ερωτοτροπεί με το ποιητικό, να είναι και του λιμανιού ανενόχλητος. Ναι, όλο μόχθους κι όλο παιχνίδια, όλο ντρίπλες με τους άλλους κι όλο καταμόναχος, όλο στο κέντρο του κόσμου κι όλο στο άβατον ενός ουζερί, κι όμως ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος πάνω στη γη ετούτη. Ο Βέλτσος επανατοποθετεί ένα ποίημά του, το «Mauvais Sang» της συλλογής Από Βηθανίας στο τέλος της συλλογής Ησυχία. Ένα είδος αυτοβιογραφήματος και μανιφέστου, κάτι σαν ο Βέλτσος ως παράσταση, ενώ πάντα γνέφει η βούληση θελκτικά, δελεαστικά: «Κάθε βράδυ από το σπίτι στέλνω στην εφημερίδα τις σαχλαμάρες μου. Αν και δεν έχω παίξει ρουλέτα, ποντάρω πάντα "μαύρο" και βγαίνει. Φάμπρικα κι αυτή τα τελευταία χρόνια. Ανήσυχος σαν το πειραματόσκυλο με τεντωμένα αυτιά, όταν έρθει η ώρα, ντρεσσάρομαι μπρος στην είδηση για να την αρπάξω. Πολιτικοί ελιγμοί, ανθρώπινος πόνος, φτώχεια, όλο το επιστητό του βούρκου αλέθεται με αστραπιαία ταχύτητα στο Μουλινέξ της ειρωνείας, περνάει από το μολύβι μου σαν κινέζικο σουρωτήρι, σούπα απαραίτητη για το νταμπλ-ντ-οτ της δημοσιότητας. Ύστερα ονειρεύομαι πως είμαι ξανά άνθρωπος και δεν συνερίζομαι το σκυλί που γαβγίζει στον δρόμο, ούτε θέλω να βγω να του μυρίσω τα αχαμνά. Κανένας δεν κάνει τέτοια πράγματα στα σκυλιά».

 

 

 

 

3.

Ο Βέλτσος ως διαλεκτική. Ο Βέλτσος ξέρει τι θα πει «περιπέτειες της διαλεκτικής» και ξέρει να μπαινοβγαίνει στο αχανές ορυχείο του χρόνου για να φέρει από κει τα πολύτιμα πετρώματα που προσφέρει. Μεταμφιέζει τις ημερομηνίες μπαινοβγαίνοντας, διαλεκτικά, μες στις δεκαετίες, επιταχύνοντας τη ροή των λέξεων, αντιστρέφοντας νοήματα, φέρνοντας το τότε στο τώρα, τραβολογώντας το νυν προς το αεί, φωτίζοντας την υποτείνουσα της ηλικίας, ούτε γέρος ακόμη ούτε νέος πια, με το μολύβι να είναι ο ξύλινος σταυρός του, κι ο ίδιος ένα μαύρο, πάντα μαύρο κυκλάμινο, επισκεπτόμενος τάφους, τον τάφο του Ζακ Ντεριντά, του Τέοντορ Αντόρνο, του Σάμιουελ Μπέκετ, του Έζρα Πάουντ, του Στεφάν Μαλαρμέ, του Πάουλ Τσέλαν και του Ρενέ Λακόστ, αυτού του ποιητή της αντισφαίρισης και της ενδυματολογίας, που, όπως συμβαίνει με τον διαλεκτικό Βέλτσο, «οι χειρονομίες του κατάρτιζαν έναν πίνακα αντιθέσεων». Ποίηση σημαίνει, για τον Βέλτσο, και για μας, «χωροχρονική μηχανή που μετακινεί το καθετί μέσα στις χιλιετίες». Διαλεκτική σημαίνει, για τον Βέλτσο, και για μας, να ξέρεις ότι κάλλιστα μπορούν να ανταλλάσσουν θερμές χειραψίες, εκεί, στα παρατηρητήρια του ουρανού, ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ με τον Νίκο Γούναρη.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO