Ουρές σε σχήμα σπείρας από το εκδοτήριο εισιτηρίων ως το πεζοδρόμιο έξω από το Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς (εκεί όπου είναι αδύνατο να μπεις και να μη σκεφτείς αυτομάτως τον Άγγελο Δεληβορριά).

Μου θυμίζει την προηγούμενη φορά που πολιορκήθηκε έτσι το μουσείο, χρόνια πριν, στο «As One» της Μαρίνα Αμπράμοβιτς, τότε που ασκούμασταν στην αλφαβήτα της long duration performance και στην πειθαρχία της σιωπής, μετρώντας κόκκους ρυζιού.


Πόσο διαφορετική είναι τώρα η συνθήκη, καθώς οι Αθηναίοι σπεύδουν κατά εκατοντάδες για τις τελευταίες μέρες της έκθεσης του Γιάννη Μόραλη, του εικαστικού που ασκήθηκε στη διαρκή αφαίρεση στην τέχνη του.


Αναζητώ τον κ. Παΐσιο στο αίθριο, όσο παιδάκια τοποθετούνται από τους γονείς τους μπροστά από τα γλυπτά του Μόραλη, τα Ερωτικά του, για να φωτογραφηθούν. Μου δείχνουν τον αεικίνητο μελαχρινό άνδρα με το κασκόλ, που κρατά στο χέρι ένα ηχείο-βαλιτσάκι συνδεδεμένο με το καλώδιο ενός μικροφώνου.

 

Μετά από αυτή την ξενάγηση είναι προφανές ότι η πιο επιτυχημένη έκθεση της χρονιάς οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο στήθηκε. Στον βαθιά συναισθηματικό, βιωματικό τρόπο, στην άγρια αγάπη των επιμελητών για τον Μόραλη, οι οποίοι, προφανώς, με κάθε έργο που τοποθετούσαν, προσέφευγαν και σε μια προσωπική στιγμή μαζί του.

 

Είναι ο «ξεναγός» σε μια ιδιαίτερη αφήγηση για τον Γιάννη Μόραλη για την επόμενη μιάμιση ώρα. Γιατρός, παθολόγος-λοιμωξιολόγος, από το γραφείο του στο Γενικό Κρατικό παρελαύνει πλήθος καλλιτεχνών, μου λένε. Είναι επιμελητής της έκθεσης για τον Γιάννη Μόραλη στο Μουσείο Μπενάκη, ο γιατρός του, όπως τον συστήνουν.

 

Όταν τον ρωτώ, βιάζεται να με διορθώσει, μάλλον από συστολή: «Ο Μόραλης είχε επί δεκαετίες έναν γιατρό με τον οποίο διατηρούσε στενές σχέσεις εμπιστοσύνης. Εγώ τον γνώρισα όταν δούλευα στον Χατζηκυριάκο-Γκίκα για την οργάνωση του αρχείου του. Μπορεί να πει κανείς ότι του έδινα φιλικά ιατρικές συμβουλές, όταν της ζητούσε» λέει, ενώ τσεκάρει το γκρουπ της ξενάγησης και ξεκινά.


Λίγα λεπτά αργότερα η κλασική συνθήκη μιας ξενάγησης σε εικαστική έκθεση έχει διαρραγεί, καθώς το συναισθηματικό φορτίο, οι εικόνες και οι αναμνήσεις που αναβλύζουν είναι πάρα πολλές.

 

Στην αρχή συγκρατημένα από τον ίδιο τον κ. Παΐσιο, εξαρχής χειμαρρωδώς από την Πέγκυ Ζουμπουλάκη – είναι προφανές ότι, αν και ο Γιάννης Μόραλης έχει φύγει από τη ζωή εδώ και δέκα χρόνια, η συνομιλία μαζί του είναι διαρκής. Εδώ έχουμε μια υπόθεση αυστηρά προσωπική – «μεγάλη τύχη», σκέφτομαι.

