Ένα παλικάρι, η χαρά της ζωής.

 

Κανείς δεν ήταν σαν τον Θάνο (Φώτης Μαστροκώστας). Παράτολμος όσο δεν παίρνει, έπινε, κάπνιζε, τραγούδαγε, χόρευε, κορόιδευε τον θάνατο και με καλαμπούρια και πειράγματα ξόρκιζε τους δισταγμούς και τους φόβους των άλλων.

 

Γεννήθηκε στη Σπερχειάδα Φθιώτιδας κι από πολύ νεαρή ηλικία δεν τον χωράει σπίτι. Σπανίως κοιμάται κάτω από κεραμίδι, καθώς γυρνάει σαν κυνηγός τα βουνά της Ρούμελης που τα γνωρίζει πέτρα την πέτρα.

 

Ο Θάνος υπήρξε ασυγκράτητος πολεμιστής, ως λοχίας στην Αλβανία, με δύο Μετάλλια Ανδρείας. Ανήκε στους φοβερούς Ιταλομάχους των ρουμελιώτικων ευζωνικών συνταγμάτων, που πέτυχαν το πρώτο ρήγμα στην πολεμική μηχανή των εισβολέων και ανέκοψαν την εχθρική προέλαση.

 

Aυτοί ήταν που μετέφεραν στο Αλβανικό Μέτωπο τα τοπικά προγκήματα από τις πλατείες της Λαμίας: «Φούσκωσ' τον» και «Αέρα», που καθιερώθηκαν, ιδίως το δεύτερο, ως πανελλήνια επιθετική ιαχή και σύνθημα εφόδου.

 

Μυημένος από νωρίς στα νάματα του ΚΚΕ βγήκε αντάρτης ταυτόχρονα με τον Άρη. Μαζί στη μικρή ομάδα των εννέα πρωτοπόρων, που βγήκαν στο βουνό και μοιράστηκαν τις απίστευτες κακουχίες εκείνων των ημερών.

 

Τίποτα δεν φαινόταν ικανό να τον τρομάξει. Ούτε να του χαλάσει την εύθυμη διάθεση. Εκτός απ' την απώλεια κάποιου συμπολεμιστή του, που τον θρηνούσε απαρηγόρητος σαν αδερφό. 

 

Όταν αργότερα ένας νεοφερμένος αντάρτης άφησε αηδιασμένος κάτι σκουληκιασμένα κουκιά που έτρωγαν, τα παρέλαβε ευχαρίστως ο Θάνος.

 

Το μάτι του είχε μαυρίσει κατά καιρούς από την πείνα και δεν στέκει σε τέτοιες λεπτομέρειες. «Tι έχουν; Aπ' το ίδιο είναι κι αυτά», λέει και τα καταβροχθίζει.

 

Ήταν από τους πλέον σημαντικούς καπετάνιους, και του στενού κύκλου του αρχηγού. Αυτός ο Άρης κι ο Περικλής είναι οι «καλλίφωνοι» του τμήματος και συχνά τις νύχτες τραγουδάνε σαν παλιόφιλοι από επαναστατικά, ρεμπέτικα έως ελαφρά προπολεμικά σουξέ: «Aν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι».

 

Και πού δεν πολέμησε. Πότε ως καπετάνιος του Αρχηγείο Φθιώτιδας, μετά ως καπετάνιος στο 2/32 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και προς το τέλος ηγέτης του ΕΛΑΝ, δηλαδή του αντάρτικου ναυτικού.

 

Ειδικά στον Γοργοπόταμο, ήταν πολύτιμος. Πήρε τον σφυγμό των νεαρών χωρικών, που θα αναλάμβαναν ρόλο έμπειρου καταδρομέα μέσα στη νύχτα και ενημέρωσε τον Άρη: «Τα παιδιά είναι σκιαγμένα, πες κάτι». Και τα εμψυχωτικά λόγια του αρχηγού, μετέβαλαν άρδην την ατμόσφαιρα.

 

Ριζοσπάστης, 15/12/1942
Ριζοσπάστης, 15/12/1942

 

Η δική του η συμμετοχή υπήρξε θυελλώδης. Ενώθηκε με τη δύναμη της εφεδρείας, υπό τον Νικηφόρο και τους άλλους, για να κυριεύσουν το βόρειο βάθρο στο οποίο αρχικά είχαν αποκρουσθεί οι άντρες του ΕΔΕΣ.

 

Τίποτα δεν φαινόταν ικανό να τον τρομάξει. Ούτε να του χαλάσει την εύθυμη διάθεση. Εκτός απ' την απώλεια κάποιου συμπολεμιστή του, που τον θρηνούσε απαρηγόρητος σαν αδερφό.

 

Έκανε και μια γουστόζικη γκάφα. Όταν το Πάσχα στις 28 Απριλίου 1943 ελευθερώθηκε το Καρπενήσι, βγήκαν οι κάτοικοι με κανάτες κρασί να κεράσουν τους αντάρτες που μπήκαν στην πόλη. Στήθηκαν χοροί στους δρόμους και κάποιοι Kαρπενησιώτες αναγνώριζαν δικά τους «παιδιά» κάτω από τις γενειάδες και τα φισεκλίκια των ανταρτών.

 

Ενθουσιασμένοι οι κάτοικοι, αρπάζουν όποιον βρουν μπροστά τους να τον φιλοξενήσουν στο σπίτι τους. Ένα ξέφρενο πανηγύρι ανάβει. Ο καλοκάγαθος Mπελής δεν κουράζεται να βάζει στον χορό τα παιδάκια κάτω από τον πλάτανο της κεντρικής πλατείας.

