Τα μέτρα ασφάλειας στην Ολυμπιάδα της Αθήνας ήταν δρακόντεια. Μετά τη σφαγή στους Ολυμπιακούς στο Μόναχο το 1972, τα μέτρα ολυμπιακής ασφάλειας κάθε χρόνο γίνονταν δαπανηρότερα. Δεν ήταν αντίδραση μόνο στις τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αποτύπωναν και την εσωτερική ανάπτυξη ενός συμπλέγματος με αυξάνουσα ισχύ, το οποίο αποτελούνταν από υπηρεσίες αντικατασκοπείας και αστυνόμευσης, τμήματα στρατού, επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας, βιομηχανίες, ιδιωτικές εταιρείες αστυνόμευσης, πολιτικούς και ομάδες πίεσης στο Κογκρέσο κ.ο.κ. Ήταν ένα δίκτυο με βάση τις ΗΠΑ αλλά παγκόσμιο, με μεγάλη ισχύ, η οποία αυξανόταν αλματωδώς και με τη συναίνεση της κοινής γνώμης, στην οποία τα ζητήματα ασφάλειας βάραιναν όλο και περισσότερο μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, και ως προς την Αθήνα γίνονταν πιεστικά μετά τις πολύνεκρες επιθέσεις στη Μαδρίτη στις 4 Μαΐου 2004.Η Ολυμπιάδα της Αθήνας θα ήταν η πρώτη μετά τo 2001. Είχαν πρσηγηθεί οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες στο Σολτ Λέικ Σίτυ, αλλά ήταν πολύ μικρότερης έκτασης. Η Ελλάδα γειτνίαζε με τη Μέση Ανατολή, είχε μεγάλο μήκος ακτογραμμής, που ήταν δύσκολο να ελεγχθεί, και επιπλέον δρούσε στο εσωτερικό της έως το 2002 μια τρομοκρατική οργάνωση, η 17 Νοέμβρη, η οποία στους στόχους της περιλάμβανε επίσης Αμερικανούς, Βρετανούς και Τούρκους δίπλωμάτες ή μέλη των διπλωματικών αποστολών. Επομένως, το ζήτημα της ασφάλειας ετίθετο πιεστικά από όλες τις πλευρές και με ιδιαίτερη επιμονή από τον διεθνή αγγλόφωνο τύπο, ο οποίος παρουσίαζε την Ελλάδα ως τον αδύνατο κρίκο της ασφάλειας των δυτικών χωρών.

 

Η ελληνική κυβέρνηση ύστερα από πιέσεις δέχτηκε να υπογράψει συμβόλαιο με την αμερικάνικη εταιρεία ασφάλειας Science Application International Cooperation (SAIC) προκειμένου η χώρα να προμηθευτεί συστήματα ασφάλειας, το C4i. Αυτό ήταν ένα πανάκριβο σύστημα 31 υποσυστημάτων παρακολούθησης και καταγραφής ευρείας κλίμακας, του οποίου η καρδιά ήταν η διαλειτουργικότητα, δηλαδή η επικοινωνία των συστημάτων, η συγκέντρωση και η διασταύρωση όλων των πληροφοριών και η αποστολή τους σε ένα κέντρο παρακολούθησης. Όταν παραδόθηκε στην Ελλάδα το σύστημα αυτό, λίγο πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών, έπασχε ακριβώς στο κεντρικό του σημείο, στη διαλειτουργικότητα.

 