 

Ακούμε πώς, ενώ ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παρθένης επέλεξε τον Γιάννη Μόραλη για μαθητή του, αυτός, μόλις έναν μήνα μετά, τον απέρριψε «γιατί ήταν ένας πολύ αυστηρός και δεσποτικός δάσκαλος», για να γίνει η πρώτη από τις δεκάδες διακοπές, καθώς ο ξεναγός μας αναζήτησε μέσα στο κοινό την Πέγκυ Ζουμπουλάκη.

 

Της μιλά και την κοιτά διαρκώς στα μάτια, συχνά για να εισπράξει ένα έκπληκτο «α, αυτό δεν το ήξερα για τον Μόραλη, το ακούω πρώτη φορά», καθώς άνοιγε διάπλατα τα μάτια και κοιτούσε με απορία.


Στεκόμαστε μπροστά στα πρώτα πορτρέτα της καριέρας του και ακούμε πόσο κομψός ήταν και πόσο ακριβής στο πρόγραμμα της καθημερινότητάς του, από τον πρώτο καφέ της ημέρας στο Brazilian ως τις ώρες που περνούσε στο εργαστήριο, αυστηρά από τις 6 το απόγευμα ως τις 10.

 

Οι αναφορές στο έργο του συνδέονται με στοιχεία της προσωπικής του ζωής. «Η κυρία ποια είναι;» ρωτά η Πέγκυ Ζουμπουλάκη μπροστά σε ένα έργο, για να ακούσει «είναι η ανάμνηση από τον πρώτο του παιδικό έρωτα στην Πρέβεζα, το 1922, μια Εβραιοπούλα, η Ματθίλδη». Έκπληκτη απαντά πως πρώτη φορά το ακούει, «αν και ξέρω πολλές γυναίκες στη ζωή του».

 

Είμαστε μάρτυρες σε κάτι βαθύτερο από την επιφανειακή ανάγνωση της τέχνης του Γιάννη Μόραλη, μάρτυρες της προσωπικής του σχέσης επί δεκαετίες με τους αφηγητές μας.

 

Γελάω σε κάθε τέτοια αφήγηση και παρατηρώ έκπληκτη πως είναι λίγοι αυτοί στην ομάδα που εισπράττουν τη συνωμοτική, συναισθηματική εξομολόγηση που έρχεται να εξηγήσει με ακόμα πιο βαθύ τρόπο τις θεματικές επιλογές του Μόραλη.

 

Αυτές οι τελευταίες ξεναγήσεις, οργανωμένες ή αυθόρμητες, για επισκέπτες ή φίλους, που έγιναν από την Παρασκευή ως και την Κυριακή στο Μουσείο Μπενάκη, είχαν μια σαφή αίσθηση αποχωρισμού για τους διοργανωτές της έκθεσης. Σαν να ήταν μια πρόφαση των φίλων του για να τον συναντήσουν ξανά με έναν τρόπο που δεν αποκωδικοποιείται εύκολα από εμάς, τους «απ' έξω».
Αυτές οι τελευταίες ξεναγήσεις, οργανωμένες ή αυθόρμητες, για επισκέπτες ή φίλους, που έγιναν από την Παρασκευή ως και την Κυριακή στο Μουσείο Μπενάκη, είχαν μια σαφή αίσθηση αποχωρισμού για τους διοργανωτές της έκθεσης. Σαν να ήταν μια πρόφαση των φίλων του για να τον συναντήσουν ξανά με έναν τρόπο που δεν αποκωδικοποιείται εύκολα από εμάς, τους «απ' έξω».


Μέσα στον γκρενά κύβο, στεκόμαστε μπροστά στον πίνακα που ζωγράφισε το 1946 –έναν χρόνο μετά το διαζύγιό του από την πρώτη του σύζυγο– στο εργαστήριο της Ναταλίας Μελά. Αποτυπώνει τη Μελά (μετέπειτα σύντροφο του Άρη Κωνσταντινίδη) και την Μπούμπα Λυμπεράκη, που αργότερα παντρεύτηκε.