 

Μόνη παραφωνία ο Θάνος και οι άντρες του. Στο Αρχηγείο Φθιώτιδας που ήταν καπετάνιος, έχουν, περιέργως, συμφωνήσει να μην πιουν καθόλου. Δεν ήθελαν μες στη ζάλη του ποτού να δημιουργηθεί κανένα επεισόδιο που θα ντροπιάσει τον αγώνα. Γι' αυτόν που θα πιανόταν να πίνει, είχαν αποφασίσει μεταξύ τους, την εξωφρενική ποινή του θανάτου.

 

Η εγκράτεια δεν ωφελεί πάντα. «O λαός του Kαρπενησίου με κανάτες κρασί και τσίπουρο, μες στην πλατεία μας πρόσφεραν να πιούμε, αλλά εμείς δεν πίναμε λόγω της απόφασής μας. Tότε δημιουργήθηκε ζήτημα στους κατοίκους της πόλης, ότι δεν πίνουμε επειδή φοβόμασταν ότι στο κρασί και στο τσίπουρο είχαν βάλει δηλητήριο». (αφηγήσεις Παναγ. Kοροπούλη και Nίκου Bλάχου).

 

Tο θέμα φτάνει στον Άρη. Αυτός ακούει την αυτοδέσμευση των ανταρτών και ρωτάει πονηρά:

«Ποιος έκανε αυτή την πρόταση;»

«Eγώ», λέει μουδιασμένος ο Θάνος, γνωστός γλεντοκόπος.

«Eσύ, βρε, έξυπνε;», γέλασε ο αρχηγός. «Eσύ που το πρωί, όταν ξυπνάς, πίνεις κρασί αντί για νερό; Eσένα θα τουφεκίσουν πρώτο».

 

Κανείς δεν ήταν σαν τον Θάνο (Φώτης Μαστροκώστας). Παράτολμος όσο δεν παίρνει, έπινε, κάπνιζε, τραγούδαγε, χόρευε, κορόιδευε τον θάνατο και με καλαμπούρια και πειράγματα ξόρκιζε τους δισταγμούς και τους φόβους των άλλων.
Κανείς δεν ήταν σαν τον Θάνο (Φώτης Μαστροκώστας). Παράτολμος όσο δεν παίρνει, έπινε, κάπνιζε, τραγούδαγε, χόρευε, κορόιδευε τον θάνατο και με καλαμπούρια και πειράγματα ξόρκιζε τους δισταγμούς και τους φόβους των άλλων.

 

Στα Δεκεμβριανά ο Θάνος, όπως κι ο Άρης, δεν έλαβε μέρος. Μετά την απαράδεκτη συμφωνία της Βάρκιζας ακολούθησε τον αρχηγό του στη ρήξη του με το κόμμα. Κι όταν εκείνος αυτοκτόνησε, ο Θάνος ψύχραιμος πάνω από τη σωρό του, απέτρεψε την ομαδική αυτοκτονία και άλλων, πλην του Τζαβέλα:

 

«Ο Άρης δεν ήταν καλά τελευταία και το ξέρετε. Στα καλά του, ήταν αγωνιστής και ποτέ δεν θα αυτοκτονούσε. Οι αγωνιστές δεν αυτοκτονούν».

 

Μετά τον θάνατο του αρχηγού, ξέφυγε απ' τους διώκτες του κι επέστρεψε στο χωριό του. Είχαν αποφασίσει με τον μαυροσκούφη σωματοφύλακα του αρχηγού Έκτορα (Γιάννη Μαδωνή) να κατέβουν μαζί στην Αθήνα και να χαθούν στην πολυκοσμία της πρωτεύουσας.

 

Ο Θάνος έκοψε τα μαλλιά του, ξυρίστηκε, φόρεσε πολιτικά ρούχα και ξεκίνησαν παρέα από το Λιανοκλάδι. Όμως στην Τιθορέα κάποιος ντόπιος τον αναγνώρισε και τους έπιασε η Εθνική Πολιτοφυλακή.

 

Μάλλον το σημάδι που τον πρόδωσε, είναι ότι έλειπε ο δείκτης από το ένα του χέρι.

 

Στη φυλακή βασανίστηκε απάνθρωπα. Όλο το μίσος των χωροφυλάκων και των παρακρατικών ξέσπαγε επί χρόνια πάνω του.

 

Είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Αλλά δεν τον εκτέλεσαν, προτίμησαν να τον βασανίζουν για χρόνια. Ο άνθρωπος που δεν τον κράτησε μέσα κανένα σπίτι, έρεψε πίσω απ' τα σίδερα και τον ήλιο.

 

Και αυτή την κόλαση τη ζούσε μόνος, γιατί ως «Αρειανός» ήταν απομονωμένος από τους άλλους έγκλειστους αγωνιστές. Απαγορευόταν να του μιλήσουν ή να τον πλησιάσουν αφού ακολούθησε εκείνον κι όχι το κόμμα.

 

Ίσως, αυτό που έλεγε ο Μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ για τους αλυσοδεμένους αητούς των βουνών: «Πώς το αντέξατε, παιδιά μου, απ' τις βουνοκορφές να βρεθείτε στα μπουντρούμια;», ταίριαζε στον Θάνο πολύ περισσότερο.

 

Στη φυλακή είχε προσβληθεί από φυματίωση που λόγω συνθηκών θέριεψε και τον έλιωσε. Τον άφησαν ελεύθερο και ημιθανή μετά από δεκαέξι χρόνια, το 1961, και σε δυο τρεις μέρες πέθανε στη γενέτειρά του Σπερχειάδα, όπου και ο τάφος του.

 

Το πειραχτήρι ησύχασε.

 

Ο τάφος του Φώτη Μαστροκώστα.
Ο τάφος του Φώτη Μαστροκώστα.