Η ελληνική αστυνομία είχε αναπτύξει σχέσεις με το πρόγραμμα Anti-Terrorism Assistance (ΑΤΑ) των ΗΠΑ από το 1986, και η συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ εξασφάλιζε τις αντίστοιχες επαφές στον στρατό. Το 2000 η ελληνική κυβέρνηση προσέγγισε επτά χώρες -ΗΠΑ, Βρετανία, Ισραήλ, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία (ως η χώρα των τελευταίων βομβιστικών επιθέσεων), Αυστραλία (ως η χώρα των προηγούμενων Ολυμπιακών)- για βοήθεια σχετικά με την ασφάλεια των Αγώνων. Η πρώτη συνάντηση κατέληξε στη δημιουργία της Olympic Security Advisory Group (OSAG) για εκπαίδευση στην πρόληψη και αντιμετώπιση των τρομοκρατών, την εποπτεία της οποίας είχε αναλάβει ο Αμερικανός πρεσβευτής Thomas Miller. Οι έλεγχοι είχαν αρχίσει ήδη από το στάδιο της κατασκευής των εγκαταστάσεων, από τα συνεργεία κατασκευών. Οι ΗΠΑ βοήθησαν να στηθεί το Ολυμπιακό Κέντρο Πληροφοριών και δημιούργησαν ειδικό κλιμάκιο (task force) από άτομα από τη CIA, το FBI, το Υπουργείο Άμυνας και από άλλες υπηρεσίες· ειδικός συντονιστής εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Απλώθηκε ένα τεράστιο πλέγμα επιτήρησης και καταγραφής πληροφοριών πάνω από την επικράτεια, το οποίο περιλάμβανε όχι μόνο τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις αλλά επίσης τα αεροδρόμια, τα λιμάνια και τους σταθμούς εισόδου και εξόδου από τη χώρα, τα μέσα μαζικής μεταφοράς προς και από τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις, τις μεγάλες οδικές αρτηρίες, ακόμη και το κέντρο της Αθήνας όπου εγκαταστάθηκε ένα πυκνό δίκτυο με κάμερες παρακολούθησης. Η Ελλάδα έγινε με την αφορμή των Ολυμπιακών Αγώνων μια επιτηρούμενη χώρα.

Αυτό το πανοπτικό σύστημα, που θύμιζε το αντίστοιχο του Jeremy Bentham σε μεγακλίμακα, συμπληρωνόταν από το αερόπλοιο τύπου ζέπελιν που περιίπτατο της Αθήνας σε όλη τη διάρκεια των Αγώνων, συνέλεγε πληροφορίες από τους επίγειους κόμβους πληροφόρησης και τους διοχέτευε σε κέντρα επεξεργασίας πληροφοριών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό - Ιnterpol, ΝΑΤΟ, αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών. Το δίκτυο περιλάμβανε έναν στρατό 100.000 ατόμων, Έλληνες και ξένοι ήταν επιφορτισμένοι με την ασφάλεια των αθλητικών αποστολών, νατοϊκές στρατιωτικές μονάδες κρούσεων φρόντιζαν για κάθε είδος κινδύνου - αυτοκτονικούς βομβιστές, χημικές ουσίες και όπλα μαζικής καταστροφής- , επιτελεία έλεγχαν συνεχώς τα κενά και τις ανεπάρκειες του συστήματος, σχεδίαζαν καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και εναλλακτικές δράσεις κ.ά. Αμερικανικές στρατιωτικές υπηρεσίες όπως η National Nuclear Security Administration (NNSA), που υπάγεται στo Department of Energy των ΗΠΑ, καθώς και άλλες υπηρεσίες πρόσφεραν εξοπλισμό και εκπαίδευση, και έστειλαν μονάδες τους στην Αθήνα. Η αμερικανική βάση της Σούδας ήταν σε ετοιμότητα, αεροπλάνα έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου -γνωστά ως AWACS- θα περιπολούσαν στον ελληνικό εναέριο χώρο και ο έκτος αμερικανικός στόλος θα περιπολούσε στα ελληνικά ύδατα με τη βοήθεια τουρκικών, ιταλικών και ελληνικών πολεμικών πλοίων. Τέλος, υπήρχαν μονάδες του ΝΑΤΟ σε βάσεις στην Ιταλία έτοιμες, αν χρειαζόταν, να παρέμβουν στρατιωτικά στην Ελλάδα.

 

 

 

 

 