 

«Προσέξτε», λέει ο κύριος Παΐσιος, «η Μελά κοιτά κατάματα τον Μόραλη. Η Μπούμπα, όμως, αποφεύγει το βλέμμα του. Έχει αρχίσει να τον ερωτεύεται».

 

Κοιτώ γύρω μου, η ίδια προσήλωση που συναντά κανείς σε λειτουργία. Είναι λες και το δέος για το ίδιο το έργο του Μόραλη επιβάλλει στους επισκέπτες να ζήσουν τη συνθήκη μιας τελετής. Το εκκλησίασμα. Αφήνομαι να παρακολουθήσω, λοιπόν, αυτές τις αφηγήσεις του γιατρού και της γκαλερίστας του Μόραλη, για να δω το έργο του από το παρασκήνιο.

 

Άλλωστε, αυτές οι τελευταίες ξεναγήσεις, οργανωμένες ή αυθόρμητες, για επισκέπτες ή φίλους, που έγιναν από την Παρασκευή ως και την Κυριακή στο Μουσείο Μπενάκη, είχαν μια σαφή αίσθηση αποχωρισμού για τους διοργανωτές της έκθεσης. Σαν να ήταν μια πρόφαση των φίλων του για να τον συναντήσουν ξανά με έναν τρόπο που δεν αποκωδικοποιείται εύκολα από εμάς, τους «απ' έξω».


Μετά από αυτή την ξενάγηση, είναι προφανές ότι η πιο επιτυχημένη έκθεση της χρονιάς –και μάλιστα για το έργο ενός δημιουργού που συχνά βλέπουμε, δεν υπήρχε η συνθήκη του πρωτόφαντου δηλαδή– οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο στήθηκε.

 

Στον βαθιά συναισθηματικό, βιωματικό τρόπο, στην άγρια αγάπη των επιμελητών για τον Μόραλη, οι οποίοι, προφανώς, με κάθε έργο που τοποθετούσαν προσέφευγαν και σε μια προσωπική στιγμή μαζί του.

 

Είναι διαρκής η αίσθηση της απώλειας που τους διαπερνά. Το είδα στο πρόσωπο της Δάφνης Ζουμπουλάκη, τη στιγμή που φτάσαμε μπροστά στο πορτρέτο της που είχε ζωγραφίσει ο Μόραλης όταν ήταν παιδί.

 

Η μητέρα της, Πέγκυ, παίρνει το μικρόφωνο στο χέρι και περιγράφει εκείνη την ημέρα: πώς η Δάφνη ήταν υπερκινητική, ανήσυχη, δεν ακολουθούσε τις οδηγίες του Γιάννη Μόραλη.

 

Τότε αυτός της έδωσε ένα ρόδι, να το κρατήσει στα χέρια για να ηρεμήσει. Κι έτσι την ζωγράφισε. Όσο κρατούσε η αφήγηση, η Δάφνη Ζουμπουλάκη πισωπατούσε και όταν την αναζητήσαμε με το βλέμμα, η συγκίνησή της ήταν φανερή.


Σε μια Αθήνα που ασθματικά και σπασμωδικά αναζητεί τη θέση της στη σκηνή της σύγχρονης τέχνης στη μετά-documenta αμήχανη εποχή, με το ΕΜΣΤ κέλυφος, την Πινακοθήκη under construction, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης σε διαρκή φάση προσεχών θυρανοιξίων, η έκθεση του Γιάννη Μόραλη έγινε τόπος αναφοράς.

 

Χάρη στην αγάπη των φίλων του που την έστησαν, σαν να επανασυνθέτουν τη φυσική του παρουσία. Την παρέδωσαν στο κοινό όχι ως κλινικό έργο, λείψανο για προσκύνημα, αλλά σαρκώδες και απτό. Και την τελευταία μέρα, στην ξενάγηση αυτή, κατανόησα γιατί αγαπήθηκε τόσο από το κοινό.