Ιδιαίτερο ρόλο έπαιξε το ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα ζήτησε βοήθεια τον Μάιο του 2004, μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στη Μαδρίτη. Για το ΝΑΤΟ, που αναζητούσε ρόλο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το αίτημα ήταν παραπάνω από καλοδεχούμενο. Η αντιμετώπιση της τρομοκρατικής απειλής σε μια χώρα-μέλος τού ξαναέδινε τον παλιό του ρόλο, αυτόν της αμυντικής συμμαχίας, αλλά τώρα λειτουργώντας ως ένας θεσμός που διαχειριζόταν τα ζητήματα ασφάλειας (security management institution). Το αντάλλαγμα που ζήτησε το ΝΑΤΟ ήταν να συμμετάσχει η Ελλάδα στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της συμμαχίας στο Αφγανιστάν και να στείλει μονάδες να σταθμεύσουν στη Βοσνία. Οι αντιτρομοκρατικές υπηρεσίες στις ΗΠΑ έδιναν υψηλές πιθανότητες σε πιθανό τρομοκρατικό χτύπημα, πολύ μεγαλύτερο από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η ελληνική κυβέρνηση ύστερα από πιέσεις δέχτηκε να υπογράψει συμβόλαιο με την αμερικάνικη εταιρεία ασφάλειας Science Application International Cooperation (SAIC) προκειμένου η χώρα να προμηθευτεί συστήματα ασφάλειας, το C4i (Command, Control, Communication, Computing and Interoperability). Αυτό ήταν ένα πανάκριβο σύστημα 31 υποσυστημάτων παρακολούθησης και καταγραφής ευρείας κλίμακας, του οποίου η καρδιά ήταν η διαλειτουργικότητα, δηλαδή η επικοινωνία των συστημάτων, η συγκέντρωση και η διασταύρωση όλων των πληροφοριών και η αποστολή τους σε ένα κέντρο παρακολούθησης. Όταν παραδόθηκε στην Ελλάδα το σύστημα αυτό, λίγο πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών, έπασχε ακριβώς στο κεντρικό του σημείο, στη διαλειτουργικότητα. Τελευταία στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά παρά να το παραλάβει, εξασφαλίζοντας την προσωρινή του χρήση το δεκαπενθήμερο των Αγώνων. Όταν ήλθε η στιγμή της οριστικής παραλαβής, δικαίως η ελληνική κυβέρνηση θέλησε να επαναδιαπραγματευθεί τους όρους και την τιμή. Αντιμετώπισε όμως άκαμπτη άρνηση, πολιτικές πιέσεις και τέθηκε σε λειτουργία το σύστημα διαφθοράς της Siemens, η οποία αποτελούσε έναν από τους βασικούς συνεταίρους του συστήματος. Τελικά, μια τρομοκρατική ρουκέτα στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα το 2006 διευκόλυνε τη διαδικασία. Η Ελλάδα αναγκάστηκε να αποδεχτεί την αλλαγή του συμβολαίου της αμερικανκης εταιρείας σε βάρος της και να παραλάβει το έργο εκπροθέσμως τρία χρόνια μετά τη λήξη των Ολυμπιακών, και χωρίς τη δυνατότητα της περίφημης διαλειτουργικότητας.

 

Η εμπλοκή αυτή θα στοίχιζε στην Ελλάδα μεγάλα ποσά, και μάλιστα πολλά χρόνια μετά τη λήξη των Αγώνων. Είναι όμως αποκαλυπτική της ασυμμετρίας δυνάμεων, των εκβιασμών και της διαφθοράς μιας αθέατης, στην κοινή γνώμη, πλευράς των Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά και της νέας Αρχής των επίσης αφανών διεθνών συστημάτων ασφάλειας και παρακολούθησης όπου είχε εισέλθει η χώρα διά των Ολυμπιακών Αγώνων. Οι κατηγορίες για δωροδοκίες πολιτικών δηλητήριασαν την πολιτική ατμόσφαιρα. Όταν άρχισε η διερεύνηση των σχετικών κατηγοριών το 2008, αποκαλύφθηκε ότι το C4i χρησιμοποιήθηκε ως εικονικό έργο, δηλαδή ως πύλη διόδου χρημάτων που αφορούσαν άσχετα με το ζήτημα της ασφάλειας έργα των ίδιων εταιρειών, πληρωμές συμβούλων και δωροδοκίες.

 

Ποιο ήταν το κόστος για την επιχείρηση της ασφάλειας; Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, τρεις μήνες πριν αρχίσουν οι Αγώνες, το κόστος είχε φτάσει στα 1,2 δις δολάρια, κάτι που σημαίνει ότι ήταν τετραπλάσιο από το κόστος ασφάλειας των Ολυμπιακών στην Ατλάντα (300 εκ. δολάρια) και εξαπλάσιο από το αντίστοιχο κόστος του Σίδνευ (200 εκ. δολάρια). Οι Έλληνες πλήρωσαν τις φοβίες της Δύσης, όπως έγραφε η Washington Post. Έμεινε όμως στην Ελλάδα ένα δίκτυο επιτήρησης με χιλιάδες κάμερες στους δρόμους και συστήματα καθολικής παρακολούθησης.

 

________________________

*Ένα κεφάλαιο από το εξαιρετικό νέο βιβλίο του Αντώνη Λιάκου «Ο ελληνικός 20óς αιώνας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. Διαβάστε εδώ μια σχετική συνέντευξη που μάς έδωσε ο συγγραφέας.